Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Το δαχτυλίδι του δειλινού

Πρωταγωνίστρια στη ζωή των πιο γαλανών ονείρων, η κοπέλα γεννήθηκε στις απαρχές του αιγαιοπελαγίτικου καλοκαιριού που της χάρισε εκείνο το πληθωρικό χαμόγελο που διαρκώς απλώνεται στα χείλη της σαν ικεσία μιας ομορφιάς που μεγαλώνει κάτω από τη σαγηνευτική παρουσία των ματιών της.
Και συμβαίνει κάθε χρόνο στη γενέθλια ημέρα της ζωής της η κοπέλα να ταξιδεύει με όλα τα μέσα που η προηγούμενη Άνοιξη της έχει εμπιστευτεί. Μόνο σ’ αυτήν. Στην εκλεκτή της άνοιξης.
Συμβαίνει να ταξιδεύει στην πλώρη του μοναδικού αβύθιστου καραβιού που κύλισε ποτέ στα θαλασσινά όνειρα των παιδιών τη στιγμή που μεταβαίνουν από την παιδικότητα στην εφηβεία.
Κι επειδή η κοπέλα είναι μοναδική, το απρόσκλητο, το τυχαίο επισκέπτεται συχνά τη ζωή της. Μια ζωή αληθινή, εσωτερική, ονειρική και πολύ ενδιαφέρουσα.
Μια ζωή που από την πρώτη ανάσα που χαράχτηκε στα χείλη της κοπέλας περιελάμβανε ήδη το απρόσκλητο, το πρόθυμο της φαντασίας όνειρο που επιθυμεί να ενσαρκωθεί στις σκέψεις και στις πράξεις της.
Έτσι το όμορφο τυχαίο γεγονός διάλεξε η κοπέλα, για να συμβεί, όπως ακριβώς το πιο ψηλό θαλασσινό κύμα επιλέγει την τέλεια ακρογιαλιά, για να εναποθέσει τα όνειρα, τις σιωπές και τις πιο γόνιμες στιγμές που φέρνει από τα βαθιά της γαλάζιας θάλασσας στην επιφάνεια των προσωπικών γεγονότων.
Καθώς ακριβώς στην επέτειο της γενέθλιας ημέρας της η κοπέλα κατέβηκε στη θάλασσα το απόγευμα και περπατώντας εξερευνητικά, σα να την έσπρωχνε κάποια θεϊκή εντολή, εκεί όπου απολήγουν τα απαλά καλοκαιρινά κύματα, το διαισθάνθηκε πως κάτι εξαιρετικό πρόκειται να συμβεί.
Και πράγματι περπατώντας στην άκρη της θάλασσας αντίκρισε μέσα στην άμμο ένα δαχτυλίδι.
Ήταν ένα όμορφο κι ακριβό γυναικείο δαχτυλίδι. Η κοπέλα έσκυψε και το πήρε στα χέρια της κι ένιωσε πως είναι το κορίτσι της τύχης.
Η πρώτη της σκέψη ήταν να μπορέσει να βρει σε ποια γυναίκα ανήκε.
Όμως όλες της οι προσπάθειες τις επόμενες ημέρες απέβησαν άκαρπες και τελικά το δαχτυλίδι έγινε δικό της και η κοπέλα αποφάσισε να το ονομάσει το «δαχτυλίδι του δειλινού».
Από τότε το κρατά σε ένα όμορφο μικρό κουτάκι διακοσμημένο με κοχύλια και παρατηρεί πως της φέρνει μιαν υπέρλαμπρη τύχη.
Αλλά και το χαμόγελό της πληθαίνει στα χείλη της όπως και η αδιαφιλονίκητη πια βεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις σκέψεις της αποδιώχνοντας κάθε παιδικό φόβο από το μυαλό της.
Δεν ξεχνά βέβαια ποτέ της πως το δαχτυλίδι είναι μόνο η αρχή μιας ζωής γεμάτης ευτυχισμένες στιγμές.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Η ανάγνωση της γραφής

          Θα το διαβάζατε κατά τη διάρκεια ενός ανοιξιάτικου μεσογειακού απογεύματος συντροφιά με το αίσθημα αναμονής που εκπληρώνει τον εαυτό σας.
          Θα το διαβάζατε με την απίστευτη βεβαιότητα που σας περικλείει.
          Βεβαιότητα για το καθημερινό θαύμα μιας γραφής που πραγματώνεται στα ανθρώπινα χέρια υπό την εποπτεία μιας γενεσιουργού σιωπής.
          Με τη διαδικασία της ανάγνωσης να αδιαφορεί για το φύλο σας, όπως αδιαφορεί και τώρα η δική σας ανάγνωση για το ποιοι είστε.
          Όπως δηλαδή συμβαίνει, όταν γράφοντας ή διαβάζοντας τίποτα δεν εγγυάται παρά μόνο την πραγματικότητα της γραφής ή της ανάγνωσης.
          Με τον αυθεντικό τρόπο ζωής με τον οποίο απολαμβάνει κανείς ένα γεγονός που συντελείται μακριά από τα σχόλια που συνήθως συνοδεύουν άλλες εκδοχές της σύγχρονης ζωής, οι οποίες μοιάζουν πιο πολύ με την κινηματογράφηση ενός εικονικού παρά ενός αυθεντικού γεγονότος.
          Θα διαβάζατε το βιβλίο ζώντας το με όλες σας τις αισθήσεις κι αφαιρώντας από το μυαλό και τη σκέψη σας κάθε προϋπάρχουσα αντίληψη για τα πράγματα και την καθημερινή εξέλιξη των γεγονότων.
          Και διαβάζοντας θα επρόκειτο να ανακαλύψετε με τη φαντασία σας την ανάγνωσης μιας γραφής που μπορεί να συντελείται ταυτόχρονα με τη γραφή που περιγράφει την ανάγνωση που συντελείται στα μάτια σας από τη σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος πάνω στο ανοιχτό βιβλίο.
          Γιατί η ιστορία που τα μάτια σας γράφουν διαβάζοντας, είστε εσείς που διαβάζοντας προεκτείνετε τα όρια της γραφής από το αόριστο στο προσωπικό κι έπειτα στο καθολικό ενός λεκτικού σύμπαντος που δεν πρόκειται να εξαντλείται διαρκώς εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις της γνώσης.
          Κι άλλοτε, ένα καλοκαιρινό απόγευμα ίσως θα διαβάζατε το βιβλίο γράφοντας ταυτόχρονα ή σιωπώντας μπροστά στο θαύμα της ανάγνωσης.
          Αφού γι’ αυτό δημιουργούνται αναγνώσεις, κάποτε και πολλαπλές, ενός κειμένου, ανεξάρτητα από το χώρο ή το χρόνο της πραγματικής ζωής που περνά διατρέχοντας τις σελίδες με την ταχύτητα γνώσης που η ίδια ορίζει.
          Κι επρόκειτο διαβάζοντας να επιθυμήσετε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την εισχώρηση του χρόνου του ανάγνωσης στο δικό σας προσωπικό χρόνο που περικλείεται από τις κινήσεις του σώματος και του νου σας.
          Καθώς αυτού του είδους η διείσδυση ζωοποιεί το φανταστικό επίπεδο και ενοποιεί τελικά τη διαδικασία της ανάγνωσης με τη διαδικασία της γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Μικρό ξεχασμένο βιβλίο

          Λιοπύρι ενεδρεύει στην άκρη του βλέμματος του άνδρα, τα μάτια του οποίου έχουν ενθρονιστεί το καταμεσήμερο στην άκρη της παλιάς σπιτικής βιβλιοθήκης.
          Ένα μικρό βιβλίο τραβάει την προσοχή του και προσελκύει τη μεσημεριανή αρμονία της εμβρόντητης ψυχής του.
          Τότε ανταποκρίνεται άμεσα στη συναισθηματική παρόρμηση κι αγγίζει το βιβλίο.
          Μοιάζει περίεργο αλλά το βιβλίο αυτό δεν έχει ούτε τίτλο ούτε συγγραφέα. Ίσως και να μην έχει εκδοθεί ποτέ πραγματικά. Κι όμως είναι τόσο αληθινό στο άγγιγμά του.
          0 νεαρός άνδρας δε χρονοτριβεί καθόλου. Με μάτια διάπλατα το αγγίζει κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει.
          Το βλέμμα του μοιάζει να καίγεται από αγωνία, έκπληξη αλλά κι από απροσδιόριστη χαρά.
          Αμέσως διαβάζει τυχαία :

Τις πίσω, τις ακραίες σελίδες
τις είχε ξεχάσει

Σαν από αμετανόητο μονόκλ
ξανάρθαν στο βλέμμα του

Μόνο που τώρα όλα αφήνουν φως
στην αμεριμνησία τους

Και κυρίως γι’ αυτό οι λέξεις
δεν αρκούν, δεν ολοκληρώνουν το αύριο

          Κι όμως, σκέφτεται σιωπηλά ο άνδρας, αυτό το δίχως τίτλο ποίημα, το άχρωμο κι άοσμο, το περίεργο, ενέχει τη μυστηριώδη άτιτλη δύναμη χιλιάδων σκέψεων κι άπειρων ονείρων.
          Αφού συχνά το άτιτλο είναι και γενεσιουργό και προπάντων ενδυναμώνει τη διάθεση του αναγνώστη για δημιουργική, συμμετοχική ανάγνωση.
          Το δεύτερο ποίημα που άτιτλο κι αυτό το συναντά ο άνδρας με το τυχαίο άνοιγμα μιας άλλης σελίδας, είναι μικρό κι ακριβώς γι’ αυτό το ονομάζει : Το λεκτικό χάδι.

Άτιτλες στιγμές εμπνέουν
Ποίηση

Αρμονικές πηγές αγάπης
ενώνουν

Κανένας άνεμος δε συγχωρεί
τη λήθη

Καθώς η καλοκαιρινή νύχτα πλησιάζει, ο άνδρας επιστρέφει στη μοναχική του αναζήτηση της ανανέωσης των μοναχικών περιπλανήσεών του. Η Ποίηση μπορεί να περιμένει τις αυριανές ηλιαχτίδες της αιωνιότητάς της.


Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το αθέατο όνειρο

Κατακαλόκαιρο. Δίπλα στη γαλάζια θάλασσα ένα μικρό κορίτσι ταλαντεύει το καθάριο, το αγνό παιδικό του βλέμμα στην απεραντοσύνη του ορίζοντα.
          Είναι το κορίτσι του περιάκτη ανέμου, το ξανθό κορίτσι των πιο στοχαστικών ονείρων. Είναι το κορίτσι που πρόκειται να κατακτήσει το γαλάζιο μέλλον.
          Στέκεται εκεί, πάνω στη χρυσή αμμουδιά των καλοκαιρινών ονείρων της, και τα διάπλατα καστανοπράσινα μάτια της επιχειρούν το αδύνατο, το ακατόρθωτο, το ελκυστικό. Επιχειρούν να συνδέσουν τη ζωή με το όνειρο, το ξανθό φως με το γαλάζιο του θαλασσινού νερού.
          Φορά ένα λινό γαλάζιο φόρεμα κεντημένο με τις παιδικές της επιθυμίες.
          Καμιά φορά που το βλέμμα του ξεστρατίζει από την απεραντοσύνη, το κορίτσι ζωγραφίζει στην άμμο τις λέξεις που αγαπά πιο πολύ.
Κι έπειτα, τις διακοσμεί με κοχύλια και τις αφήνει να περιμένουν να τις λούσει με τις ασημένιες λουρίδες του το φεγγαρόφωτο που τη νύχτα θα διαδεχτεί το ξανθό φως των ηλιαχτίδων.
          Οι λέξεις αυτές που τις χαϊδεύει τη μέρα το γαλάζιο κύμα της θάλασσας είναι: ευτυχία, αγάπη, απεραντοσύνη και όνειρο.
          Γράφει μόνο αυτές, γιατί το μικρό κορίτσι γνωρίζει πως μόνο η σταθερότητα και η εμβάθυνση των συναισθημάτων και των ονείρων της αποτελούν τη μεγαλύτερη εγγύηση για την προσπάθεια που μόλις τώρα ξεκινά στη ζωή της, δηλαδή την προσπάθειά της να βρει την ευτυχία που τόσο αξίζει στην προσωπικότητα που κτίζει καθημερινά με λέξεις, πράξεις και όνειρα.
          Κι είναι πάντα εκεί, δίπλα στη θάλασσα, που ανακαλύπτει τους στόχους της ζωής της.
Και το γνωρίζει πως ο ήλιος τη λατρεύει, πως τα μικρά παιδιά τη θεωρούν ένα πλάσμα εξαιρετικό, ένα κορίτσι εύστροφο με ικανότητες ηγετικές και όνειρα σμιλεμένα από φεγγαρόφωτο.
          Έτσι εξηγείται που η θάλασσα ταξιδεύει το όνομά της στην απεραντοσύνη των οριζόντων και την πηγαίνει πιο μακριά κι από τη χώρα του ονείρου, στη γη της ευτυχίας όπου η ίδια είναι η βασίλισσα των παιδιών.
          Γιατί έτσι πάντα θα γίνεται στη ζωή της.
Θα ξεκινά από ένα μικρό σημείο του κόσμου, για να τον κατακτήσει ολόκληρο.
Και θα τον κατακτήσει, για να τον ομορφύνει με την παρουσία της και με το φως των ονείρων.
Και θα τον κάνει όπως η ίδια τον επιθυμεί, όπως η ίδια τον φαντάστηκε την πρώτη φορά που αντίκρισε τη γαλάζια θάλασσα και πρόσθεσε το παιδικό της χαμόγελο στην ομορφιά της ζωής.
Κι από τότε για πάντα μέχρι την απεραντοσύνη.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Η μαγική γραφή

