Ποίηση

οίκασι δ γεννσαι μν λως τν ποιητικν ατίαι δύο τινς κα αται φυσικαί. Αριστοτέλης : Ποιητική [IV]

Λέσχη Ανάγνωσης

Λέσχη Ανάγνωσης Αποφοίτων 1984 1ου Γενικού Λυκείου Βόλου : Αναλαμβάνω την ευθύνη της δημιουργίας Λέσχης Ανάγνωσης των Αποφοίτων της Τάξης του 1984. Όσοι επιθυμούν να συμμετέχουν, διαβάζουμε το ίδιο βιβλίο και στη συνέχεια πραγματοποιούμε συνάντηση, στην οποία συζητούμε με αφορμή το βιβλίο αυτό. Έτσι επιτυγχάνουμε να υλοποιούμε ξανά ένα βασικό στοιχείο της κοινής σχολικής, εφηβικής μας ηλικίας. Μπορείτε να δηλώνετε συμμετοχή χρησιμοποιώντας το σχολιασμό των αναρτήσεων.

Βράδυ. Ένα μικρό φως ταλαντεύεται για λίγο στο σκοτάδι. Κύματα οι διαβάτες στην προκυμαία. Σε λίγο η πανσέληνος διαχέεται στην ακροθαλασσιά. Γυμνή νυκτωδία σωπαίνει τη πλάση. Σα φιλί άλλης εποχής. Σιωπηλό, έντιμο, βέβαιο για τη δύναμή του. Άξαφνα, ένα ανθρώπινο χέρι γράφει :

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Ο έρωτας ως βιωματική υφή

Το πρώτο ενιαίο πεζό κείμενο γραμμένο με λέξεις κι από τρεις περιόδους της Ελληνικής Γλώσσας : Αρχαία, Βυζαντινή, Νεοελληνική)

Αναμφιρήστως, ακρώρεια κι ακροθίνιον των συνειρμών περί του έρωτα συνιστούν τρεις βασικές προϋποθέσεις : το αυτεπίτακτον, το εθελόθυτον και το εθελότρεπτον. Γιατί ο έρωτας είναι κέλευθος και οικειοπραγία. Ένα συναισθηματικό βίωμα πανταχηκινητικόν.
          Ως εγγενές και άπεφθο φυσικό αίσθημα, ο έρωτας γεννιέται θελξίπικρος μα και όβριμος. Η αφορμή σπανίως καταγράφεται και το θέμεθλό του είναι πάντα προς αναζήτηση. Έτσι, ως τέτοια πραγματικότητα καθίσταται ελέγξιμη πάντα κατά προσέγγιση.
          Χαρακτηρίζεται μάλιστα, συχνά, από αμετροέπεια ή ανθρωπιστική χοντράδα. Καθώς κυριεύει κι ακραγγίζει  τα ανθρώπινα πρόσωπα, ασκεί σε αυτά μια τυχοδιωκτική απληστία κι επιζητά την ανταπόκριση. Κι ασφαλώς, η εσχατολογία του είναι πάντα ειδυλλιακή.
          Για να εγκατασταθεί όμως στη διαχρονία της ζωής και στην όμορη μοίρα δύο ανθρώπων, χρειάζεται ο καθένας να αντιλαμβάνεται και διά της Λογικής και διά της Συναισθηματικής εμβάθυνσης πως :

          α) ερωτεύεται το συγκεκριμένο του άλλου

          β) κατανοεί την αλλότρια αγολαγνεία

          γ) επιχαίρει την αρσενική ή θηλυκή ιδιαιτερότητα

          δ) βιώνει ως πραγματικότητα και ως ύπαρξη την απουσία

          ε) περιορίζει τη φιλομυθία του για το έτερο παρελθόν

Τότε καθίσταται καθείς έτοιμος να συμμετέχει στο χαρίτερπνο της ερωτικής συνεύρεσης ν υθμ κα λόγ κα ρμονί. Όπως δηλαδή και στις πιο έντεχνες εκφάνσεις της απλής αλλά, παράλληλα, αυθεντικής υποβόσκουσας αλήθειας.
Κι ας σημειωθεί ακόμη ότι πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο η υλόφρονη και χαμαίζιλη ατομική νοοτροπία. Αφού ο έρωτας είναι συμβιβαστικός κι ενδοτικός. Λογοκρατεί μάλιστα στο επιθυμητικόν ή στο θυμοειδές, απορρίπτοντας τη σύγχρονη συλλογική λογική της αγγαρείας.
          Ως διαλεκτικό συναμφότερο λοιπόν, ο έρωτας ρέπει προς το συνέρημο και προς την αντιπροσφορά. Κι είναι συνύπαρξη ψυχική και σωματική δίχως αύξοντα αριθμό φθινούσης νοημοσύνης. Με συγκριτικό πλεονέκτημα προς κάθε άλλο ανθρώπινο βίωμα τη θωπεία και τη συνέκδημη σεξουαλικότητα.
          Ακροτελεύτιο επομένως συμπέρασμα περί έρωτος συνιστούν η επιβεβαίωση της επικοινωνίας και η επανέναρξη της αυτόκεντρης επιθυμίας. Με πρωταρχικό πάντα σκοπό τη δαψίλεια συνεισφορά στο φαντασιακό του συντρόφου, που τον βοηθά με την αρωγή της να μην ακρωτηριάζεται ούτε και να αναιρεί την προσωπικότητά του. Γιατί τελικά, ο έρωτας πραγματώνεται ως μέγιστος λόγος ύπαρξης στα χείλη της απεραντοσύνης ή ως τα των αποκρισιαρίων αποτελέσματα που διαβιούν πανταχόθεν έστω κι απροσδιορίστως διά της κοινής λογικής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2019

The important meaning

A warm silence travels
our dreams

A deep thought carries
our feelings

A perfect word translates
our future

Just like a gentle kiss
that needs our looks

Just like a real touch
that loves our reading

Just like a new thought
that burns our leaving

Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2019

Πείσμα στην άκρη του βλέμματος


          Διαφορετική εκδοχή είχαν γευτεί τα μάτια του, όταν το βλέμμα της απέσπασε από τον ορίζοντα τη μεσίστια συναισθηματική σημαία της καρδιάς του. 
         Και καθώς απουσίαζε κάθε τρίτη παρουσία προσώπου, έμενε μόνο η απλοϊκή μαρτυρία των ηλιαχτίδων του Μάρτη να επιβεβαιώνει το μεταίχμιο πραγμάτωσης κι απουσίας της αγάπης.
        Αφού ακόμη και οι φαντασίες των δύο προσώπων αδυνατούσαν πλέον να στεγάζουν το παραλήρημα των πόθων τους.
        Ώσπου την τρικυμισμένη αγάπη τους ανακάλυψε ένας παροδικός συγγραφέας, ο οποίος αντιδρώντας στην αισθητική της γόνιμης απουσίας παρενέβη αναγράφοντας στο χαρτί την επόμενη εκδοχή της ένωσής τους.
        Κι όταν ο λόγος έχει ήδη γραφεί, είναι απλό θέμα χρόνο να υλοποιηθεί το πηγαία πείσμα μιας αγάπης που αρνείται το τέλος της.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Η απάνεμη γραφή

Μόνο το φως του δειλινού
βάφει τις μνήμες της

Μόνο ο ήχος του πρωινού
ηχεί στα όνειρά του

Μοναδική η γραφή
που φεγγίζει τα πάθη της

Μοναδικός ο χορός
που ανασαίνει τα χείλη του

Μαζί στο άσαρκο μέλλον
που γυμνάζει τις αισθήσεις

Μαζί στο καινούριο παρόν
που φτερουγίζει γλυκά παντού

Μία στιγμή και τα χέρια
ενώνουν τις ανοιχτές καρδιές

Έξω ο άνεμος υμνεί
τη γραφή των καινούριων χαδιών

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Γυναίκα της Άνοιξης

Τα μάτια της
είναι χρυσαφένια όνειρα
που ενσαρκώνονται τις νύχτες

Τα χείλη της
είναι κατακόκκινες μνήμες
που πάλλονται γλυκά στο φως

Τα μαλλιά της
είναι μεταξένια χάδια
που υμνούν τρυφερά την αγάπη

Τα χέρια της
είναι αέρινοι κυματισμοί
που μορφοποιούν την αυθεντικότητα

Στις ακρογιαλιές
των θηλυκών ονείρων της
γεννιέται σαν κορίτσι η Άνοιξη της νιότης

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2019

The dusty mirror

Summer's evening. In a small room of an old house there is a window to the sea. Right around the corner an old bed covered with a white sheet. Opposite, below the large dusty mirror, an old commode. Upon this an unlit candle. Darkness. A woman, young and beautiful, with white dress, is lying in bed. Quiet. Ten seconds after the opening scene, a strip moonlight light the room. Twenty seconds later heard the voice of the narrator.

Narrator: Then, the day showering in the sun on the sand and the sand was golden summer a wet caress your body. Then you had two breasts red lips and love in the sunbeams. I remember you were barefoot, dressed in a smile of immortality. A neat person indivisible. We must remember the blue skies that remained speechless by your presence damp. Then, the day and a random check was a touch of eternity.

[Pause for ten seconds. The beautiful woman opens her eyes. Lift and sits in bed with the person to the public. For a while, silence. Then the narrator continues the monologue.]

Narrator: Remember too that the words you whisper had an old fisherman with a white beard? He said he knew a lot. How many had seen in his life. But nothing like your eyes. Your eyes, said - is like the depths of the sea. Swayed by the same smile. Deep inside them discover a coral and dreams of naked lights on. Your eyes, he said, is the very vastness. The blue horizon.

[The woman hears the words. Lifts her hands. Brings her face with a gentle motion females. Slightly touches eyes. For a while only. Then download her hands. It seems that she would like to speak. To speak to an unknown voice is heard from the sea and caressing her existence. Her lips, however, seem to refuse. She abandons the effort. She hears again the voice of the narrator says.]

Narrator: And the young one with strong backs and torn from the
saltiness lips are mindful of him? He sat for hours on the high rock and stared with wide eyes, as if you were a miracle. An unexpected summer miracle. Do you remember what he wrote some afternoon in the sand? Those words do not wave the sunset never extinguished?

"Love has the shape of your shadow"

[Pause for thirty seconds. The woman gets out of bed. She walks up and down inside the room. She is barefoot. Her white legs shining in the moonlight. A smile spread on her lips. Almost stopped in the middle of the room. She hears again the narrator speaks. Voice of the urge now.]

Narrator: In the dialog going. Stand there, next to the glass. Look out. What a beautiful moon. What female moon tonight!

[She goes and stands opposite the window. She looks outside. Scanning the horizon, the vastness of the lonely celestial light. The voice of the narrator continues, louder now.]

Narrator: Look, look at the moon. It’s brightest from sunset. The light gild your hair. You know the nights that the glass breaks sometimes. For more comfortable passing the large silver glimmer of the moon and bathe your face beautiful.

[Short pause. She continues to look outside. Raises her left hand and touches the glass with her hand. It touches the glass, as it touches a person, as you touched the moon. As touching the caresses of lovers. The narrator speaks again.]

Narrator: You know we all look at you. The moon. Silence. The shells are still caught in your hair. And with the relentless love of benevolence. Also, the breath of the sea. The whole world is focused on a look of admiration on you.

[The young woman suddenly leaves the window. Began again to come and go in the room. At times, spreads her hands, as if it were to embrace a child. The voice is heard again.]

Narrator: You know how the world embrace you. The whole creation in a gentle caress your alabaster chest. Woman's love, woman of moon’s dreams, everyone would like to know your name. This hidden secret. This intoxicating secret moonlight.

[Pause twenty seconds. She tries to speak again. This time the lips open. Still without uttering a single syllable. She then abandons any attempt to speak. Do what the voice of the states.]

       Narrator: The candle. The candle on the nightstand. You must lit it. I want to see the name I want to come out in the mirror.

[The woman does. She goes to the nightstand, opened the drawer and removes a box of matches. Light up the candle. Outside the moon is covered by clouds now. Now, only the light of the candle lights in the darkness. There is complete silence. The woman standing motionless in front of the old commode. Higher up above it is hanging a mirror. The woman lifts her head to confront her idol in the dusty mirror. She sees then formed in the dust on the mirror a woman's name. And she sees the world with her name: Cloud the looks and smiles. Opens lips and finally pronounces. Pronounce her name in the vastness of the small room. Soon the moonlight again invades the room, more intense now. Now everyone knows. The secret was lost. Outside, the sea is now calm. The voice is not heard anymore. Now it sounds just the breath of the woman.]
Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 8 Φεβρουαρίου 2019

The principle of writing


The script started from her hands. From the gentle hands of the girl with blue eyes. In fact, started from the fingertips of his right hand.
To celebrate the indescribable beauty of words poured in thin veins, bloody words, love words, words, unexpected, silent words about the world, about love, for the cheerfulness of things.
And began to climb towards the shoulders of nude dreams. Dreams that cause perpetual birth of writing. Dreams flesh poem pinned to the presence of life. Dreams naked twinkle in the darkness of daily life.
And then the words have gone. They painted her neck with seasonal flowers in spring colors and came on her lips which gave full tender kiss vastness.
Words on her lips, her eyes words, words everywhere on her face.
Words of desire for the girl's desire. Matching words in her life.
Words that are written just for her in the window of love. In the backdrop of dreamy nights of silence.
And the pretty face, the words went to the heart and penetrated deep into the writing of a new scenario of eternal summer. The scenario of a stroke that does not allow any silence to silence.
Words flowing river in the divine feet of future gazing. Words dancing in the ocean waves of long hair. Words rain watering the joy of friendships, her embrace of night love. Words that beautify her beauty.
The words that she writes the paper's life and have something out heady aroma, something of the certainty of physical feminine eyes, a powerful kiss that rises to the dreams of boys.
The tireless words, the tireless writing the agreement and disagreement, the silence, wandering in the body, their eyes encountered her own in a play of light.
The girl is the dream girl of bare, unprotected of words.
The words of those who were born and waiting for the order or the request of.Of words that fall in love on her face and eyelids to thrive as the ultimate love, like love that weaves the veil of femininity.
Of words spoken from the lips of the girl with blue eyes until the end of the world.
Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 1 Φεβρουαρίου 2019

The naked look of writing


All stories are realized in places uninvited, endless. The writer starts from the intimate immensity, the embarrassment of thought to incarnate word.
And time is always the elusive light of silence. So, writing somebody realizes the path to the lack of love.
This is, of course, a recurring creation. In particular, it is thought that hatched, the words that follow, the words that mate, the words that escape from the open heart.
The look remains pinned, puzzled brief idea of chastity. The look once strays from his lips.
The look is nude. Words are naked. And then, suddenly, silence speaks, feels, experiences, negates promises, falls creates.
The whiteness of the paper succumbs to excess, indulging in stroke.
The text breaks, soul stirred. Nothing resists, cast all joints on the edge of reason.
People internalize without secrets. Like love, like the original silence as the austere beauty before experiencing loneliness east infuser infinity of thoughts.
Then the silence is the end, the naked, the unprotected eyes of writing.
It happens. A text with authentic life immensity, a text that extends till the sunrise of a barefoot wandering. Text stutters the gross shape of the importance of the initial words. Text of writing that writes happening, an act of the writer who writes his lips and announces his desire to light another verbal creation.
On the verge of life, at the turn of the light at the intersection of writing passion waves life grows occult and steep edge of thought which flows at the foot of the narrative, on the outskirts of a poetic verses test for the first time in the world smiling.
Then the new writing is always a new text with unripe lips, naked in the writer’s eyes and naked at the first innocent look towards the darkness of the birth of art.
And there is no time no space. The components of the text still remain to be discovered, everything to win, such as the blue vastness of emotion.
For no apparent reason wearable light eyes, writing activates the process of reading and then the lonely process of imagination.
The naked gaze falls on the sense that the other authority and ultimately brings another life.

Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 25 Ιανουαρίου 2019

The return of love


It had dawned, when the thought of returning born in his soul.
It was a return almost imperceptible, which will catch the eye of the girl and would look paired with the boy.
With this thought be transformed into dreamy image in his eyes, the boy opened the door of his house and started walking toward the one he had seen in his dreams or thought he had seen or that for years defined the vastness his love.
Moments earlier the girl with black hair had already begun seeking the creation of a human story without end.
Love itself as a vibrant feeling mutual inquiry, preparing the principle of a shared history beyond reason, beyond any resemblance to other human history.
Because happen these two kids to ignore that in reality were implementing the story which one anonymous writer had already written in his lonely notebook.
And when their looks met for the first time that day, a sweet breath reconnecting looks like overtaking the two children.
Not once wondered how did not happen to know each other.
As the power of love whitch is born admits o no reasonable explanation.
As the day crossed the ordinery love of the looks of their love, a kiss descended from sunlight and like dedication has sealed their first public kiss.
Then many people in different parts of the world viewed while two stars are joined by emitting both love light was visible as a second sun.
It was the sun of love.
It was the same that the old love of children, which is beyond any ordinary natural law was no longer able to unite children in a common life, in which past , present and future matching .
With their lips sealed even the girl raised her hand and wept by the sun love by sending a supreme glimmer of warmth in the imagination of everyone.
The smile that sealed the lips of the boy was the clarity of the light, which will forever protect their love.
And when the sun reached the daily setting of the heavenly ride the two children greeted the beginning of the night with a song about the return of humanity in their lives.

Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Η πρώτη κοινή ανάσα


          Συμβαίνει προς τα τέλη του μεσημεριού λίγο μετά το πέρας του πρώτου μισού του χειμωνιάτικου σώματος.
          Μιλώ για τη γραφή που αναδύεται στο φως από την ενανθρώπιση των άυλων σκέψεων.
          Για τις στιγμές εκείνες που οι λέξεις συναντώνται για πρώτη φορά στην υλική κατεύθυνση της πρωτόλειας αναπνοής τους.
          Αφού το βλέπετε κι εσείς πως, όταν οι λέξεις συνενωθούν κι αποτελέσουν το πρωτογενές κείμενο μιας ενσάρκωσης στα χείλη, τότε η αυθεντικότητα μιας κοινής εμπειρίας δημιουργείται συνταράσσοντας κάθε υλοποίηση γραφής.
          Πρόκειται γι’ αυτό που και τώρα συμβαίνει μαζί μας, καθώς με αφορμή ετούτη τη γραφή μία ανάσα φιλίας ανασαίνει βαθιά, απλώνοντας στο μέλλον την πιο ευγενική αναγέννηση των συναισθημάτων.
          Και μοιάζει όμοια μ’ εκείνη την παλιά ανάσα, η οποία κάποτε κύλισε ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων, οι οποίοι ενδέχεται να μην είχαν ποτέ τους πριν ούτε την παραμικρή επαφή.
          Αλλά από τότε υπάρχουν μαζί στην πιο όμορφη θάλασσα της φιλίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Το φόρεμα


          Βροχερό πρωινό. Ακριβώς τη στιγμή που δύο ηλιαχτίδες προσπόρισαν τη χθεσινή σιωπή.
Ήρθε. Χαμογελώντας όπως πάντα. Κρατούσε στα χέρια της με πάθος ένα φόρεμα. Το φόρεμα που έντυνε τα όνειρά της έναν ολόκληρο μήνα.
          Το άγγιζε, το βίωνε, σα να επρόκειτο να το φέρει στην πιο ιδεώδη στιγμή του μέλλοντος. Ήταν στα χέρια της. Το φόρεμα με τη γαλανή επιθυμία των ματιών της.
          Θα έπρεπε να περπατήσει γυμνόποδη στην άμμο φορώντας μόνο αυτό. Θα έπρεπε φορώντας το να γίνει το αμμουδερό ιχνογράφημα κάθε αγάπης, κάθε προσδοκίας, κάθε ερωτικού κυματισμού.
          Γυμνή από κάθε αρνητικό συναίσθημα και η ίδια, γυμνή μέσα στη γυμνότητα του φορέματος.
          Κι εκεί, στην άκρη της θάλασσας, θα ήταν επιτέλους έτοιμη να αντιπαρατεθεί με τον ήλιο.
          Μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο φυσικές ομορφιές. Μια αναμέτρηση ανάμεσα στις λέξεις που περιγράφουν την καθεμιά τους.
          Μια αναμέτρηση της ομορφιάς με την ομορφιά.
          Κι όταν τα χρώματα του δειλινού θα έβαφαν τον ουράνιο καμβά, δε θα υπήρχε τίποτα στον κόσμο, που να μπορεί να αντισταθεί στο λιόγερμα του φορέματος με το γυμνό αλαβάστρινο κορμί.
          Καθώς έτσι γίνεται, όταν η ζωή ενδίδει στις λογοτεχνικές εκδοχές της ομορφιάς.
          Κι είναι τότε που η θάλασσα ενδυναμώνει το παραλήρημά της κι υποδέχεται στη γλαυκότητα των κυμάτων της το άγνωρο, το πρωτότυπο, το μοναδικό.
          Δεν υπάρχουν τότε λέξεις, δεν υπάρχουν φωτογραφίες, που να αντέχουν να αποδώσουν την τελειότητα ενός κορμιού που αγναντεύει το μέλλον τρέχοντας στην άμμο του καλοκαιριού.
          Κι η πλάση ξαναβρίσκει την πίστη της στην ομορφιά. Και χαμογελώντας στα χείλη του ανέμου της χαράζει φιλιά στο θηλυκό κορμί και κεντά με δάκρυα χαράς το φόρεμα που τόσο πολύ είχε επιθυμήσει να το επιθυμήσουν.
          Το φόρεμα που η κοπέλα κρατούσε ένα βροχερό πρωινό με τη βεβαιότητα της εφηβείας.
          Το φόρεμα που επρόκειτο για λίγο να στολίσει μία ντουλάπα με τα όνειρά του, πριν ξεχυθεί στο θηλυκό σώμα και συνοδεύσει στην άμμο τα γυμνά του βήματα, τις γυμνές του λέξεις και τα ερωτικά βλέμματά του στον ήλιο.
          Το φόρεμα που θα έπαυε να είναι ένα απλό χρηστικό αντικείμενο και θα γίνονταν ένα με τη θηλυκότητα που το επέλεξε ανάμεσα σε τόσα άλλα.
          Γιατί είναι γραφτό, ένα αντικείμενο πάντοτε, μία λέξη μόνο, ένα βλέμμα, ένα φιλί να υπερβαίνει τα ανθρώπινα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Ο ρεμβασμός των αισθήσεων

    Είναι εκείνη. Και το φως. Είναι η κοπέλα της ανυπέρβλητης αγάπης. Η κοπέλα που αγνοεί τον άνεμο, η κοπέλα που φαντασιώνει τον ουρανό. Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα μέσα στο χρυσάφι του κίτρινου φωτός. Τα μάτια της είναι ερωτευμένα με την απεραντοσύνη του φωτός. Έξω η θύελλα αποκοιμήθηκε μαζί με τον άνεμο. Η θάλασσα είναι μακριά. Στους δρόμους άρχισαν να περνούν οι διαβάτες.
   Από τότε που έρχεται εκείνος, ο άγνωστος εραστής της, κάθε νύχτα η κοπέλα βγαίνει στη βεράντα. Κοιτάζει. Κοιτάζει το φως του φεγγαριού, κοιτάζει τους διαβάτες με την υπεροψία μιας λήθης, μιας διαρκώς απεγνωσμένης επιθυμίας που επρόκειτο να πραγματωθεί. Όταν εκείνος έρχεται, αρχίζουν να κλαίνε μαζί. Τα κορμιά τους τραντάζονται από τους λυγμούς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουν πιει. 
   Εκείνη είναι κοντά του, σχεδόν τον αγγίζει. Αγγίζει αυτόν τον άγνωστο εραστή που αρνείται να ονομάσει. Δεν του δίνει κανένα όνομα, γιατί μόνο έτσι δε θα τον χάσει ποτέ της. Άλλωστε, πάντα αναρωτιόταν, γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ονομάζουν τα πάντα.
   Ζουν μία ευτυχία που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ως τότε. Την ευτυχία να είναι μαζί μπροστά στην ακίνητη καταιγίδα του ηλιακού φωτός. Και να μπορούν να κλαίνε ή να γελάνε. Εκείνος θα ήθελε να τη δει να κλαίει πολύ, υπερβολικά, όπως κλαίει κι αυτός. Θα ήθελε να βγαίνουν λυγμοί από τα κορμιά τους, χωρίς να ξέρουν γιατί. Θα ήθελε να κάνουν έρωτα χωρίς να ξέρουν γιατί, χωρίς να δεσμεύονται από κάποια ιδέα έξω από την ιδεατή γη της ένωσής τους.
   Κλαίει κι εκείνη μαζί του και ταυτόχρονα γελά με αυτό που της ζήτησε. Γιατί ανακαλύπτει ότι δεν έχει κλάψει πολύ στη ζωή της ως τώρα. Χρειάστηκε να συναντηθούν, για να μπορέσει να το κάνει. Του λέει ότι τώρα που μίλησαν για το κλάμα, δεν είναι πια τόσο άγνωστοι ο ένας στον άλλον.
   Η κοπέλα ξαπλώνει κατάστηθα στο πάτωμα, Κλαίνε και πάλι μαζί. Κλαίνε όπως θα ερωτευόντουσαν. Εκείνος της λέει ότι αυτό τον βοηθά να αντέξει την παρουσία της στο δωμάτιο, να αντέξει στην ιδέα ότι μία γυναίκα ταυτίζεται στα μάτια του με την ομορφιά.
  Έξω, το φεγγάρι αναζητά ήδη τον καλύτερο εαυτό του και η κοπέλα σφαλίζει τα μάτια έχοντας στο όνειρά της τα χείλη του. Η κοινή ζωή τους ανασαίνει ξανά. Τα μάτια της πάλλεται στις αντανακλάσεις των βλεμμάτων του.
   Η κοπέλα βιώνει το πάθος, την έκσταση, το φως, την υπερβολή του έρωτα. Το σώμα της είναι πια η νησίδα του φεγγαριού. Έγινε ένα με τον ουρανό, με την πανδαισία των ονείρων της, με το απροκάλυπτο φως των μύχιων αισθήσεών της. Το γνωρίζει πλέον πως η φυγή δεν αποτελεί τη λύση του έρωτα. Εκείνος αγγίζει τα χέρια της με το πλέον ανεξίτηλο βλέμμα του. Η κοινή ζωή των ονείρων τους αρχίζει ακριβώς τη στιγμή του πρώτου φιλιού τους. Η γραφή είναι πια το κοινό μέλλον τους.

Γιάννης Πολιτόπουλος