Welcome

ρ δ’ μς οκ ξ σου τν λεγντων τν κρασιν ποιουμνους, λλ τος μν προσχοντας τν νον, τν δ’ οδ τν φωνν νεχομνους. κα θαυμαστν οδν ποιετε• κα γρ τν λλον χρνον εἰώθατε πντας τος λλους κβλλειν, πλν τος συναγορεοντας τας μετραις πιθυμαις.

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Ο ρεμβασμός των αισθήσεων

    Είναι εκείνη. Και το φως. Είναι η κοπέλα της ανυπέρβλητης αγάπης. Η κοπέλα που αγνοεί τον άνεμο, η κοπέλα που φαντασιώνει τον ουρανό. Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα μέσα στο χρυσάφι του κίτρινου φωτός. Τα μάτια της είναι ερωτευμένα με την απεραντοσύνη του φωτός. Έξω η θύελλα αποκοιμήθηκε μαζί με τον άνεμο. Η θάλασσα είναι μακριά. Στους δρόμους άρχισαν να περνούν οι διαβάτες.
   Από τότε που έρχεται εκείνος, ο άγνωστος εραστής της, κάθε νύχτα η κοπέλα βγαίνει στη βεράντα. Κοιτάζει. Κοιτάζει το φως του φεγγαριού, κοιτάζει τους διαβάτες με την υπεροψία μιας λήθης, μιας διαρκώς απεγνωσμένης επιθυμίας που επρόκειτο να πραγματωθεί. Όταν εκείνος έρχεται, αρχίζουν να κλαίνε μαζί. Τα κορμιά τους τραντάζονται από τους λυγμούς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουν πιει. 
   Εκείνη είναι κοντά του, σχεδόν τον αγγίζει. Αγγίζει αυτόν τον άγνωστο εραστή που αρνείται να ονομάσει. Δεν του δίνει κανένα όνομα, γιατί μόνο έτσι δε θα τον χάσει ποτέ της. Άλλωστε, πάντα αναρωτιόταν, γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ονομάζουν τα πάντα.
   Ζουν μία ευτυχία που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ως τότε. Την ευτυχία να είναι μαζί μπροστά στην ακίνητη καταιγίδα του ηλιακού φωτός. Και να μπορούν να κλαίνε ή να γελάνε. Εκείνος θα ήθελε να τη δει να κλαίει πολύ, υπερβολικά, όπως κλαίει κι αυτός. Θα ήθελε να βγαίνουν λυγμοί από τα κορμιά τους, χωρίς να ξέρουν γιατί. Θα ήθελε να κάνουν έρωτα χωρίς να ξέρουν γιατί, χωρίς να δεσμεύονται από κάποια ιδέα έξω από την ιδεατή γη της ένωσής τους.
   Κλαίει κι εκείνη μαζί του και ταυτόχρονα γελά με αυτό που της ζήτησε. Γιατί ανακαλύπτει ότι δεν έχει κλάψει πολύ στη ζωή της ως τώρα. Χρειάστηκε να συναντηθούν, για να μπορέσει να το κάνει. Του λέει ότι τώρα που μίλησαν για το κλάμα, δεν είναι πια τόσο άγνωστοι ο ένας στον άλλον.
   Η κοπέλα ξαπλώνει κατάστηθα στο πάτωμα, Κλαίνε και πάλι μαζί. Κλαίνε όπως θα ερωτευόντουσαν. Εκείνος της λέει ότι αυτό τον βοηθά να αντέξει την παρουσία της στο δωμάτιο, να αντέξει στην ιδέα ότι μία γυναίκα ταυτίζεται στα μάτια του με την ομορφιά.
  Έξω, το φεγγάρι αναζητά ήδη τον καλύτερο εαυτό του και η κοπέλα σφαλίζει τα μάτια έχοντας στο όνειρά της τα χείλη του. Η κοινή ζωή τους ανασαίνει ξανά. Τα μάτια της πάλλεται στις αντανακλάσεις των βλεμμάτων του.
   Η κοπέλα βιώνει το πάθος, την έκσταση, το φως, την υπερβολή του έρωτα. Το σώμα της είναι πια η νησίδα του φεγγαριού. Έγινε ένα με τον ουρανό, με την πανδαισία των ονείρων της, με το απροκάλυπτο φως των μύχιων αισθήσεών της. Το γνωρίζει πλέον πως η φυγή δεν αποτελεί τη λύση του έρωτα. Εκείνος αγγίζει τα χέρια της με το πλέον ανεξίτηλο βλέμμα του. Η κοινή ζωή των ονείρων τους αρχίζει ακριβώς τη στιγμή του πρώτου φιλιού τους. Η γραφή είναι πια το κοινό μέλλον τους.

Γιάννης Πολιτόπουλος

6 σχόλια: