The spirit of touch

The road is coming
through the sunlight

The thought is running
by its sound

The dream is coming
from a better feeling

Our eyes can not
feel the spirit

Only by a touch
or a breath
our future can kiss
our lips

As it happens
right now
by the moment of your coming
to the heart of my poem

Yannis Politopoulos

Η γραφή της αγάπης

          Η διαρκής αλλά και διαρκώς ανανεωμένη γραφή την αγαπούσε ιδιαίτερα από τότε που παιδί ακόμη το όμορφο βλέμμα της διασπάθισε το μέλλον της ομορφιάς της.
          Κυρίως τις λιγοστές στη ζωή της μελαγχολικές στιγμές του τέλους κάθε Φθινοπώρου.
          Γιατί ένα κορίτσι με απαράμιλλο όνομα και πηγαία ομορφιά, έχει διαρκώς στην απεραντοσύνη των συναισθηματικών ακρογιαλιών της τη βεβαιότητα μιας απαράμιλλης φυσικής ομορφιάς.
          Όπως το γαλανό εκείνο απόγευμα που ένα αγόρι επιθυμούσε να την κάνει ποίημα, για να μπορεί να την έχει μαζί του κάθε στιγμή.
          Και το αγόρι αυτό με το αισθαντικό ύψος, το έγραψε το ποίημα με το μολύβι που εκείνη του είχε χαρίσει.
          Το αγόρι μάλιστα καρφίτσωσε το ποίημα στο γραφείο του δωματίου του πριν καν της το δώσει, ώστε να διατηρεί την αγάπη τους ζωντανή για κάθε στιγμή που βρίσκονταν μακριά από το ήρεμο βλέμμα της.
          Το ποίημά του – κι είναι αλήθεια πως αυτά τα προσωπικά ποιήματα αξίζουν πιο πολύ κι από Νόμπελ – μιλούσε για την κοπέλα και την άμετρη ομορφιά της.
          Η ίδια η τέχνη της γραφής το απόλαυσε πριν κι από την ίδια:

Τα μεταξένια χείλη των ονείρων της
είναι πηγές ήλιου

Τα παιχνιδίσματα των φωνών της
είναι ακρογιαλιές φωτός

Τα απλωμένα χέρια της
είναι νεράιδες της θάλασσας

Κι όσο για το μικρό ποτάμι
αυτό είναι η χαρά που φιλά τα χείλη της

          Κι έμελε από τα χέρια του αγοριού αυτού το ποίημα να περάσει στα αγκαλιασμένα χέρια της κοπέλας κι από εκεί για πάντα στη θερμή θάλασσα των εφηβικών προσδοκιών της.
          Αφού τα όνειρα της κοπέλας είναι ποιήματα τοποθετημένα με απόλυτα γεωμετρική ακρίβεια στην καρδιά των γλυκών αναμνήσεών της.
          Αφού στην πρακτική εκδοχή των γνώσεών της προστίθεται καθημερινά και η με μαθηματική ακρίβεια αναζήτησή της ποιότητας του συναισθηματικού της κόσμου, του γεμάτου από φυσικές προσδοκίες.
          Κι έτσι η γραφή ποιητεύει στα όνειρά της.
Γιάννης Πολιτόπουλος

The immigrants

The man
has no money

The woman
has no job

Their child
has no school

But

They
have a kiss

They
have a touch

And mainly

They believe
in love

Then suddenly

A couple from the planet
of love
gives  them everything

A couple
from another galaxy
call them brothers

And a new Sun
more big
shines love for them

Yannis Politopoulos

The return

Through
her eyes

Through
his lips

A little feeling
begins to live

People call this feeling
love

It's not just
a reality

It is the feeling
the real reality
of love

When we love
one another
life returms at its planet again

Yannis Politopoulos

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Μία γόνιμη απουσία

          Στην απαλή προεξοχή μιας ακατόρθωτης σχεδόν απουσίας ο νεαρός άντρας ενδίδει στην απόλυτη, στην κυρίαρχη απουσία μιας γυναίκας.
          Μολονότι το τέλος του Φθινοπώρου αγγίζει τις σκιές της μνήμης του, ο άντρας εμπλουτίζει το βλέμμα του με την ενθύμηση των ακροτελεύτιων βλεμμάτων μιας γυναίκας, η ομορφιά της οποίας υπερβαίνει κάθε πιθανή εκδοχή των ονείρων του ή και των αναζητήσεων ή των προθέσεών του.
          Ο άντρας το γνωρίζει ότι η γυναίκα έχει πια χαθεί, βρίσκεται κάπου μακριά σε κάποια αχνή ακρογιαλιά της αντρικής αδυναμίας του παρελθόντος της.
          Μα η γυναίκα, με όλο το πλήθος των αναμνήσεών της να τη συνοδεύει παντού, βρίσκεται σε μία απροσδόκητα κοντινή απόσταση, όπως θα μπορούσε να συμβαίνει στα πιο γλυκά όνειρα, τα σμιλεμένα από την προσμονή.
          Και για τους δύο η απουσία μοιάζει σα μαγικό σώμα ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος.
          Στις εκβολές των ονείρων του άντρα η γυναίκα ενυπάρχει πάντα σαν εικόνα μιας προσμονής που επαναλαμβάνεται και που τη δύναμη της οποίας αγνοούν τόσο ο ίδιος όσο κι εκείνη.
          Πρόκειται για τη σπάνια εκείνη περίπτωση που ακόμη και η άγνοια των προθέσεων του άλλου συνιστά έρωτα και μάλιστα ατελεύτητο.
          Αυτός είναι κι ο κυρίαρχος, ο ηγεμονικός λόγος που τα γυναικεία χείλη επαναπροφέρουν συχνά το αντρικό όνομα και μάλιστα με την ένταση ενός φευγαλέου αλλά πολύ δυνατού κύματος, όπως αυτού του Αιγαιοπελαγίτικου των απαρχών του Χειμώνα.
          Κι αλήθεια, μόνο η θάλασσα με την απεραντοσύνη των κυμάτων της μπορεί να γνωρίζει το χαρακτήρα του μέλλοντος των δύο αυτών προσώπων, τα οποία κάποτε χάθηκαν στη λανθάνουσα βεβαιότητα των παρορμήσεών τους.
          Και δεν απομένει πια παρά η μοναχική ενατένιση του στιγμιαίου ονείρου του άντρα, ο οποίος διαρκώς αναζητά το άπιαστο.
          Ενώ η γυναίκα, πιο γήινη, πιο ανθρώπινη εκείνη, διαλέγεται με το παρελθόν της έχοντας αποδιώξει από τα νεανικά ακρογιάλια της μνήμης της την υπενθύμιση ενός άντρα, το βλέμμα του οποίου δε μπόρεσε ποτέ να ενδώσει στην ενδοχώρα των ονείρων της.
          Έτσι, η μόνη πιθανή, η μόνη ενδεδειγμένη άλλωστε, κατάληξη της ιστορίας τους παραμένει μόνο η δυναμική του τυχαίου.
          Διότι το τυχαίο ταιριάζει ιδιαιτέρως στο τρισδιάστατο πέλαγος της ανθρώπινης ζωής είτε οι άνθρωποι το αποδέχονται λεκτικά είτε το αρνούνται πεισματικά.
          Και γιατί η ζωή τελικά είναι κι αυτή ένα κείμενο που δεν τελειώνει οριστικά όσο ακόμη κι ένας εξακολουθεί να το διαβάζει.

Γιάννης Πολιτόπουλος      

Το σχήμα της σκιάς

Χειμωνιάτικο βράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή.
Λέει:
«Τότε, τη μέρα που σε έλουζε ο ήλιος στην αμμουδιά και η χρυσή καλοκαιρινή άμμος ήταν ένα χάδι στο βρεγμένο κορμί σου. Τότε,  που είχες δυο στήθη κόκκινα και χείλη ερωτευμένα με τις ηλιαχτίδες. Θα το θυμάσαι που ήσουν ξυπόλητη, ντυμένη με ένα χαμόγελο αθανασίας. Ένα πρόσωπο καθάριο, αδιαίρετο. Πρέπει να θυμάσαι το γαλάζιο ουρανό που έμενε άφωνος από τη νοτισμένη παρουσία σου. Τότε, τη μέρα που κι ένα τυχαίο άγγιγμα ήταν μια επαλήθευση της αιωνιότητας.»
Στο άκουσμα του λόγου αυτού η όμορφη γυναίκα ανοίγει τα μάτια. Ανασηκώνεται και κάθεται στο κρεβάτι με τα μάτια στραμμένα προς το φως που μιλά.
Για λίγο γίνεται σιωπή.
Έπειτα, το φως συνεχίζει το μονόλογό του:
«Θυμάσαι κι εκείνο το λόγο που σου είχε ψιθυρίσει ένας γέρος ψαράς με άσπρα γένια; Έλεγε πως γνώριζε πολλά. Πως πολλά είχε δει στη ζωή του. Όμως τίποτα σαν τα μάτια σου. Τα μάτια σου – έλεγε – είναι  σαν το βυθό της θάλασσας. Ταλαντεύονται από το ίδιο χαμόγελο. Βαθιά μέσα τους ανακαλύπτει κανείς ένα κοράλλι και τις φωταψίες των γυμνών ονείρων. Τα μάτια σου, έλεγε, είναι η ίδια η απεραντοσύνη. Το γλαυκό των οριζόντων.»
Η γυναίκα ακούει προσεχτικά τα μαγευτικά λόγια του φωτός. Ανασηκώνει τα χέρια της. Τα φέρνει στο πρόσωπό της με μία κίνηση θηλυκά απαλή. Αγγίζει ελαφρά τα μάτια της. Για λίγο μόνο. Έπειτα κατεβάζει τα χέρια. Φαίνεται πως θα ήθελε να μιλήσει. Να μιλήσει προς αυτή την άγνωστη φωνή που ακούγεται από την ουράνια θάλασσα και που χαϊδεύει όλη την ύπαρξή της. Τα χείλη της όμως μοιάζουν να αρνούνται. Η γυναίκα εγκαταλείπει την προσπάθεια.
Ακούει ξανά τη φωνή να λέει:
«Κι εκείνον το νεαρό με τις δυνατές πλάτες και τα σκισμένα από την αρμύρα χείλη τον θυμάσαι; Που ώρες ολόκληρες καθόταν πάνω στον ψηλό βράχο και σε κοιτούσε με μάτια διάπλατα, σα να ήσουν ένα θαύμα. Ένα απροσδόκητο καλοκαιρινό θαύμα. Θυμάσαι τι έγραψε κάποιο απομεσήμερο στην άμμο; Εκείνα τα λόγια που το κύμα δεν έσβηνε ποτέ τα δειλινά;»

