Πεζογράφημα

Όλες οι ιστορίες πραγματώνονται σε χώρους απρόσκλητους, απέραντους. Ξεκινά κανείς από την ενδόμυχη απεραντοσύνη, από την αμηχανία της σκέψης να ενσαρκωθεί λεκτικά. Γιάννης Πολιτόπουλος

Επιμύθιο

Λογοτεχνική γραφή είναι η εκφραστική αποτύπωση, με την οποία ο συγγραφέας αναδημιουργεί τον κόσμο εντάσσοντάς τον στις λεκτικές ενσαρκώσεις των νοημάτων του. Γιάννης Πολιτόπουλος

The winner of the March 2011 VoicesNet Writing Contest is "The Look of the Rain", a short story by Yannis Apostolos Politopoulos of Greece.


Βράδυ. Ένα μικρό φως ταλαντεύεται για λίγο στο σκοτάδι. Κύματα οι διαβάτες στην προκυμαία. Σε λίγο η πανσέληνος διαχέεται στην ακροθαλασσιά. Γυμνή νυκτωδία σωπαίνει τη πλάση. Σα φιλί άλλης εποχής. Σιωπηλό, έντιμο, βέβαιο για τη δύναμή του. Άξαφνα, ένα ανθρώπινο χέρι γράφει :

Τετάρτη, 11 Ιουλίου 2018

Το στιγμιαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.
          Η σκέψη του αγοριού τρέχει. Το χέρι δεν προλαβαίνει. Τα όνειρα προβάλλονται πια στο φως σε άλλη γλώσσα, πιο ερωτική, πιο βέβαιη για την επικείμενη ένωση δυο εφήβων.
          Το αγόρι παραδίδεται ολοκληρωτικά στις φωτεινές ακρογιαλιές του κοριτσίστικου βλέμματος. Ο ερωτικός μύθος γεννιέται πια στη διασταύρωση των βλεμμάτων τους.
          Το αγόρι απλώνει το χέρι του στο κορίτσι. Ονομάζει την κίνησή του γυμνή ενόραση του πόθου. Είναι η φράση που ονομάζει για πρώτη φορά την τυχαία συνάντησή τους. Είναι η φράση που ειπώνεται δημόσια καταγράφοντας έτσι την επιβεβαίωση της κοινής τους μοίρας.
          Κάποιοι άνθρωποι γελούν αμήχανα. Άλλοι ζηλεύουν. Άλλοι υποβαθμίζουν τη γέννηση του έρωτα στο κοινό βλέμμα των εφήβων, καθώς δεν κατανοούν πως γίνεται δυο έφηβοι να υπερβαίνουν τη δική τους πεζότητα, τη δική τους κενότητα, με ένα και μόνο βλέμμα.
          Το χέρι του αγοριού φτάνει στην ανοιχτή παλάμη του κοριτσιού και εισέρχεται στη θηλυκή της αγκαλιά. Το κορίτσι εσωκλείει στην παλάμη του το χέρι που πρόκειται να θωπεύει τα όνειρά του.
          Το χέρι του κοριτσιού έχει μια μικρή γρατσουνιά ακριβώς εκεί όπου αρχίζουν τα δάχτυλά του να ξεχύνονται προς την απεραντοσύνη μιας ατέλειωτης λευκής θηλυκής επιδερμίδας. Είναι η μικρή γρατσουνιά που ομορφαίνει το τυχαίο της συνεύρεσής τους, το μικρό αυτό σημείο του κόσμου που προκαλεί με τη φυσικότητά του το φιλί.
          Το αγόρι δεν αργεί. Δεν μπορεί άλλωστε να αντισταθεί σε αυτή τη θηλυκή ρωγμή που προκαλεί τα χείλη του. Έτσι, το κάνει. Ανασηκώνει το χέρι του κοριτσιού και το φέρνει στα χείλη του χωρίς ακόμη να κοιτάζει το κορίτσι στο πρόσωπο. Κι εκεί, πάνω στη μικρή γρατσουνιά φιλά με απέραντο πάθος τον ίδιο τον έρωτα, την ίδια τη μυστική ζωή του έρωτα που γλαυκώνει με τον απαλό κυματισμό του τα στήθη του κοριτσιού που φουσκώνουν από αναμονή.
          Όλα πια πραγματώνονται άνευ ορίων, χωρίς χρόνο, δίχως χώρο, στην άκρη ενός τίποτα που για πρώτη φορά αποκτά αμμουδιά κι αναμένει την αυγή. Δεν υπάρχουν πια μέρες ούτε νύχτες. Τα πάντα είναι άχρονα, μοιάζουν αιώνια κι είναι μυθικά αναλλοίωτα.
          Μια τρυφερή αγκαλιά διαδέχεται το φιλί του αγοριού. Το κορίτσι χάνεται μέσα στο ανοιχτό πουκάμισο του αγοριού. Κλείνει τα μάτια του και του λέει πως δεν ήξερε ποτέ μέχρι εκείνη τη στιγμή πώς να κοιτάξει ένα αγόρι. Του λέει πως έψαχνε για ένα αγόρι που θα είχε κλειστά τα μάτια του και θα ονειρεύονταν ό,τι δεν ονειρεύτηκε ποτέ του.
         Κι ύστερα του λέει πως νόμιζε ότι την είχε ξεχάσει ο έρωτας, ότι είχε προσπεράσει το βλέμμα της χωρίς να αγκιστρωθεί πάνω του έστω για λίγο. Πως ένιωθε να προσκρούει στα βλέμματα των άλλων όπως οι στάλες της βροχής που χτυπούν τα τζάμια και ρέουν προς το τέλος του κόσμου, προς το ταξίδι της επιστροφής τους στο σώμα της αρχέγονης γης προς την οποία ταξιδεύουν πάντα τα δάκρυα του ουρανού.
Το αγόρι ακούει την τρυφερή, τη μύχια εξομολόγηση των χειλιών της και τη σφίγγει στην αγκαλιά του. Την αισθάνεται, τη βιώνει την κοπέλα αυτή που ζωντανεύει το είναι του. Και κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή ανταποδίδει τη λεκτική προσφορά. Της χαϊδεύει τα μαύρα μαλλιά και λέει πως την κοιτάζει, πως του είναι αδύνατο να μην κοιτάζει μια τέτοια φυσική ομορφιά. Γιατί συμβαίνει εκείνη να είναι πολύ όμορφη στα μάτια του. Συμβαίνει να είναι ντυμένη μία ομορφιά ανεκδιήγητη, μία ομορφιά ανείπωτη, μία ομορφιά απλή κι οριστική κάτω από το βλέμμα του ορίζοντα.
Τίποτα άλλο δε συμβαίνει ανάμεσά τους εκτός από τον έρωτα που λύνει τη σιωπή του στην τυχαία συνάντησή τους.
Μέχρι τη στιγμή που ένα στιγμιαίο, ένα φευγαλέο δάκρυ ξεχύνεται από τα μάτια του κοριτσιού και επιβεβαιώνει τον πόθο των λέξεών τους.
Τότε, το αγόρι σκύβει και φιλά το δάκρυ που κυλά στο πρόσωπο του κοριτσιού. Το φιλά όπως θα φιλούσε την ίδια τη ζωή.
Η πράξη του αυτή είναι ήδη κάτι περισσότερο κι από τον έρωτα ακόμη. Είναι η απαρχή μιας όμορφης ιστορίας κόντρα στις επιθυμίες της εποχής που θέλει όλα να πραγματώνονται με την τεχνητή αλλά άτεχνη βοήθεια της τεχνολογίας. Είναι η αρχή της κοινής τους ύπαρξης, της κοινής τους μοίρας, αυτής που θα τους ανυψώσει πάνω από την επιφανειακή γελοιότητα του κόσμου των μεγάλων. Για τώρα, για πάντα, για όσο δηλαδή διαρκεί ο έρωτας πριν με απλές ανθρώπινες πράξεις μετουσιωθεί σε αγάπη. Στην αγάπη ενός αγοριού κι ενός κοριτσιού που με την αγνή αγκαλιά τους ομορφαίνουν τη ζωή και πάλι με ένα χάδι, με ένα φιλί, με ένα δάκρυ, με ένα βλέμμα, με ένα ποίημα και λίγες στάλες σιωπής, με ό,τι δηλαδή διαθέτουν οι άνθρωποι, για να καθίστανται αθάνατοι χιλιάδες χρόνια τώρα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

2 σχόλια: