Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

Το φεγγαρόχυτο φιλί


Αυγουστιάτικο πρωινό. Στις παρυφές των κυματισμών της γαλάζιας θάλασσας του Αιγαίου ένα αείστικτο όνειρο γυμνώνει το υπέρλαμπρο φως της ανατολής του ήλιου.
         Είναι ακόμη ώρες σιγαλιάς και οι παλάμες του κοριτσιού με τα καστανά μαλλιά αγκαλιάζουν τη σιωπή μιας περασμένης νυχτωδίας που κοραλιοποίησε ένα αναπάντεχο γεγονός. Ένα αναπάντεχο φιλί που την προηγούμενη νύχτα απόλαυσαν τα χείλη δύο εφήβων κάτω από την απαρχή του φεγγαρένιου φωτός που βαίνει προς την πανσέληνη ολοκλήρωσή του. Ένα φεγγαρόχυτο φιλί που ένωσε με αγάπη δυο άγνωστα μέχρι τότε εφηβικά όνειρα σε φεγγαρολουσμένο πάθος.
          Το κορίτσι αγκαλιάζει τη σιωπή αυτής της τρυφερής ανάμνησης. Ώσπου ο άνεμος ενηλικιώνεται γοργά και γράφει μια αγκαλιά στο κόκκινο διάδημα των μαλλιών του.
          Με τον τρόπο αυτό, με αυτή την απλοϊκή, την τόσο ανθρώπινη πράξη ο κόσμος παύει να είναι μια οθόνη κοριτσίστικου βλέμματος και γίνεται πρόσωπο που ενσαρκώνει πολλά πρόσωπα μαζί, το καθένα από τα οποία με την απεριόριστη φυσική ομορφιά ενός χρυσαφένιου λικνίσματος εκεί ακριβώς όπου σκάει το κύμα, αναμένει το επόμενο φεγγάρι της ενάλιας ζωής του φεγγαρένιου φιλιού.
          Και καθώς οι ώρες της ημέρας βαδίζουν διασχίζοντας τις ηλιόλουστες ακρογιαλιές, το νυχτερινό φιλί προετοιμάζεται στα εφηβικά χείλη.
          Τα χείλη των εφήβων γεύονται ξεχωριστά το αλμυρό νερό της θάλασσας και διψούν τον πόθο που κυματίζει στα όνειρά τους.
          Οι νύχτες διαδέχονται η μία την άλλη, ώσπου εγκαθίσταται πάνω από το σώμα της γης εκείνη η μοναδική με το απαστράπτον φως της πανσέληνου.
      Τότε αυθόρμητα τα χείλη του αγοριού κινούνται προς τα χείλη του κοριτσιού. Τίποτα δεν υπάρχει που να μπορεί να σταματήσει την ένωση των χειλιών κάτω από το πλούσιο φεγγαρόφωτο.
          Όσο το φιλί πραγματώνεται, τα λόγια μπορούν να περιμένουν λουσμένα κι αυτά στην απεραντοσύνη του ουράνιου φωτός.
       Μόνο οι φεγγαραχτίδες πυρπολούν την ένωση των χειλιών. Είναι η επιβράβευση της φύσης σε μια ένωση αγνών ονείρων, αγνών συναισθημάτων, αγνών πόθων.
          Κάτω από την πανσέληνο του Αυγούστου πόσο ανθρώπινα ο εφηβικός πόθος κυλά από χείλος σε χείλος ενώνοντάς τα με το αθάνατο βουλοκέρι της φύσης.
          Έπειτα, είναι η σειρά των εφηβικών ματιών να γεμίσουν το βλέμμα τους με το φεγγαρόχυτο φιλί τους και να υποσχεθούν πως πρόκειται να διατηρήσουν για πάντα στη μνήμη τους το φεγγαρένιο φιλί του καλοκαιριού.

Τίτλος Κειμένου: Βάνια Γαντζού
Σώμα Κειμένου: Γιάννης Πολιτόπουλος 

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Η ανάμνηση μιας θωπείας



   Θα συνέβαινε στην αμυδρή προεξοχή ενός μικρού κομματιού της πραγματικότητας κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό.
   Θα συνέβαινε η ανάμνηση μιας θωπείας που πραγματώνεται ταυτόχρονα με τη λεκτική καταγραφή της.
    Συμβαίνει γράφοντας, όπως συμβαίνει να κυριαρχούν οι λέξεις στα χείλη πείθοντας το φως να εμβολήσει τα σύννεφα.
   Η διαδικασία είναι αρχέγονη, μυστηριακή σχεδόν, αληθινή. Υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο χρόνο και μοιάζει να δύναται να πράττεται σε οποιονδήποτε χώρο. Και δεν είναι απλά συνειρμική. Είναι ταυτόχρονα ασέληνη κι αέρινη. Είναι για πάντασελιδοποιημένη στο βιβλίο του ουρανού.
   Ως τέτοια, η ανάμνηση εδράζεται σε βάθρο αναδημιουργίας της ζωής αναπλάθοντας όνειρα και προσμίξεις αισθήσεων.
   Κατά συναισθηματική αναγκαιότητα προκύπτει μία ρωγμή στην άχρονη σιωπή των προσώπων, η οποία επικράτησε στα χείλη τους κατά τη διάρκεια της ζύμωσης, στην οποία η απόσταση υπέβαλε την ανεύρεσή τους σε διαδικασία αναμνηστικής υλοποίησης.
   Κι από τη στιγμή της υλικής πραγμάτωσης πρόκειται πια για τη σμίξη των διαστάσεων σύσσωμου του χωροχρόνου.
   Και δε λανθάνει καμία απρόσκλητη σκέψη, καμία απροσδόκητη λογική εμβάθυνση καταστάσεων. Γιατί η ανάμνηση καθίσταται σταδιακά γλυκιά και εύπεπτη στο βλέμμα των προσώπων που κάποτε έσμιξαν χείλη με χείλη προσδοκώντας το απέραντο, το απραγματοποίητο, το αέναα επιδιωκόμενο.
   Στο ρυθμό των δευτερολέπτων που περνούν η ανάμνηση εξανθρωπίζεται και αποκτά το δικό της αυτόνομο βλέμμα.
   Γιατί κάθε παρελθοντική θωπεία ενός ζευγαριού που επιδίωξε τον έρωτα, είναι και μια καινούρια ανθρώπινη υπόσταση που αναζητά να κατακτήσει το δικό της χώρο. Κι αποκτά τα δικά της ψυχικά χείλη, τα δικά της φανταστικά μάτια, μέσα από τα οποία διαισθάνεται τον ερχομό των καινούριων γεγονότων που με τη σειρά τους πρόκειται σύντομα να μετατραπούν σε συναφείς αναμνήσεις.
   Έτσι καθίσταται έτοιμη η ανάμνηση του χαδιού να εγγράψει ένα μοναδικό ποίημα στη φαντασία των προσώπων που τη δημιούργησαν έστω κι άθελά τους. Και γράφει με το φανταστικό μολύβι των δαχτύλων της:

Στα πρόθυρα μιας φωτιάς
ακροβατεί η ύπαρξη
φωτισμένη ως τα άκρα της
από την οριστική πάταξη
της ανθρώπινης προσωρινότητας

   Τότε μόνο ένας κύκλος διαφανούς ζωής ολοκληρώνεται αναμένοντας μια νέα ενσάρκωση σε ένα φιλί. 
Γιάννης Πολιτόπουλος       

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

Πανσέληνες λέξεις


Βράδυ. Ένα μικρό φως ταλαντεύεται για λίγο στο σκοτάδι. Κύματα οι διαβάτες στην προκυμαία.
Λόγια πάνε κι έρχονται στα ανθρώπινα χείλη. Χαμόγελα, κραυγές, επιφωνήματα.
Σε λίγο η πανσέληνος διαχέεται στην ακροθαλασσιά. Με τη μυστηριώδη, την ατέρμονη, την ατελεύτητη δύναμή της κατακτά τα πάντα.
Γυμνή νυχτωδία σωπαίνει την πλάση. Σα φιλί άλλης εποχής. Σιωπηλό, έντιμο, βέβαιο για τη δύναμή του. Η πανσέληνος ψηλά, ναυαγοσώστης των ονείρων.
Τότε είναι που τα βήματα των ανθρώπων δε χωρούν στην αμμουδιά. Άλλωστε, η λήθη που τους συνοδεύει, φορά πάντα παπούτσια. Και οι χρόνιες αλλά πάντα επίκαιρες μανίες. Όπως η ποίηση, η μνήμη, η αγάπη, η αμεριμνησία, η σιωπή.
Στο δρόμο, ένα ζευγάρι φανοστάτες φεγγοβολά κι ερωτεύεται.
Στα ξύλινα παγκάκια του θαλασσοδαρμένου δρόμου παιδιά ζωγραφίζουν κοχύλια. Έφηβοι ετοιμάζονται για ερωτικές περιπέτειες, για ερωτικές θωπείες. Οι αναστολές τους χάνονται στο φεγγαρόφωτο.
Στο λιμάνι, ο παλιός φάρος αναδεύει τη μνήμη του. Οι καλοκαιρινές ψάθινες ομπρέλες της αμμουδιάς προστατεύουν από το φεγγαρόφωτο τους έρωτες.
Το χέρι του Θεού γράφει την άμμο.
Ένα εφηβικό ζευγάρι πραγματώνει το πρώτο φιλί του, το αγνό μέχρι τα χείλη του νυχτερινού ουρανού.
Μια ελπίδα γυροφέρνει τότε τα ανθρώπινα μάτια.
Έτσι απλά γίνεται κόσμος, όπως τα κύματα ανθίζουν στο πέλαγος και τα σπίτια κατηφορίζουν στο φως του Αιγαίου. Οι καλοκαιρινές νύχτες υποκύπτουν στο χαμόγελο της ωραίας γοργόνας.
Τα ασημένια κορδόνια των αστεριών επισφραγίζουν ένα φιλί. Εμβρόντητη στέκει τότε η γενναιοδωρία του φωτός.
Στα πέρατα της θάλασσας σκορπίζεται μια πανσέληνη φωταψία. Τα τρυφερά κύματα χορεύουν στο ρυθμό του φεγγαριού. Ο βυθός αναδύεται από τα βάθη αιώνων. Φέρνει μαζί του βοτσαλένιες λέξεις. Πανσέληνες λέξεις. Πανσέληνοι έρωτες. Πανσέληνα φιλιά.
Τίποτα δε λείπει από το τοπίο, έτσι τέλειο όπως πραγματώνεται στη φεγγαράδα.
Με λόγια και σιωπές σε εναλλαγή χαδιού γίνεται φεγγαρίσιος πολιτισμός. Και φεγγαρένια θηλυκότητα ικανή να γυμνώνει τα όνειρα.
Η θάλασσα ακροβολίζει τους στεναγμούς της. Οι πέτρινοι βράχοι αναλώνουν τους καημούς τους.
Βραχώδες σεληνόφως φιλά το κύμα. Σαν περιπλάνηση της γραφής, σαν κινήσεις γράφοντος βλέμματος.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή 22 Μαΐου 2011

Στο έλεος της γραφής


         Πάντα. Μία λευκή σελίδα περίμενε το βλέμμα της, εκείνο το αδιόρατο, το αστείρευτο βλέμμα της κοπέλας που αγαπούσε τη θωπεία των λέξεων με ένα τρόπο σχεδόν ευλαβικό. Γιατί κάποτε και τα αντικείμενα επιζητούν την προσοχή των ανθρώπων.

         Εκείνη όμως δεν ήξερε ακόμη πότε έπρεπε να ζει στιγμιαία και πότε να ζει διαχρονικά.

         Έτσι, ζούσε σε ένα μεταίχμιο αναμονής και παύσης, σε μία ανερμήνευτη ακόμη εκδοχή της θηλυκής της υπόστασης.

Συχνά, η κοπέλα το είχε σκεφτεί να τη γεμίσει τη λευκή σελίδα της, όμως το χέρι της το είχε υποτιμήσει πρώτη η ίδια.

Ώσπου μια μέρα μεταξύ ήλιου και βροχής, μεταξύ αυτού του γλυκού παιχνιδίσματος της φύσης, η γραφή ξεκίνησε από το ίδιο το λευκό της σελίδας κι έφτασε μέχρι τη συμμετρία των δαχτύλων και των ματιών της.

Επρόκειτο για την άνοιξη της γραφής, για τη γαλανή απαρχή του ταξιδιού της στο σώμα των λέξεων, στο δικό της σώμα.

Το χέρι της κοπέλας πραγμάτωσε την αποφασιστική κίνηση και κατέγραψε στο λευκό χαρτί τα γεγονότα που η ίδια διά της γραφής της επρόκειτο να δημιουργήσει την επόμενη ημέρα, τις επόμενες ημέρες μιας καινούριας ζωής.
Ώρα αργότερα το λευκό χαρτί κυμάτιζε στην απεραντοσύνη της θηλυκής εκδοχής της γραφής.
Λέξη με λέξη, φράση με φράση, η κοπέλα είχε συνθέσει τη λεκτική φωτογραφία του βλέμματός της. 
Είχε γράψει:

Στάλες ανέμου
Υγρές ματιές
Γαλάζια βήματα

Από την αρχή της ζωής
το απέραντο πλησιάζει
το φως των ματιών μου

Κι είναι η εαρινή ρήχη
που προσμένει τα βήματά μου
σε απόσταση χαδιού από τα χείλη μου

Η κοπέλα είχε πια μεταστραφεί. Ήταν πια η κοπέλα που γνώριζε με βεβαιότητα τί έπρεπε να πράττει και πότε να το πραγματώνει, ώστε οι άνθρωποι γύρω της να την αναγνωρίζουν ως την επιβεβαίωση της πιο ονειρικής πραγμάτωσης.
 Στο δωμάτιο της κοπέλας ένα πέπλο φαντασίας και μυστηρίου απλωνόταν σα μαγικό χαλί προστατεύοντάς την από οτιδήποτε την πλήγωνε στο παρελθόν.

Έχοντας εσωκλείσει τα πρώτα της γραπτά σε ένα φάκελο με διαφάνειες είχε καταφέρει να τακτοποιήσει διά της γραφής την ίδια τη σειρά των σκέψεων και των απαραίτητων πρωτοβουλιών της οι οποίες θα την οδηγούσαν σύντομα στο δρόμο με τις εύκολες νύχτες και τα ηλιόλουστα πρωινά.

Γιατί η γραφή δεν εγκαταλείπει ποτέ αυτούς που όπως η κοπέλα την αγαπούν ανυστερόβουλα και τη μεταφέρουν πάντα μαζί τους όπου κι αν βρεθούν ακόμη και για λίγες στιγμές.

Έτσι, η κοπέλα κρατούσε πάντα μέσα στην τσάντα της το σώμα των γραπτών κειμένων της, που σαν άλλος ζωντανός οργανισμός τη βοηθούσε να αισθάνεται πιο δυνατή και κυρίως πιο θηλυκή ακόμη.
            Και πραγματικά, τα κορίτσια την κοιτούσαν τώρα με άμετρο θαυμασμό, ενώ τα αγόρια αγωνίζονταν να υποκλέψουν ένα βλέμμα της έστω, για να γραφεί κάτι γι’ αυτά στις επόμενες σελίδες του βιβλίου της ζωής της που η κοπέλα καθημερινά συμπλήρωνε.
          Τώρα πια η ίδια ζει στο έλεος της θηλυκής γραφής και οι άλλοι στο έλεος του θηλυκού βλέμματός της που διαρκώς ενέχει τη δύναμη να ακραγγίζει τη γαλήνια σιωπή των ανοιξιάτικων οριζόντων.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή 8 Μαΐου 2011

Το κορίτσι που αγαπούσε η θάλασσα



   Πρόκειται για την ιστορία ενός κοριτσιού με το όνομα του ανέμου ζωγραφισμένο στο βλέμμα του.
   Είναι ακριβώς στη μέση του καλοκαιριού, όταν το κορίτσι συναντά για μια ακόμη φορά τη θάλασσα που τόσο πολύ αγαπά. Κατά τη διάρκεια ενός πολύ ζεστού απογεύματος, την ώρα του όμορφου δειλινού, που το κορίτσι διαβάζει ένα παραμύθι γραμμένο στη Γαλλική γλώσσα, σηκώνεται αέρας πολύ δυνατός που τα κύματα στη θάλασσα θεριεύουν.
Το κορίτσι βηματίζει στο παραμυθένιο δωμάτιό του και πηγαίνει στο παράθυρο να δει την αγριεμένη θάλασσα.
   Το βλέμμα του είναι καθάριο, αλλά στα βάθη της ψυχής του κάτι του λέει πως αυτή η θαλάσσια αντάρα κάτι καλό θα φέρει για το ίδιο. Γιατί είναι ένα κορίτσι με τρία χαρακτηριστικά: την αγάπη για τις λέξεις και τα ονόματα, την πίστη στον εαυτό του και στις δυνατότητές του και την αστείρευτη διάθεσή του να ξεχωρίζει από όλα τα κορίτσια της ηλικίας του μιλώντας μυστικά με τον ήλιο, τη θάλασσα και το φεγγάρι.
   Το μυστικό όνειρό του κοριτσιού είναι να χορεύει στο ρυθμό της φυσικής ομορφιάς και να προστατεύει όλα τα πονεμένα ζώα. Και για να το πετύχει αυτό, είναι αποφασισμένο να γίνει ένας σπουδαίος άνθρωπος με πολλές γνώσεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής, ώστε όλοι να σέβονται τα λόγια του.
   Έξω, ο αέρας συνεχίζεται όλο το απόγευμα και δε σταματά ούτε και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
   Αργά το βράδυ, ενώ το κορίτσι κοιμάται ήρεμα, μία φεγγαρένια αχτίδα έρχεται και λούζει τα κλειστά βλέφαρά του. Το κορίτσι αισθάνεται πως το φεγγάρι το παροτρύνει να κατέβει την αυγή στην αμμουδιά, γιατί εκεί κάτι όμορφο συμβαίνει. Το αισθάνεται μέσα στο γλυκό ύπνο που σφαλίζει τα βλέφαρά του και δεν είναι περίεργο, γιατί έτσι συμβαίνει σε κάποιους σπουδαίους ανθρώπους. Να έχουν δηλαδή τη δυνατότητα επικοινωνίας με ολόκληρη την πλάση. Και το κορίτσι ανήκει στους ανθρώπους αυτούς. Κι αυτό του δίνει μια πρωτόγνωρη δύναμη.
   Έτσι, εντελώς φυσικά, όταν η αυγή έρχεται να συναντήσει τα όνειρά του, το κορίτσι τραβά γραμμή για την αμμουδιά. Όταν φτάνει, μένει έκπληκτο. Η θάλασσα έχει βγάλει στην ακτή πολλές πέτρες, οι οποίες πάνω στη χρυσή άμμο του καλοκαιριού δεν έχουν ριχτεί τυχαία όπως όλες τις άλλες φορές, αλλά σχηματίζουν το όνομά του.
    Η στιγμή που το βλέμμα του αντικρίζει αυτό το πρωτόγνωρο αλλά υπέροχο θέαμα, το κορίτσι το κατανοεί πως η ζωή του αλλάζει. Γιατί τώρα πια είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κορίτσι. Είναι το κορίτσι των θαλασσινών λέξεων. Είναι το κορίτσι που αγαπούν οι λέξεις, το κορίτσι της γαλάζιας θάλασσας, το κορίτσι που μπορεί να γράφει πάνω στην ίδια τη φυσική ομορφιά της γης.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο 16 Απριλίου 2011

Στα ίχνη των λέξεων


I

με το βλέμμα
στην αφύσικη διαδοχή
των εποχών
ένας αόρατος θεός
ομορφαίνει τη δύση
των σκέψεων
με μόνη αποσκευή του
το παρόν


II
στο χείλος των λέξεων
η ζωή αγριεύει
στιγμιαία
κι απλώνει φως
στη θάλασσα της μνήμης
απέραντο
στον ερχομό της αγάπης


III
καθώς αργοπορεί
η λεκτική άνοιξη των ονείρων
οι συλλαβές κυλούν γυμνές
στο απέραντο σώμα της σιωπής
κι ο έρωτας απάνεμος
διακόπτει τους συνειρμούς της νύχτας


IV
τις γυμνόστηθες λέξεις
αγαπούσε προπαντός
τις λέξεις που μετέρχονταν
τη διαδρομή μιας άνοιξης
αναλλοίωτης
που κάποτε πλήθηνε
το σώμα τους
στα τρυφερά του χείλη

Γιάννης Πολιτόπουλος