Welcome

ρ δ’ μς οκ ξ σου τν λεγντων τν κρασιν ποιουμνους, λλ τος μν προσχοντας τν νον, τν δ’ οδ τν φωνν νεχομνους. κα θαυμαστν οδν ποιετε• κα γρ τν λλον χρνον εἰώθατε πντας τος λλους κβλλειν, πλν τος συναγορεοντας τας μετραις πιθυμαις.

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

The return of love


It had dawned, when the thought of returning born in his soul.
It was a return almost imperceptible, which will catch the eye of the girl and would look paired with the boy.
With this thought be transformed into dreamy image in his eyes, the boy opened the door of his house and started walking toward the one he had seen in his dreams or thought he had seen or that for years defined the vastness his love.
Moments earlier the girl with black hair had already begun seeking the creation of a human story without end.
Love itself as a vibrant feeling mutual inquiry, preparing the principle of a shared history beyond reason, beyond any resemblance to other human history.
Because happen these two kids to ignore that in reality were implementing the story which one anonymous writer had already written in his lonely notebook.
And when their looks met for the first time that day, a sweet breath reconnecting looks like overtaking the two children.
Not once wondered how did not happen to know each other.
As the power of love whitch is born admits o no reasonable explanation.
As the day crossed the ordinery love of the looks of their love, a kiss descended from sunlight and like dedication has sealed their first public kiss.
Then many people in different parts of the world viewed while two stars are joined by emitting both love light was visible as a second sun.
It was the sun of love.
It was the same that the old love of children, which is beyond any ordinary natural law was no longer able to unite children in a common life, in which past , present and future matching .
With their lips sealed even the girl raised her hand and wept by the sun love by sending a supreme glimmer of warmth in the imagination of everyone.
The smile that sealed the lips of the boy was the clarity of the light, which will forever protect their love.
And when the sun reached the daily setting of the heavenly ride the two children greeted the beginning of the night with a song about the return of humanity in their lives.

Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Η πρώτη κοινή ανάσα


          Συμβαίνει προς τα τέλη του μεσημεριού λίγο μετά το πέρας του πρώτου μισού του χειμωνιάτικου σώματος.
          Μιλώ για τη γραφή που αναδύεται στο φως από την ενανθρώπιση των άυλων σκέψεων.
          Για τις στιγμές εκείνες που οι λέξεις συναντώνται για πρώτη φορά στην υλική κατεύθυνση της πρωτόλειας αναπνοής τους.
          Αφού το βλέπετε κι εσείς πως, όταν οι λέξεις συνενωθούν κι αποτελέσουν το πρωτογενές κείμενο μιας ενσάρκωσης στα χείλη, τότε η αυθεντικότητα μιας κοινής εμπειρίας δημιουργείται συνταράσσοντας κάθε υλοποίηση γραφής.
          Πρόκειται γι’ αυτό που και τώρα συμβαίνει μαζί μας, καθώς με αφορμή ετούτη τη γραφή μία ανάσα φιλίας ανασαίνει βαθιά, απλώνοντας στο μέλλον την πιο ευγενική αναγέννηση των συναισθημάτων.
          Και μοιάζει όμοια μ’ εκείνη την παλιά ανάσα, η οποία κάποτε κύλισε ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων, οι οποίοι ενδέχεται να μην είχαν ποτέ τους πριν ούτε την παραμικρή επαφή.
          Αλλά από τότε υπάρχουν μαζί στην πιο όμορφη θάλασσα της φιλίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Το φόρεμα


          Βροχερό πρωινό. Ακριβώς τη στιγμή που δύο ηλιαχτίδες προσπόρισαν τη χθεσινή σιωπή.
Ήρθε. Χαμογελώντας όπως πάντα. Κρατούσε στα χέρια της με πάθος ένα φόρεμα. Το φόρεμα που έντυνε τα όνειρά της έναν ολόκληρο μήνα.
          Το άγγιζε, το βίωνε, σα να επρόκειτο να το φέρει στην πιο ιδεώδη στιγμή του μέλλοντος. Ήταν στα χέρια της. Το φόρεμα με τη γαλανή επιθυμία των ματιών της.
          Θα έπρεπε να περπατήσει γυμνόποδη στην άμμο φορώντας μόνο αυτό. Θα έπρεπε φορώντας το να γίνει το αμμουδερό ιχνογράφημα κάθε αγάπης, κάθε προσδοκίας, κάθε ερωτικού κυματισμού.
          Γυμνή από κάθε αρνητικό συναίσθημα και η ίδια, γυμνή μέσα στη γυμνότητα του φορέματος.
          Κι εκεί, στην άκρη της θάλασσας, θα ήταν επιτέλους έτοιμη να αντιπαρατεθεί με τον ήλιο.
          Μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο φυσικές ομορφιές. Μια αναμέτρηση ανάμεσα στις λέξεις που περιγράφουν την καθεμιά τους.
          Μια αναμέτρηση της ομορφιάς με την ομορφιά.
          Κι όταν τα χρώματα του δειλινού θα έβαφαν τον ουράνιο καμβά, δε θα υπήρχε τίποτα στον κόσμο, που να μπορεί να αντισταθεί στο λιόγερμα του φορέματος με το γυμνό αλαβάστρινο κορμί.
          Καθώς έτσι γίνεται, όταν η ζωή ενδίδει στις λογοτεχνικές εκδοχές της ομορφιάς.
          Κι είναι τότε που η θάλασσα ενδυναμώνει το παραλήρημά της κι υποδέχεται στη γλαυκότητα των κυμάτων της το άγνωρο, το πρωτότυπο, το μοναδικό.
          Δεν υπάρχουν τότε λέξεις, δεν υπάρχουν φωτογραφίες, που να αντέχουν να αποδώσουν την τελειότητα ενός κορμιού που αγναντεύει το μέλλον τρέχοντας στην άμμο του καλοκαιριού.
          Κι η πλάση ξαναβρίσκει την πίστη της στην ομορφιά. Και χαμογελώντας στα χείλη του ανέμου της χαράζει φιλιά στο θηλυκό κορμί και κεντά με δάκρυα χαράς το φόρεμα που τόσο πολύ είχε επιθυμήσει να το επιθυμήσουν.
          Το φόρεμα που η κοπέλα κρατούσε ένα βροχερό πρωινό με τη βεβαιότητα της εφηβείας.
          Το φόρεμα που επρόκειτο για λίγο να στολίσει μία ντουλάπα με τα όνειρά του, πριν ξεχυθεί στο θηλυκό σώμα και συνοδεύσει στην άμμο τα γυμνά του βήματα, τις γυμνές του λέξεις και τα ερωτικά βλέμματά του στον ήλιο.
          Το φόρεμα που θα έπαυε να είναι ένα απλό χρηστικό αντικείμενο και θα γίνονταν ένα με τη θηλυκότητα που το επέλεξε ανάμεσα σε τόσα άλλα.
          Γιατί είναι γραφτό, ένα αντικείμενο πάντοτε, μία λέξη μόνο, ένα βλέμμα, ένα φιλί να υπερβαίνει τα ανθρώπινα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Ο ρεμβασμός των αισθήσεων

    Είναι εκείνη. Και το φως. Είναι η κοπέλα της ανυπέρβλητης αγάπης. Η κοπέλα που αγνοεί τον άνεμο, η κοπέλα που φαντασιώνει τον ουρανό. Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα μέσα στο χρυσάφι του κίτρινου φωτός. Τα μάτια της είναι ερωτευμένα με την απεραντοσύνη του φωτός. Έξω η θύελλα αποκοιμήθηκε μαζί με τον άνεμο. Η θάλασσα είναι μακριά. Στους δρόμους άρχισαν να περνούν οι διαβάτες.
   Από τότε που έρχεται εκείνος, ο άγνωστος εραστής της, κάθε νύχτα η κοπέλα βγαίνει στη βεράντα. Κοιτάζει. Κοιτάζει το φως του φεγγαριού, κοιτάζει τους διαβάτες με την υπεροψία μιας λήθης, μιας διαρκώς απεγνωσμένης επιθυμίας που επρόκειτο να πραγματωθεί. Όταν εκείνος έρχεται, αρχίζουν να κλαίνε μαζί. Τα κορμιά τους τραντάζονται από τους λυγμούς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουν πιει. 
   Εκείνη είναι κοντά του, σχεδόν τον αγγίζει. Αγγίζει αυτόν τον άγνωστο εραστή που αρνείται να ονομάσει. Δεν του δίνει κανένα όνομα, γιατί μόνο έτσι δε θα τον χάσει ποτέ της. Άλλωστε, πάντα αναρωτιόταν, γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ονομάζουν τα πάντα.
   Ζουν μία ευτυχία που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ως τότε. Την ευτυχία να είναι μαζί μπροστά στην ακίνητη καταιγίδα του ηλιακού φωτός. Και να μπορούν να κλαίνε ή να γελάνε. Εκείνος θα ήθελε να τη δει να κλαίει πολύ, υπερβολικά, όπως κλαίει κι αυτός. Θα ήθελε να βγαίνουν λυγμοί από τα κορμιά τους, χωρίς να ξέρουν γιατί. Θα ήθελε να κάνουν έρωτα χωρίς να ξέρουν γιατί, χωρίς να δεσμεύονται από κάποια ιδέα έξω από την ιδεατή γη της ένωσής τους.
   Κλαίει κι εκείνη μαζί του και ταυτόχρονα γελά με αυτό που της ζήτησε. Γιατί ανακαλύπτει ότι δεν έχει κλάψει πολύ στη ζωή της ως τώρα. Χρειάστηκε να συναντηθούν, για να μπορέσει να το κάνει. Του λέει ότι τώρα που μίλησαν για το κλάμα, δεν είναι πια τόσο άγνωστοι ο ένας στον άλλον.
   Η κοπέλα ξαπλώνει κατάστηθα στο πάτωμα, Κλαίνε και πάλι μαζί. Κλαίνε όπως θα ερωτευόντουσαν. Εκείνος της λέει ότι αυτό τον βοηθά να αντέξει την παρουσία της στο δωμάτιο, να αντέξει στην ιδέα ότι μία γυναίκα ταυτίζεται στα μάτια του με την ομορφιά.
  Έξω, το φεγγάρι αναζητά ήδη τον καλύτερο εαυτό του και η κοπέλα σφαλίζει τα μάτια έχοντας στο όνειρά της τα χείλη του. Η κοινή ζωή τους ανασαίνει ξανά. Τα μάτια της πάλλεται στις αντανακλάσεις των βλεμμάτων του.
   Η κοπέλα βιώνει το πάθος, την έκσταση, το φως, την υπερβολή του έρωτα. Το σώμα της είναι πια η νησίδα του φεγγαριού. Έγινε ένα με τον ουρανό, με την πανδαισία των ονείρων της, με το απροκάλυπτο φως των μύχιων αισθήσεών της. Το γνωρίζει πλέον πως η φυγή δεν αποτελεί τη λύση του έρωτα. Εκείνος αγγίζει τα χέρια της με το πλέον ανεξίτηλο βλέμμα του. Η κοινή ζωή των ονείρων τους αρχίζει ακριβώς τη στιγμή του πρώτου φιλιού τους. Η γραφή είναι πια το κοινό μέλλον τους.

Γιάννης Πολιτόπουλος