«Ο έρωτας έχει το σχήμα της σκιάς σου.»

Στο άκουσμα της πρότασης αυτής η γυναίκα σηκώνεται από το κρεβάτι. Περπατά πάνω – κάτω μέσα στο δωμάτιο. Είναι γυμνόποδη. Τα λευκά της πόδια γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο. Ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη της. Σταματά στη μέση σχεδόν του δωματίου ζώντας μία ευτυχία ανεκδιήγητη.
Η ζωή της καθρεπτίζεται στο ομιλόν φεγγαρόφωτο αποκτώντας μια καινούρια διάσταση, την οποία αδυνατεί να αποτυπώσει ο καθαρός πια καθρέπτης του δωματίου.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Η παράλληλη ζωή

    Καθώς απλώνεται σιωπή στα μύχια της ψυχής της, η γυναίκα κλείνει τα μάτια κι επιχειρεί να αισθανθεί τον ερχομό μιας επαρκώς ανανεωμένης σκέψης.
    Η ιστορία της αυτή συμβαίνει σε μία αμυδρή προεξοχή του βλέμματός της, τη στιγμή που δίχως να το γνωρίζει, αποτελεί και η ίδια, αποτελεί το ονειρικό πρόσωπο μιας παρελθοντικής αβεβαιότητας.
    Σα σε συγχορδία μεταβαλλόμενων επιθυμιών η γυναίκα ανακαλύπτει πως στην ανεπαίσθητη προεξοχή μιας παλιάς φιλοφρόνησης έχουν διατηρηθεί τα ψήγματα μιας στοιχειώδους αμοιβαιότητας.
    Η ίδια η γυναίκα προβλέπει πως όταν βρεθεί μακριά από το φόντο της τωρινής σιωπής της, άξαφνα μία παράλληλη ζωή θα ξεκινήσει για τα μάτια της.
    Εκείνη τη στιγμή της διαπίστωσης αυτής η γυναίκα ενδίδει στη φωσφορίζουσα διάθεση μιας ανεπαίσθητης μνήμης.
    Η παράλληλη ζωή της, η πραγματική ζωή της, έχει ήδη ξεκινήσει να μεταφράζει τα λόγια της προσμονής της στη μεταφο9ρική αλλά πολύ όμορφη γλώσσα των επιθυμιών της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Woman and Man

                                          W riting
                                          o n a
                                          m iracle that
                                          a rrives
                                          n ear everything

                                                  end

                                           M ainly
                                           a s the
                                           n ature of touching

                                               reflex love

                                           Yannis Politopoulos

Η ενθρόνιση του Λόγου

   Το μεγαλεπήβολο σχέδιο του νεαρού αγοριού είχε ήδη εδραιωθεί στις μύχιες περιοχές της σκέψης του πριν ακόμη κι από την πρωτόφαντη εμφάνιση του κοριτσιού.
   Ήταν ένα είδος σύμπλευσης του Λόγου με τη σύζευξη σκέψης και πρόθεσης.
   Κι αυτή ακριβώς η ενεδρεύουσα συναισθηματική ώθηση δημιούργησε την απαραίτητη ηγεμονική επιθυμία της συναπάντησης αγοριού και κοριτσιού.
   Καθώς από την πρώτη τους συνάντηση όλη η υφή της διαφαινόμενης ένωσής τους εδραιώθηκε στη μοναδικότητα ενός συναισθήματος που σαν από πάντα ενείχε στις εκδηλώσεις του την απόλυτη μοναδικότητα.
   Κι έμοιαζαν αυτοβιογραφούμενες οι συναθροίσεις τους και μάλιστα ενέχουσες τη δυνατότητα τοποθέτησης ενός απλού αλλά στιβαρού χώρου γραφής, ικανού να εμπεριέχει ακόμη και τις πιο απροσδόκητες συμπεριφορές.
   Αφού όλες οι ανθρώπινες ψυχικές εκδοχές γνωρίζουν πως η αυθεντικότητα μιας αγάπης δύναται να ερμηνεύει ακόμη και το άμεσο μέλλον.

Γιάννης Πολιτόπουλος      

Το απαρέγκλιτο συναίσθημα

    Σε μία πλειάδα αναμνήσεων, η γυναίκα που κάποτε είχε φοβηθεί από την ένταση των ονείρων της, εναποθέτει την απαρηγόρητη κάρτα της συναισθηματικής της προσφοράς.
    Μα εκείνος αγνοεί πια τις διαδικασίες αυτές που κάποτε – πίσω σε ένα βίαιο παρελθόν – ενσάρκωσαν στις ακρογιαλιές του βλέμματός του την πιο άμεσο υφή της ευτυχίας.
    Η Γραφή, η οποία πάντα παρακολουθεί άγρυπνη τέτοιες ανθρώπινες ιστορίες, τους φωτογραφίζει να στέκουν ολομόναχοι στη θαλασσοδαρμένη μορφή της αλλοτινής αγάπης τους.
    Και μόνο ένα μικρό ποίημα ηχεί έτοιμο να μεριμνήσει ξανά για την επιβεβαίωση του απροσδόκητου. Αρκεί οι δυο τους να μιμηθούν την πρωτάκουστη νηνεμία της πιο αγνής αγκαλιάς τους.
    Ώστε να επανέρχεται στη ζωή εκείνη η παλιά πρωτογενής υφή προσδοκιών που ενέχουν στη διάθεση της πραγμάτωσής τους μία παντελώς νεότευκτη διάθεση αρμονίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Forever

Deep in the sea
of words
 
A feeling cries
for love
 
Deep in the heart
of touching
 
A word cries
for tenderness
 
Deep in the horizon
of touching
 
a kiss flies
for their beginning
 
And now
- while you read this poem -
deep in your souls
my hand touches your look
 
So my poem
begins to live for the day
we will be together
 
Yannis Politopoulos

Parthenogenesis

Tomorrow
I will breathe your love

Tomorrow
I will touch your heart

Tomorrow
I will kiss your words

Until then
I dream your tenderness

And suddenly
your hand creates love

There is no silence
anymore

There is no fear
anymore

There is no past
anymore

Because your touch
destroys any enemy

People, look
the kiss gives birth to a future
with no history at all

Yannis Politopoulos

Η κοπέλα της μοναδικότητας

    Από την απίστευτη εκείνη στιγμή που – μικρή ακόμη – η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά περιήλθε υπό την απεριόριστη προστασία της ομορφιάς, τα στοιχεία της φύσης την αγάπησαν με κάθε τρόπο.
    Ο αέρας ταξιδεύει το βλέμμα της σε κάθε εκδοχή της περιβαλλοντικής αλλά και της έντεχνης ομορφιάς.
    Το νερό διαμοιράζει τα λόγια της σε κάθε διαχρονικό ταξίδι στους ωκεανούς της αγάπης.
    Η φωτιά μετακινεί τους πόθους της προς την κατεύθυνση της πιο ιστορικής ανάμνησης που πρόκειται να βαπτίζει με ομορφιά την πρώτη ερωτική τρικυμία των εφηβικών συναισθημάτων.
    Η γη μετατρέπει τις ατέλειες των εδαφών της προκειμένου να βαδίζει εκείνη άνετα κρατώντας με χάρη τη σημαία της αγνότητας των συναισθημάτων.
    Το φως έλκει κάθε χαμόγελό της αναδεικνύοντας πως και η προσωρινότητα διαθέτει στα μύχια των δευτερολέπτων της μία απίστευτα σπουδαία αίσθηση επίδρασης στην ανθρώπινη νόηση.
    Γιατί είναι ενυπόγραφη από χέρι θεού η ομορφιά που προσδίδει αξία σε κάθε εκδοχή ζωής.


Γιάννης Πολιτόπουλος      

Το φως των αστεριών

   Κάτω από τη μονοκρατορία της σιωπής του ο άντρας με τα αστείρευτα μάτια ξεκίνησε να περπατά κατά μήκος της παραλίας αγνοώντας κι ο ίδιος τι ακριβώς αναζητά.
   Ίσως ένα κύμα διαίσθησης είχε ενθρονίσει στη ζωή του την απεραντοσύνη μιας αβεβαιότητας, ικανής να πλήττει ακόμη και τις πιο μύχιε σκέψεις του.
   Άξαφνα η ζωή του φωτίστηκε στη νοητή προέκταση του βλέμματός του από χιλιάδες αστέρια, το φως των οποίων λειτουργούσε πάντα στη ζωή του ως σημείο εκκίνησης της πιο αληθινής φαντασίας.
   Ο άντρας άπλωσε τα νοητά χέρια του ψυχικού βλέμματός του και ενθρόνισε στη σκάλα του μέλλοντός του την πρωτόλεια σκέψη των αναζητήσεών του.
   Με τα χείλη του την εμφύσησε στον εναέριο κόσμο των αστεριών, απολύτως βέβαιος ότι μία άλλη αδερφή ψυχή θα τη συναπαντήσει. Το αποτέλεσμα το άφησε στην αέναη δικαιοδοσία του φωτός των αστεριών.
   Κι ήταν, όπως εξάλλου είναι και σήμερα, απολύτως πεπεισμένος πως θαύμα δίχως τον άνθρωπο δε γίνεται.

Γιάννης Πολιτόπουλος  

Η μοιραία συνάντηση

Συνέβη στη ζωή της γυναίκας, όταν εκείνη δεν το περίμενε. Συνέβη απροσδόκητα, όπως συμβαίνουν συνήθως τα γεγονότα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Γιατί όλοι  βιώνουν το αναπάντεχο εξαιτίας της θνητής ύπαρξής τους.
Στη γυναίκα αυτή συνέβη να γίνει το πρόσωπο της γραφής ενός συγγραφέα.
Όλα συνέβηκαν, όταν η γυναίκα βρέθηκε στο αεροδρόμιο Kennedy της Νέας Υόρκης πηγαίνοντας προς το Λος Άντζελες.
Καθώς περίμενε υπομονετικά την πτήση της απολαμβάνοντας έναν καφέ, την είδε για πρώτη φορά ο συγγραφέας που τυχαία είχε βρεθεί στον ίδιο χώρο ψάχνοντας κάτι να τον εμπνεύσει, γιατί είχε πολύ καιρό να γράψει.
Κι όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στη γυναίκα αυτή, οι φλέβες του δεξιού χεριού του άρχισαν να χτυπούν όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Γιατί η γυναίκα αυτή ήταν μοιραία έχοντας μία Αρχαιοελληνική ομορφιά σε όλα τα χαρακτηριστικά του σώματός της. Η ομορφιά της δεν ήταν καθόλου κοινότυπη, καθόλου συνηθισμένη. Ήταν αρμονική και συμμετρική από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η γυναίκα αυτή ήταν σαν να είχε βγει από τα σπλάχνα μίας Αρχαιοελληνικής τραγωδίας.
Ο συγγραφέας δεν άντεχε να την κοιτάζει άλλο από μακριά. Έβγαλε το παλιό σημειωματάριό του κι έγραψε μόνο γι’ αυτήν:

Εκεί
ανάμεσα στα μάτια της
εκεί
στην υπερβολή
της τέλειας θηλυκότητάς της
η αγάπη
βιώνει τον ερχομό
ποθώντας ένα της φιλί

          Όταν τελείωσε τη γραφή, ο συγγραφέας σηκώθηκε από τη θέση του, την πλησίασε εκστασιασμένος και της πρόσφερε το σημειωματάριό του χωρίς να πει κάτι.
          Η γυναίκα δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από την απροσδόκητη κίνηση του συγγραφέα. Πήρε στα χέρια της το ανοιχτό σημειωματάριο και διάβασε το μικρό ποίημα που είχε γραφτεί γι’ αυτήν, αποκλειστικά για την ίδια.
          Το διάβασε δύο φορές κι έπειτα ανασήκωσε το βλέμμα της, κοίταξε τον συγγραφέα, του χαμογέλασε και του είπε με γλυκιά φωνή:
-         Τι απλό, τι όμορφο! Θα ήθελα να με συνοδέψει στο ταξίδι μου.
-         Με θέλετε κι εμένα; Ρώτησε δειλά ο συγγραφέας.
-         Ναι, αρκεί να γράφετε μόνο για μένα! Απάντησε η γυναίκα.
Στο αεροπλάνο ο συγγραφέας πετούσε στα σύννεφα μαζί της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

The day of silence

As long as Kids die
my words are nothing

As long as kids are hungry
my dreams are naked

As long as kids can’t dream
my feelings are tears

We are nothing
while kids can’t laugh

We need the day of silence
until we stop the nothing

Hey Friends, look at the sun,
a light burns our wrongs

Yannis Politopoulos

Η μικρή απώλεια

          Ένας τριγμός στα σωθικά της γλώσσας είναι συχνά αρκετός, για να καταχωρηθεί μια κατάσταση ως γενόμενη στη ζώσα μνήμη ενός ανθρώπου.
          Και προέκυψε ως τέτοιος ο τριγμός μιας παράλληλης σχέσης με τα πράγματα στη ζωή της γυναίκας εκείνης που συνήθιζε να χάνει ή να ξεχνά αντικείμενα.
          Οι απώλειες συνήθως δεν της είχαν επιφέρει κανένα άλλο συναίσθημα παρά μόνο μια στιγμιαία ποικιλία λύπης.
          Όμως το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο και καθημερινό αντικείμενο στάθηκε ικανό να εκκινήσει πληθώρα γεγονότων κι έξαρση συναισθημάτων. Ουσιαστικά αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την πλοκή της ιστορίας.
          Ζώντας σε μια πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα πλην του εναπομείναντος γαλάζιου της θάλασσας, η γυναίκα αυτή, το ίδιο όμορφη και στον ήλιο και στο φεγγάρι απώλεσε για ακόμη μία φορά τον αναπτήρα της.
          Φυσικά, αυτή η απροσεξία της δεν της άλλαξε κανένα σχεδιασμό. Δεν ήξερε όμως, Αγνοούσε ακόμη πως ο μύθος ενυπάρχει σε κάθε αντικείμενο.
          Ήταν ένα μικρό κόκκινο αναπτηράκι που πολλές φορές είχε σφίξει στην παλάμη της. Και η αίσθηση αυτή της είχε αρέσει, καθώς ήταν αθώα και συνάμα ολοκληρωτική. Και καθώς η απώλεια αυτή ταυτίστηκε χρονικά με την επάνοδό της στην απροστάτευτη ζωή των δρόμων.
          Γιατί μετά από μία περίοδο πλησμονής και εσωτερικής αναζήτησης η γυναίκα περπάτησε ξανά στους δρόμους της πόλης αναζητώντας υποσυνείδητα την πραγμάτωση ενός μύθου.
          Η βόλτα που επιχειρούσε, ήταν σαν την πορεία ενός γυναικείου χεριού στο γνώριμο μέτωπο ενός παιδιού, του δικού της παιδιού.
          Και μάλιστα, η πορεία της γυναίκας, αυτό το στροβίλισμά της στις εκδοχές των δρόμων της πόλης συνοδεύτηκε από σκέψεις που κύλισαν μέσα της με ένα ρυθμό ασυνάρτητης ουράνιας βροχής.
          Μέχρι την απροσδόκητη στιγμή που πάτησε ένα αντικείμενο και σκύβοντας να δει τι ακριβώς ήταν, διαπίστωσε πως είχε χαλάσει άθελά της ένα αναπτηράκι σαν το δικό της αλλά σε άσπρο χρώμα. Ένα αναπτηράκι που κάποιος άλλος είχε χάσει, όπως κι η ίδια.
          Αυτή η ξαφνική της ταύτιση με τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός άλλου, ενός άγνωστου ανθρώπου κατέστη ξαφνικά ικανή να μεταστρέψει τη δική της συμπεριφορά.
          Η γυναίκα πήρε το χαλασμένο πια αναπτηράκι, το σκούπισε με το μαντήλι της και το έσφιξε με αγάπη μέσα στην παλάμη του χεριού της.
          Ήταν η στιγμή που αποφάσισε πως ποτέ πια δε θα έχανε ένα προσωπικό αντικείμενο.
Γιάννης Πολιτόπουλος  

Η πρωτόλεια αλλαγή

          Μέχρι εκείνη τη στιγμή πάντα νόμιζε λάθος. Λάθος οι σκέψεις, λάθος οι  υποσχέσεις, υποθετικές οι αναζητήσεις και ουτοπικές οι απαντήσεις της.
          Δεν είχε κατορθώσει ποτέ να υπερβεί την επιφάνεια των πραγμάτων. Έτσι, αγνοούσε ακόμη την τιτάνια δύναμη εκείνου του σημείου της τελειότητας στο πόδι της. Εκεί όπου μια φεγγαραχτίδα είχε κάποτε εναποθέσει το δάκρυ μιας παλιάς αλλά αυθεντικής ελπίδας.
          Το σημείο εκείνο που ήταν η απαρχή μιας ακόμη έμπνευσης για τη γραφή του σώματος.
          Το σημείο της τελικής κατάφασης της γραφής σε ένα απροσδόκητο μέλλον που περίμενε καιρό να διεισδύσει στο βλέμμα της.
          Άλλωστε, πολλές φορές είχε ταλαντώσει τα ελαστικά της δάχτυλα με τα πράσινα νύχια δείχνοντας προς το εμβρόντητο παράθυρό της Άνοιξης.
          Με τον τρόπο αυτό η καρδιά της πετούσε στη μοναξιά του τυχαίου ζευγαρώματος. Εκεί πρωτοσυναντούσε σκέψεις και σιωπές της πιο καταγάλανης θάλασσας.
          Όπως τότε που το τριπλό χάδι του ανέμου αγκάλιασε ένα γυμνό όνειρό της τυλίγοντάς την στη συμμετρία της πιο τέλειας ζωής. Γιατί δεν άργησε να φιληθεί από καυτά χείλη το σημείο της θηλυκής της τελειότητας ακριβώς εκεί, πάνω από το φιλντισένιο αστράγαλο του δεξιού ποδιού της.
          Ήταν ένα φιλί λατρείας, ένα φιλί παθιασμένο με τη βεβαιότητα της ομορφιάς. Ένα σάρκινο φιλί που κράτησε για ώρα μετατρέποντας τη γυναίκα σε απόλυτη θεά της θηλυκότητας.
          Από την ώρα της πραγμάτωσης της πράξης αυτής, η γυναίκα δεν έκανε ποτέ πια λάθος. Γιατί βίωνε σε όλο το σάρκινο πέπλο της αστείρευτης θηλυκότητάς της την απόλυτα δικαιολογημένη έπαρση της ύπαρξης που αξίζει να αποθεώνεται όπως κάθε φυσικό θαύμα που εισχωρεί στο ανθρώπινο βλέμμα.
          Δεν υπήρχαν πια ούτε ερωτήσεις ούτε απαντήσεις. Η θηλυκότητα είχε απομακρύνει κάθε πιθανό λάθος από τη ζωή της γυναίκας.
          Τα φιλιά εναλλάσσονταν στα πόδια της σαν καλοκαιρινές ηλιαχτίδες που ζωγραφίζουν στην άμμο.
          Η γυναίκα ήταν αδύνατο να μετρά τα άπειρα βλέμματα θαυμασμού που κατέληγαν στα πόδια της ικετεύοντας σιωπηλά ένα δικό της πασίχαρο βλέμμα.
          Τις νύχτες μάλιστα ακόμη και οι φεγγαρένιες αχτίδες τρεμόπαιζαν πάνω στα πόδια της νανουρίζοντας τη θηλυκότητα των ονείρων της.
          Και κάθε πρωϊνό η γυναίκα ετοιμάζονταν με ένα διάπλατο χαμόγελο να βιώσει ακόμη μια ημέρα αποθέωσης, ακόμη μια ημέρα μακριά από τα λάθη του παρελθόντος ως η θεά της πιο πρωτόλειας θηλυκής αλλαγής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Before the beginning

Everywhere
in the universe

Everywhere
in the unknown

There is
a living silence

There are
all the dreams
waiting for the end
of the beginning

Between the universes
exist ourselves
together like a new universe

Yannis Politopoulos

Η λέξη που ταξιδεύει

          Με τη βεβαιότητα μιας συνεχούς, αδιάκοπης σχεδόν, εναλλαγής στα ποικίλα ανθρώπινα χείλη η λέξη αυτής της ιστορίας αρχίζει την περιπλάνησή της.
          Τη λένε ενόραση κι αποτολμά να πηγαινοέρχεται σε όλα τα ανθρώπινα χείλη. Γιατί είναι η ίδια το πηγαίο νόημα μιας άμεσης γνώσης δίχως καμία αναγκαιότητα επεξεργασίας.
          Πρωταρχικά ταξιδεύει στα χείλη μικρού παιδιού που την προφέρει κι ας μη γνωρίζει ακόμη με πλήρη ακρίβεια το νόημά της.
          Έπειτα προστίθεται στα χείλη εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, κι εκεί ενεδρεύει για την πιο πηγαία ανθρώπινη ενασχόληση, αυτή της φιλίας.
          Κατόπιν, από τα χείλη ενός φοιτητή εκκινεί τη διαδικασία γραφής ενός ποιήματος.
          Κι όταν το ποίημα καταλήγει στη σκιά του βλέμματος μιας νεαρής γυναίκας, τότε μορφοποιεί ένα ολοκαίνουριο είδος αγάπης.
          Για να μεταβληθεί αμέσως μετά σε απάνεμη παραλία μιας μεσήλικης αγάπης, τόσο ισχυρής όμως που μπορεί να αναδεύει τη σημαία του εμβρόντητου ερχομού.
          Καθώς η ίδια η λέξη ενηλικιώνεται ασταμάτητα παρατηρώντας τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που τη συνιστούν, να προορίζονται για το ίδιο το ατέλειωτο ταξίδι των άπειρων εκδοχών της ζωής.
          Διότι η λέξη αυτή αποκαλύπτει κάθε μέρα στα μικρά παιδιά που διαβάζουν, πως οι εκδοχές της ζωής είναι αδύνατο να μετρηθούν με την πενιχρή δύναμη των αριθμών.
          Αφού και οι αριθμοί μία άλλη εκδοχή της απεραντοσύνης είναι.
          Απομένει τότε το κενό, το οποίο κι αυτό ως λέξη επιχειρεί τον εμπλουτισμό του με την ενεργοποίηση εκείνου του άυλου αισθήματος, το οποίο τα ανθρώπινα χείλη καλούν έρωτα.
          Η ενόραση λατρεύει άλλωστε και το κενό όπως και κάθε πιθανή μορφή αυθύπαρκτης εκδοχής ζωής.
          Διότι το ταξίδι της λέξης αυτής, όπως κι όλων των λέξεων – ειδικά της Ελληνικής Γλώσσας – , αποτελεί ένα πηγαίο δάκρυ αναζωογονητικής ενθάρρυνσης  του αγώνα της ανθρώπινης σκέψης.
          Και να που οι λέξη ενόραση έφτασε στα χείλη μου. Στα χέρια μου κι από εκεί στη σελίδα της γραφής, η οποία σύντομα θα γίνει οπτικό φιλί στα μάτια των αναγνωστών.
          Ώστε να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του αέναου της επικοινωνίας, όπως η ίδια η ένσαρκη δημοσίευση των σκέψεων που δημιουργούνται στα ενδότερα κάθε ψυχής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Το δαχτυλίδι του δειλινού

Πρωταγωνίστρια στη ζωή των πιο γαλανών ονείρων, η κοπέλα γεννήθηκε στις απαρχές του αιγαιοπελαγίτικου καλοκαιριού που της χάρισε εκείνο το πληθωρικό χαμόγελο που διαρκώς απλώνεται στα χείλη της σαν ικεσία μιας ομορφιάς που μεγαλώνει κάτω από τη σαγηνευτική παρουσία των ματιών της.
Και συμβαίνει κάθε χρόνο στη γενέθλια ημέρα της ζωής της η κοπέλα να ταξιδεύει με όλα τα μέσα που η προηγούμενη Άνοιξη της έχει εμπιστευτεί. Μόνο σ’ αυτήν. Στην εκλεκτή της άνοιξης.
Συμβαίνει να ταξιδεύει στην πλώρη του μοναδικού αβύθιστου καραβιού που κύλισε ποτέ στα θαλασσινά όνειρα των παιδιών τη στιγμή που μεταβαίνουν από την παιδικότητα στην εφηβεία.
Κι επειδή η κοπέλα είναι μοναδική, το απρόσκλητο, το τυχαίο επισκέπτεται συχνά τη ζωή της. Μια ζωή αληθινή, εσωτερική, ονειρική και πολύ ενδιαφέρουσα.
Μια ζωή που από την πρώτη ανάσα που χαράχτηκε στα χείλη της κοπέλας περιελάμβανε ήδη το απρόσκλητο, το πρόθυμο της φαντασίας όνειρο που επιθυμεί να ενσαρκωθεί στις σκέψεις και στις πράξεις της.
Έτσι το όμορφο τυχαίο γεγονός διάλεξε η κοπέλα, για να συμβεί, όπως ακριβώς το πιο ψηλό θαλασσινό κύμα επιλέγει την τέλεια ακρογιαλιά, για να εναποθέσει τα όνειρα, τις σιωπές και τις πιο γόνιμες στιγμές που φέρνει από τα βαθιά της γαλάζιας θάλασσας στην επιφάνεια των προσωπικών γεγονότων.
Καθώς ακριβώς στην επέτειο της γενέθλιας ημέρας της η κοπέλα κατέβηκε στη θάλασσα το απόγευμα και περπατώντας εξερευνητικά, σα να την έσπρωχνε κάποια θεϊκή εντολή, εκεί όπου απολήγουν τα απαλά καλοκαιρινά κύματα, το διαισθάνθηκε πως κάτι εξαιρετικό πρόκειται να συμβεί.
Και πράγματι περπατώντας στην άκρη της θάλασσας αντίκρισε μέσα στην άμμο ένα δαχτυλίδι.
Ήταν ένα όμορφο κι ακριβό γυναικείο δαχτυλίδι. Η κοπέλα έσκυψε και το πήρε στα χέρια της κι ένιωσε πως είναι το κορίτσι της τύχης.
Η πρώτη της σκέψη ήταν να μπορέσει να βρει σε ποια γυναίκα ανήκε.
Όμως όλες της οι προσπάθειες τις επόμενες ημέρες απέβησαν άκαρπες και τελικά το δαχτυλίδι έγινε δικό της και η κοπέλα αποφάσισε να το ονομάσει το «δαχτυλίδι του δειλινού».
Από τότε το κρατά σε ένα όμορφο μικρό κουτάκι διακοσμημένο με κοχύλια και παρατηρεί πως της φέρνει μιαν υπέρλαμπρη τύχη.
Αλλά και το χαμόγελό της πληθαίνει στα χείλη της όπως και η αδιαφιλονίκητη πια βεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις σκέψεις της αποδιώχνοντας κάθε παιδικό φόβο από το μυαλό της.
Δεν ξεχνά βέβαια ποτέ της πως το δαχτυλίδι είναι μόνο η αρχή μιας ζωής γεμάτης ευτυχισμένες στιγμές.

Γιάννης Πολιτόπουλος