          Κάποιες στιγμές το βλέμμα σταματά μπροστά στην ομορφιά. Νιώθει αποσβολωμένο, ανίκανο, ατέρμονο. Μετατρέπεται σε βλέμμα χωρίς προορισμό, αφού ο ίδιος ο προορισμός του καθίσταται άπιαστος.
          Τότε παραχωρεί τη θέση του στη σιωπή, έπειτα στη φαντασία και τελικά στο λόγο.
          Όπως ακριβώς συμβαίνει με τη γυναίκα που αγαπά την παλιά γραφομηχανή, η οποία ακόμη στέκει αγέρωχη πάνω στο ξύλινο γραφείο σε πείσμα των καιρών.
          Κι όταν τα πλήκτρα της ενώνονται με τα χέρια της και τα χέρια με την ψυχή της, μια μικρή ιστορία γεννιέται γραμμένη δίπλα στη θάλασσα κάτω από το φως ενός άστατου Ιούνη μήνα.
          Γράφουν στη γραφομηχανή τα δάχτυλα, γράφει αιμάτινα κι η ψυχή της γυναίκας.
          Η γραφή είναι σχεδόν μουσική, σχεδόν μαγική κι αποτελεί την πιο πηγαία απάντηση στον ύπνο της σιωπής του μυαλού.
          Μια θάλασσα απεραντοσύνης δημιουργείται υπό τον ήχο των πληγωμένων από τον καιρό πλήκτρων, έτοιμη να συγκινήσει το πιο πυκνό σκοτάδι των αιώνων.
          Και η γυναίκα της μαγικής γραφής γνωρίζει τον υπέρτατο νόμο της γραφής, τον άγραφο αλλά παντοδύναμο. Το νόμο που διατυπώνει με τρόπο καθάριο πως οι λέξεις αποκτούν κάτι περισσότερο από μία απλή υπόσταση στα χέρια ορισμένων ανθρώπων. Αποκτούν μια ιδεώδη αύρα ικανή να αλλάξει την προσωπική μοίρα και την ευαισθησία της ζωής για πάντα.
          Η γυναίκα σκέφτεται πάντως πως δεν έχει γνωρίσει και πολλούς – ίσως να μην υπάρχουν κιόλας – οι οποίοι να μπορούν αναίμακτα να ολοκληρώσουν την πορεία της γραφής προς τη μεταρσίωση των λέξεων.
          Η ίδια όμως ενστερνίζεται την άποψη πως είναι υπέροχο να βιώνει κάποιος το ταξίδι της ένωσης των λέξεων.
          Με την πεποίθηση αυτή ζωγραφισμένη στον ορίζοντα των συνειρμών της εσωκλείει τη γραφή των στιγμιαίων πόθων της στο λευκό χαρτί όπου πληκτρολογούνται οι λέξεις.
          Τότε κάτι ανθίζει στον άϋλο κόσμο των συναισθημάτων της και το βλέμμα της μετατρέπει το αδιόρατο σε υλική καταγραφή ελκόμενο από την αστείρευτη δύναμη της ανθρώπινης βεβαιότητας πως ό,τι είναι σκέψη, μεταβάλλεται σε γεγονός διά της γραφής.
          Για δευτερόλεπτα η γυναίκα απολαμβάνει αυτό το πρωτόγνωρο κάθε φορά συναίσθημα και κοιτάζει με μια αγάπη απόλυτη το κείμενο που ξετυλίγει την άγνωστη ακόμη ιστορία του.
          Είναι το βλέμμα αυτής της απόλυτης, της επικίνδυνης κάποτε, αγάπης που της προσδίδει τη δύναμη που χρειάζεται μέχρι να ξεκινήσει στο νου της η επόμενη περιπέτεια της πάντα παρούσας γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Η Μελίπνοη


          Κατακαλόκαιρο. Στην πιο απόμακρη εσοχή ενός άσχημου βράχου της νησιώτικης παραλίας μία λουρίδα αγνού ηλιακού φωτός ανακαλύπτει τη μοναχική πορεία ενός γυναικείου βραχιολιού στο νερό.
          Την ίδια στιγμή ένα κορίτσι επιχειρεί να εισέλθει στο θαλασσινό σώμα.
          Κι ο πιο στοιχειώδης κυματισμός αναγνωρίζει τα βήματα του κοριτσιού κι αφιερώνει στο βλέμμα του τον πιο ηλιόλουστο παφλασμό.
          Το κορίτσι, που τα αστέρια το έχουν ονομάσει Μελίπνοη, αισθάνεται το βλέμμα του ήλιου να το καθοδηγεί προς την πιο απρόσμενη εκδοχή μιας καλοκαιρινής εκδοχής χαράς.
          Έτσι, ακριβώς με τη συμπλήρωση του πρώτου λεπτού του μελίπνοου περπατήματός του το βλέμμα του κοριτσιού αγγίζει τη νερένια φιγούρα ενός κοσμήματος που φαίνεται πως ανήκει αποκλειστικά στη θάλασσα και σε κανένα άλλο.
          Η Μελίπνοη χαμογελά χρησιμοποιώντας το πιο λαμπρό χαμόγελό της, αυτό δηλαδή που κι ο ήλιος ακόμη το ζηλεύει.  Τείνει το χέρι της και αφαιρεί από ένα σύμπλεγμα πετρών την πολύτιμη ανακάλυψή της.
          Πρόκειται για ένα αληθινό, ένα πανάκριβο γυναικείο κόσμημα. Για την ακρίβεια της αφηγηματικής ζωής του, το κορίτσι εναποθέτει με ευλάβεια στη χούφτα του ένα ολόχρυσο βραχιόλι.
          Η αντανάκλαση του ηλιακού φωτός είναι τόσο έντονη που η Μελίπνοη αναγκάζεται να κλείσει τα βλέφαρα.
          Για λίγο απολαμβάνει την τύχη της ταξιδεύοντας στο ήρεμο πέλαγος της πιο όμορφης εφηβικής της τύχης. Το ολόχρυσο βραχιόλι θαμπώνει όμως το μέλλον του κοριτσιού και η Μελίπνοη επιστρέφει εσπευσμένα στο ξενοδοχείο.
          Εκεί επικρατεί αναστάτωση και έχει μαζευτεί αστυνομία. Η Μελίπνοη νιώθει τρομαγμένη αλλά δεν αργεί να καταλάβει ότι ένα πανάκριβο κόσμημα έχει κλαπεί από το δωμάτιο στο οποίο φαίνεται να διαμένει μία όμορφη κυρία, η οποία διαλέγεται στα γερμανικά με έναν νεαρό αστυνομικό.
          Έντρομη αλλά ηθική η Μελίπνοη παραδίδει το πανάκριβο κόσμημα και τότε αισθάνεται το χαμόγελο της ξένης κυρίας να αγγίζει τα έγκατα της ψυχής της. Ο Αστυνομικός εξηγεί στο κορίτσι ότι ο δράστης της κλοπής έχει ήδη συλληφθεί και δίνει συγχαρητήρια στο κορίτσι για την τιμιότητα του.
          Η ξένη κυρία ζητά να ανταμείψει τη Μελίπνοη με χρήματα αλλά το κορίτσι αρνείται ευγενικά, αφού γνωρίζει από τα παραμύθια κι από το Σχολείο του πως η τιμιότητα δεν αναζητά ανταμοιβή αλλά συνιστά μία βαθύτερη εσωτερική ανάγκη των πραγματικά σπουδαίων ανθρώπων.
Κι είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση με την οποία η Μελίπνοη αγγίζει το πιο παραμυθένιο μέλλον της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Το ιριδίζον φως

Ένα βλέμμα αγγίζει
τη μεσίστια καλοκαιρινή εικόνα

Φλέγεται η μεσημβρία
των άτακτων αθώων ονείρων

Προσκλητήριο ακούγεται
μα ενδιατρίβει στην αστοχία των πόθων

Όσο μεσουρανούν οι μετριότητες
 οι Ποιητές διψούν με φόντο τις κλοπές

Πάει καιρός που κουραστήκαν
από αυτούς που αλλιώς μιλούν
κι αλλιώς γράφουν κλέβοντας τα λόγια τους

Μα τα κλοπιμαία τους είναι πλέον βαριά
και πλακώνουν τη δυσμορφία
της αταίριαστης κι ανήθικης ψυχής τους

Γιάννης Πολιτόπουλος