Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Before the beginning

Everywhere
in the universe

Everywhere
in the unknown

There is
a living silence

There are
all the dreams
waiting for the end
of the beginning

Between the universes
exist ourselves
together like a new universe

Yannis Politopoulos

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η λέξη που ταξιδεύει

          Με τη βεβαιότητα μιας συνεχούς, αδιάκοπης σχεδόν, εναλλαγής στα ποικίλα ανθρώπινα χείλη η λέξη αυτής της ιστορίας αρχίζει την περιπλάνησή της.
          Τη λένε ενόραση κι αποτολμά να πηγαινοέρχεται σε όλα τα ανθρώπινα χείλη. Γιατί είναι η ίδια το πηγαίο νόημα μιας άμεσης γνώσης δίχως καμία αναγκαιότητα επεξεργασίας.
          Πρωταρχικά ταξιδεύει στα χείλη μικρού παιδιού που την προφέρει κι ας μη γνωρίζει ακόμη με πλήρη ακρίβεια το νόημά της.
          Έπειτα προστίθεται στα χείλη εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, κι εκεί ενεδρεύει για την πιο πηγαία ανθρώπινη ενασχόληση, αυτή της φιλίας.
          Κατόπιν, από τα χείλη ενός φοιτητή εκκινεί τη διαδικασία γραφής ενός ποιήματος.
          Κι όταν το ποίημα καταλήγει στη σκιά του βλέμματος μιας νεαρής γυναίκας, τότε μορφοποιεί ένα ολοκαίνουριο είδος αγάπης.
          Για να μεταβληθεί αμέσως μετά σε απάνεμη παραλία μιας μεσήλικης αγάπης, τόσο ισχυρής όμως που μπορεί να αναδεύει τη σημαία του εμβρόντητου ερχομού.
          Καθώς η ίδια η λέξη ενηλικιώνεται ασταμάτητα παρατηρώντας τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που τη συνιστούν, να προορίζονται για το ίδιο το ατέλειωτο ταξίδι των άπειρων εκδοχών της ζωής.
          Διότι η λέξη αυτή αποκαλύπτει κάθε μέρα στα μικρά παιδιά που διαβάζουν, πως οι εκδοχές της ζωής είναι αδύνατο να μετρηθούν με την πενιχρή δύναμη των αριθμών.
          Αφού και οι αριθμοί μία άλλη εκδοχή της απεραντοσύνης είναι.
          Απομένει τότε το κενό, το οποίο κι αυτό ως λέξη επιχειρεί τον εμπλουτισμό του με την ενεργοποίηση εκείνου του άυλου αισθήματος, το οποίο τα ανθρώπινα χείλη καλούν έρωτα.
          Η ενόραση λατρεύει άλλωστε και το κενό όπως και κάθε πιθανή μορφή αυθύπαρκτης εκδοχής ζωής.
          Διότι το ταξίδι της λέξης αυτής, όπως κι όλων των λέξεων – ειδικά της Ελληνικής Γλώσσας – , αποτελεί ένα πηγαίο δάκρυ αναζωογονητικής ενθάρρυνσης  του αγώνα της ανθρώπινης σκέψης.
          Και να που οι λέξη ενόραση έφτασε στα χείλη μου. Στα χέρια μου κι από εκεί στη σελίδα της γραφής, η οποία σύντομα θα γίνει οπτικό φιλί στα μάτια των αναγνωστών.
          Ώστε να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του αέναου της επικοινωνίας, όπως η ίδια η ένσαρκη δημοσίευση των σκέψεων που δημιουργούνται στα ενδότερα κάθε ψυχής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος