Τετάρτη, 15 Νοεμβρίου 2017

Μία γόνιμη απουσία

          Στην απαλή προεξοχή μιας ακατόρθωτης σχεδόν απουσίας ο νεαρός άντρας ενδίδει στην απόλυτη, στην κυρίαρχη απουσία μιας γυναίκας.
          Μολονότι το τέλος του Φθινοπώρου αγγίζει τις σκιές της μνήμης του, ο άντρας εμπλουτίζει το βλέμμα του με την ενθύμηση των ακροτελεύτιων βλεμμάτων μιας γυναίκας, η ομορφιά της οποίας υπερβαίνει κάθε πιθανή εκδοχή των ονείρων του ή και των αναζητήσεων ή των προθέσεών του.
          Ο άντρας το γνωρίζει ότι η γυναίκα έχει πια χαθεί, βρίσκεται κάπου μακριά σε κάποια αχνή ακρογιαλιά της αντρικής αδυναμίας του παρελθόντος της.
          Μα η γυναίκα, με όλο το πλήθος των αναμνήσεών της να τη συνοδεύει παντού, βρίσκεται σε μία απροσδόκητα κοντινή απόσταση, όπως θα μπορούσε να συμβαίνει στα πιο γλυκά όνειρα, τα σμιλεμένα από την προσμονή.
          Και για τους δύο η απουσία μοιάζει σα μαγικό σώμα ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος.
          Στις εκβολές των ονείρων του άντρα η γυναίκα ενυπάρχει πάντα σαν εικόνα μιας προσμονής που επαναλαμβάνεται και που τη δύναμη της οποίας αγνοούν τόσο ο ίδιος όσο κι εκείνη.
          Πρόκειται για τη σπάνια εκείνη περίπτωση που ακόμη και η άγνοια των προθέσεων του άλλου συνιστά έρωτα και μάλιστα ατελεύτητο.
          Αυτός είναι κι ο κυρίαρχος, ο ηγεμονικός λόγος που τα γυναικεία χείλη επαναπροφέρουν συχνά το αντρικό όνομα και μάλιστα με την ένταση ενός φευγαλέου αλλά πολύ δυνατού κύματος, όπως αυτού του Αιγαιοπελαγίτικου των απαρχών του Χειμώνα.
          Κι αλήθεια, μόνο η θάλασσα με την απεραντοσύνη των κυμάτων της μπορεί να γνωρίζει το χαρακτήρα του μέλλοντος των δύο αυτών προσώπων, τα οποία κάποτε χάθηκαν στη λανθάνουσα βεβαιότητα των παρορμήσεών τους.
          Και δεν απομένει πια παρά η μοναχική ενατένιση του στιγμιαίου ονείρου του άντρα, ο οποίος διαρκώς αναζητά το άπιαστο.
          Ενώ η γυναίκα, πιο γήινη, πιο ανθρώπινη εκείνη, διαλέγεται με το παρελθόν της έχοντας αποδιώξει από τα νεανικά ακρογιάλια της μνήμης της την υπενθύμιση ενός άντρα, το βλέμμα του οποίου δε μπόρεσε ποτέ να ενδώσει στην ενδοχώρα των ονείρων της.
          Έτσι, η μόνη πιθανή, η μόνη ενδεδειγμένη άλλωστε, κατάληξη της ιστορίας τους παραμένει μόνο η δυναμική του τυχαίου.
          Διότι το τυχαίο ταιριάζει ιδιαιτέρως στο τρισδιάστατο πέλαγος της ανθρώπινης ζωής είτε οι άνθρωποι το αποδέχονται λεκτικά είτε το αρνούνται πεισματικά.
          Και γιατί η ζωή τελικά είναι κι αυτή ένα κείμενο που δεν τελειώνει οριστικά όσο ακόμη κι ένας εξακολουθεί να το διαβάζει.

Γιάννης Πολιτόπουλος      

Τετάρτη, 8 Νοεμβρίου 2017

Το σχήμα της σκιάς

Χειμωνιάτικο βράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή.
Λέει:
«Τότε, τη μέρα που σε έλουζε ο ήλιος στην αμμουδιά και η χρυσή καλοκαιρινή άμμος ήταν ένα χάδι στο βρεγμένο κορμί σου. Τότε,  που είχες δυο στήθη κόκκινα και χείλη ερωτευμένα με τις ηλιαχτίδες. Θα το θυμάσαι που ήσουν ξυπόλητη, ντυμένη με ένα χαμόγελο αθανασίας. Ένα πρόσωπο καθάριο, αδιαίρετο. Πρέπει να θυμάσαι το γαλάζιο ουρανό που έμενε άφωνος από τη νοτισμένη παρουσία σου. Τότε, τη μέρα που κι ένα τυχαίο άγγιγμα ήταν μια επαλήθευση της αιωνιότητας.»
Στο άκουσμα του λόγου αυτού η όμορφη γυναίκα ανοίγει τα μάτια. Ανασηκώνεται και κάθεται στο κρεβάτι με τα μάτια στραμμένα προς το φως που μιλά.
Για λίγο γίνεται σιωπή.
Έπειτα, το φως συνεχίζει το μονόλογό του:
«Θυμάσαι κι εκείνο το λόγο που σου είχε ψιθυρίσει ένας γέρος ψαράς με άσπρα γένια; Έλεγε πως γνώριζε πολλά. Πως πολλά είχε δει στη ζωή του. Όμως τίποτα σαν τα μάτια σου. Τα μάτια σου – έλεγε – είναι  σαν το βυθό της θάλασσας. Ταλαντεύονται από το ίδιο χαμόγελο. Βαθιά μέσα τους ανακαλύπτει κανείς ένα κοράλλι και τις φωταψίες των γυμνών ονείρων. Τα μάτια σου, έλεγε, είναι η ίδια η απεραντοσύνη. Το γλαυκό των οριζόντων.»
Η γυναίκα ακούει προσεχτικά τα μαγευτικά λόγια του φωτός. Ανασηκώνει τα χέρια της. Τα φέρνει στο πρόσωπό της με μία κίνηση θηλυκά απαλή. Αγγίζει ελαφρά τα μάτια της. Για λίγο μόνο. Έπειτα κατεβάζει τα χέρια. Φαίνεται πως θα ήθελε να μιλήσει. Να μιλήσει προς αυτή την άγνωστη φωνή που ακούγεται από την ουράνια θάλασσα και που χαϊδεύει όλη την ύπαρξή της. Τα χείλη της όμως μοιάζουν να αρνούνται. Η γυναίκα εγκαταλείπει την προσπάθεια.
Ακούει ξανά τη φωνή να λέει:
«Κι εκείνον το νεαρό με τις δυνατές πλάτες και τα σκισμένα από την αρμύρα χείλη τον θυμάσαι; Που ώρες ολόκληρες καθόταν πάνω στον ψηλό βράχο και σε κοιτούσε με μάτια διάπλατα, σα να ήσουν ένα θαύμα. Ένα απροσδόκητο καλοκαιρινό θαύμα. Θυμάσαι τι έγραψε κάποιο απομεσήμερο στην άμμο; Εκείνα τα λόγια που το κύμα δεν έσβηνε ποτέ τα δειλινά;»

«Ο έρωτας έχει το σχήμα της σκιάς σου.»

Στο άκουσμα της πρότασης αυτής η γυναίκα σηκώνεται από το κρεβάτι. Περπατά πάνω – κάτω μέσα στο δωμάτιο. Είναι γυμνόποδη. Τα λευκά της πόδια γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο. Ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη της. Σταματά στη μέση σχεδόν του δωματίου ζώντας μία ευτυχία ανεκδιήγητη.
Η ζωή της καθρεπτίζεται στο ομιλόν φεγγαρόφωτο αποκτώντας μια καινούρια διάσταση, την οποία αδυνατεί να αποτυπώσει ο καθαρός πια καθρέπτης του δωματίου.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Πέμπτη, 2 Νοεμβρίου 2017

Η παράλληλη ζωή

    Καθώς απλώνεται σιωπή στα μύχια της ψυχής της, η γυναίκα κλείνει τα μάτια κι επιχειρεί να αισθανθεί τον ερχομό μιας επαρκώς ανανεωμένης σκέψης.
    Η ιστορία της αυτή συμβαίνει σε μία αμυδρή προεξοχή του βλέμματός της, τη στιγμή που δίχως να το γνωρίζει, αποτελεί και η ίδια, αποτελεί το ονειρικό πρόσωπο μιας παρελθοντικής αβεβαιότητας.
    Σα σε συγχορδία μεταβαλλόμενων επιθυμιών η γυναίκα ανακαλύπτει πως στην ανεπαίσθητη προεξοχή μιας παλιάς φιλοφρόνησης έχουν διατηρηθεί τα ψήγματα μιας στοιχειώδους αμοιβαιότητας.
    Η ίδια η γυναίκα προβλέπει πως όταν βρεθεί μακριά από το φόντο της τωρινής σιωπής της, άξαφνα μία παράλληλη ζωή θα ξεκινήσει για τα μάτια της.
    Εκείνη τη στιγμή της διαπίστωσης αυτής η γυναίκα ενδίδει στη φωσφορίζουσα διάθεση μιας ανεπαίσθητης μνήμης.
    Η παράλληλη ζωή της, η πραγματική ζωή της, έχει ήδη ξεκινήσει να μεταφράζει τα λόγια της προσμονής της στη μεταφο9ρική αλλά πολύ όμορφη γλώσσα των επιθυμιών της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

Woman and Man

                                          W riting
                                          o n a
                                          m iracle that
                                          a rrives
                                          n ear everything

                                                  end

                                           M ainly
                                           a s the
                                           n ature of touching

                                               reflex love

                                           Yannis Politopoulos

Πέμπτη, 19 Οκτωβρίου 2017

Η ενθρόνιση του Λόγου

   Το μεγαλεπήβολο σχέδιο του νεαρού αγοριού είχε ήδη εδραιωθεί στις μύχιες περιοχές της σκέψης του πριν ακόμη κι από την πρωτόφαντη εμφάνιση του κοριτσιού.
   Ήταν ένα είδος σύμπλευσης του Λόγου με τη σύζευξη σκέψης και πρόθεσης.
   Κι αυτή ακριβώς η ενεδρεύουσα συναισθηματική ώθηση δημιούργησε την απαραίτητη ηγεμονική επιθυμία της συναπάντησης αγοριού και κοριτσιού.
   Καθώς από την πρώτη τους συνάντηση όλη η υφή της διαφαινόμενης ένωσής τους εδραιώθηκε στη μοναδικότητα ενός συναισθήματος που σαν από πάντα ενείχε στις εκδηλώσεις του την απόλυτη μοναδικότητα.
   Κι έμοιαζαν αυτοβιογραφούμενες οι συναθροίσεις τους και μάλιστα ενέχουσες τη δυνατότητα τοποθέτησης ενός απλού αλλά στιβαρού χώρου γραφής, ικανού να εμπεριέχει ακόμη και τις πιο απροσδόκητες συμπεριφορές.
   Αφού όλες οι ανθρώπινες ψυχικές εκδοχές γνωρίζουν πως η αυθεντικότητα μιας αγάπης δύναται να ερμηνεύει ακόμη και το άμεσο μέλλον.

Γιάννης Πολιτόπουλος      

Πέμπτη, 12 Οκτωβρίου 2017

Το απαρέγκλιτο συναίσθημα

    Σε μία πλειάδα αναμνήσεων, η γυναίκα που κάποτε είχε φοβηθεί από την ένταση των ονείρων της, εναποθέτει την απαρηγόρητη κάρτα της συναισθηματικής της προσφοράς.
    Μα εκείνος αγνοεί πια τις διαδικασίες αυτές που κάποτε – πίσω σε ένα βίαιο παρελθόν – ενσάρκωσαν στις ακρογιαλιές του βλέμματός του την πιο άμεσο υφή της ευτυχίας.
    Η Γραφή, η οποία πάντα παρακολουθεί άγρυπνη τέτοιες ανθρώπινες ιστορίες, τους φωτογραφίζει να στέκουν ολομόναχοι στη θαλασσοδαρμένη μορφή της αλλοτινής αγάπης τους.
    Και μόνο ένα μικρό ποίημα ηχεί έτοιμο να μεριμνήσει ξανά για την επιβεβαίωση του απροσδόκητου. Αρκεί οι δυο τους να μιμηθούν την πρωτάκουστη νηνεμία της πιο αγνής αγκαλιάς τους.
    Ώστε να επανέρχεται στη ζωή εκείνη η παλιά πρωτογενής υφή προσδοκιών που ενέχουν στη διάθεση της πραγμάτωσής τους μία παντελώς νεότευκτη διάθεση αρμονίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 6 Οκτωβρίου 2017

Forever

Deep in the sea
of words
 
A feeling cries
for love
 
Deep in the heart
of touching
 
A word cries
for tenderness
 
Deep in the horizon
of touching
 
a kiss flies
for their beginning
 
And now
- while you read this poem -
deep in your souls
my hand touches your look
 
So my poem
begins to live for the day
we will be together
 
Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 29 Σεπτεμβρίου 2017

Parthenogenesis

Tomorrow
I will breathe your love

Tomorrow
I will touch your heart

Tomorrow
I will kiss your words

Until then
I dream your tenderness

And suddenly
your hand creates love

There is no silence
anymore

There is no fear
anymore

There is no past
anymore

Because your touch
destroys any enemy

People, look
the kiss gives birth to a future
with no history at all

Yannis Politopoulos

Παρασκευή, 22 Σεπτεμβρίου 2017

Η κοπέλα της μοναδικότητας

    Από την απίστευτη εκείνη στιγμή που – μικρή ακόμη – η κοπέλα με τα μαύρα μαλλιά περιήλθε υπό την απεριόριστη προστασία της ομορφιάς, τα στοιχεία της φύσης την αγάπησαν με κάθε τρόπο.
    Ο αέρας ταξιδεύει το βλέμμα της σε κάθε εκδοχή της περιβαλλοντικής αλλά και της έντεχνης ομορφιάς.
    Το νερό διαμοιράζει τα λόγια της σε κάθε διαχρονικό ταξίδι στους ωκεανούς της αγάπης.
    Η φωτιά μετακινεί τους πόθους της προς την κατεύθυνση της πιο ιστορικής ανάμνησης που πρόκειται να βαπτίζει με ομορφιά την πρώτη ερωτική τρικυμία των εφηβικών συναισθημάτων.
    Η γη μετατρέπει τις ατέλειες των εδαφών της προκειμένου να βαδίζει εκείνη άνετα κρατώντας με χάρη τη σημαία της αγνότητας των συναισθημάτων.
    Το φως έλκει κάθε χαμόγελό της αναδεικνύοντας πως και η προσωρινότητα διαθέτει στα μύχια των δευτερολέπτων της μία απίστευτα σπουδαία αίσθηση επίδρασης στην ανθρώπινη νόηση.
    Γιατί είναι ενυπόγραφη από χέρι θεού η ομορφιά που προσδίδει αξία σε κάθε εκδοχή ζωής.


Γιάννης Πολιτόπουλος      

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Το φως των αστεριών

   Κάτω από τη μονοκρατορία της σιωπής του ο άντρας με τα αστείρευτα μάτια ξεκίνησε να περπατά κατά μήκος της παραλίας αγνοώντας κι ο ίδιος τι ακριβώς αναζητά.
   Ίσως ένα κύμα διαίσθησης είχε ενθρονίσει στη ζωή του την απεραντοσύνη μιας αβεβαιότητας, ικανής να πλήττει ακόμη και τις πιο μύχιε σκέψεις του.
   Άξαφνα η ζωή του φωτίστηκε στη νοητή προέκταση του βλέμματός του από χιλιάδες αστέρια, το φως των οποίων λειτουργούσε πάντα στη ζωή του ως σημείο εκκίνησης της πιο αληθινής φαντασίας.
   Ο άντρας άπλωσε τα νοητά χέρια του ψυχικού βλέμματός του και ενθρόνισε στη σκάλα του μέλλοντός του την πρωτόλεια σκέψη των αναζητήσεών του.
   Με τα χείλη του την εμφύσησε στον εναέριο κόσμο των αστεριών, απολύτως βέβαιος ότι μία άλλη αδερφή ψυχή θα τη συναπαντήσει. Το αποτέλεσμα το άφησε στην αέναη δικαιοδοσία του φωτός των αστεριών.
   Κι ήταν, όπως εξάλλου είναι και σήμερα, απολύτως πεπεισμένος πως θαύμα δίχως τον άνθρωπο δε γίνεται.

Γιάννης Πολιτόπουλος  

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Η μοιραία συνάντηση

Συνέβη στη ζωή της γυναίκας, όταν εκείνη δεν το περίμενε. Συνέβη απροσδόκητα, όπως συμβαίνουν συνήθως τα γεγονότα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Γιατί όλοι  βιώνουν το αναπάντεχο εξαιτίας της θνητής ύπαρξής τους.
Στη γυναίκα αυτή συνέβη να γίνει το πρόσωπο της γραφής ενός συγγραφέα.
Όλα συνέβηκαν, όταν η γυναίκα βρέθηκε στο αεροδρόμιο Kennedy της Νέας Υόρκης πηγαίνοντας προς το Λος Άντζελες.
Καθώς περίμενε υπομονετικά την πτήση της απολαμβάνοντας έναν καφέ, την είδε για πρώτη φορά ο συγγραφέας που τυχαία είχε βρεθεί στον ίδιο χώρο ψάχνοντας κάτι να τον εμπνεύσει, γιατί είχε πολύ καιρό να γράψει.
Κι όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στη γυναίκα αυτή, οι φλέβες του δεξιού χεριού του άρχισαν να χτυπούν όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Γιατί η γυναίκα αυτή ήταν μοιραία έχοντας μία Αρχαιοελληνική ομορφιά σε όλα τα χαρακτηριστικά του σώματός της. Η ομορφιά της δεν ήταν καθόλου κοινότυπη, καθόλου συνηθισμένη. Ήταν αρμονική και συμμετρική από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η γυναίκα αυτή ήταν σαν να είχε βγει από τα σπλάχνα μίας Αρχαιοελληνικής τραγωδίας.
Ο συγγραφέας δεν άντεχε να την κοιτάζει άλλο από μακριά. Έβγαλε το παλιό σημειωματάριό του κι έγραψε μόνο γι’ αυτήν:

Εκεί
ανάμεσα στα μάτια της
εκεί
στην υπερβολή
της τέλειας θηλυκότητάς της
η αγάπη
βιώνει τον ερχομό
ποθώντας ένα της φιλί

          Όταν τελείωσε τη γραφή, ο συγγραφέας σηκώθηκε από τη θέση του, την πλησίασε εκστασιασμένος και της πρόσφερε το σημειωματάριό του χωρίς να πει κάτι.
          Η γυναίκα δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από την απροσδόκητη κίνηση του συγγραφέα. Πήρε στα χέρια της το ανοιχτό σημειωματάριο και διάβασε το μικρό ποίημα που είχε γραφτεί γι’ αυτήν, αποκλειστικά για την ίδια.
          Το διάβασε δύο φορές κι έπειτα ανασήκωσε το βλέμμα της, κοίταξε τον συγγραφέα, του χαμογέλασε και του είπε με γλυκιά φωνή:
-         Τι απλό, τι όμορφο! Θα ήθελα να με συνοδέψει στο ταξίδι μου.
-         Με θέλετε κι εμένα; Ρώτησε δειλά ο συγγραφέας.
-         Ναι, αρκεί να γράφετε μόνο για μένα! Απάντησε η γυναίκα.
Στο αεροπλάνο ο συγγραφέας πετούσε στα σύννεφα μαζί της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

The day of silence

As long as Kids die
my words are nothing

As long as kids are hungry
my dreams are naked

As long as kids can’t dream
my feelings are tears

We are nothing
while kids can’t laugh

We need the day of silence
until we stop the nothing

Hey Friends, look at the sun,
a light burns our wrongs

Yannis Politopoulos

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Η μικρή απώλεια

          Ένας τριγμός στα σωθικά της γλώσσας είναι συχνά αρκετός, για να καταχωρηθεί μια κατάσταση ως γενόμενη στη ζώσα μνήμη ενός ανθρώπου.
          Και προέκυψε ως τέτοιος ο τριγμός μιας παράλληλης σχέσης με τα πράγματα στη ζωή της γυναίκας εκείνης που συνήθιζε να χάνει ή να ξεχνά αντικείμενα.
          Οι απώλειες συνήθως δεν της είχαν επιφέρει κανένα άλλο συναίσθημα παρά μόνο μια στιγμιαία ποικιλία λύπης.
          Όμως το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο και καθημερινό αντικείμενο στάθηκε ικανό να εκκινήσει πληθώρα γεγονότων κι έξαρση συναισθημάτων. Ουσιαστικά αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την πλοκή της ιστορίας.
          Ζώντας σε μια πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα πλην του εναπομείναντος γαλάζιου της θάλασσας, η γυναίκα αυτή, το ίδιο όμορφη και στον ήλιο και στο φεγγάρι απώλεσε για ακόμη μία φορά τον αναπτήρα της.
          Φυσικά, αυτή η απροσεξία της δεν της άλλαξε κανένα σχεδιασμό. Δεν ήξερε όμως, Αγνοούσε ακόμη πως ο μύθος ενυπάρχει σε κάθε αντικείμενο.
          Ήταν ένα μικρό κόκκινο αναπτηράκι που πολλές φορές είχε σφίξει στην παλάμη της. Και η αίσθηση αυτή της είχε αρέσει, καθώς ήταν αθώα και συνάμα ολοκληρωτική. Και καθώς η απώλεια αυτή ταυτίστηκε χρονικά με την επάνοδό της στην απροστάτευτη ζωή των δρόμων.
          Γιατί μετά από μία περίοδο πλησμονής και εσωτερικής αναζήτησης η γυναίκα περπάτησε ξανά στους δρόμους της πόλης αναζητώντας υποσυνείδητα την πραγμάτωση ενός μύθου.
          Η βόλτα που επιχειρούσε, ήταν σαν την πορεία ενός γυναικείου χεριού στο γνώριμο μέτωπο ενός παιδιού, του δικού της παιδιού.
          Και μάλιστα, η πορεία της γυναίκας, αυτό το στροβίλισμά της στις εκδοχές των δρόμων της πόλης συνοδεύτηκε από σκέψεις που κύλισαν μέσα της με ένα ρυθμό ασυνάρτητης ουράνιας βροχής.
          Μέχρι την απροσδόκητη στιγμή που πάτησε ένα αντικείμενο και σκύβοντας να δει τι ακριβώς ήταν, διαπίστωσε πως είχε χαλάσει άθελά της ένα αναπτηράκι σαν το δικό της αλλά σε άσπρο χρώμα. Ένα αναπτηράκι που κάποιος άλλος είχε χάσει, όπως κι η ίδια.
          Αυτή η ξαφνική της ταύτιση με τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός άλλου, ενός άγνωστου ανθρώπου κατέστη ξαφνικά ικανή να μεταστρέψει τη δική της συμπεριφορά.
          Η γυναίκα πήρε το χαλασμένο πια αναπτηράκι, το σκούπισε με το μαντήλι της και το έσφιξε με αγάπη μέσα στην παλάμη του χεριού της.
          Ήταν η στιγμή που αποφάσισε πως ποτέ πια δε θα έχανε ένα προσωπικό αντικείμενο.
Γιάννης Πολιτόπουλος  

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η πρωτόλεια αλλαγή

          Μέχρι εκείνη τη στιγμή πάντα νόμιζε λάθος. Λάθος οι σκέψεις, λάθος οι  υποσχέσεις, υποθετικές οι αναζητήσεις και ουτοπικές οι απαντήσεις της.
          Δεν είχε κατορθώσει ποτέ να υπερβεί την επιφάνεια των πραγμάτων. Έτσι, αγνοούσε ακόμη την τιτάνια δύναμη εκείνου του σημείου της τελειότητας στο πόδι της. Εκεί όπου μια φεγγαραχτίδα είχε κάποτε εναποθέσει το δάκρυ μιας παλιάς αλλά αυθεντικής ελπίδας.
          Το σημείο εκείνο που ήταν η απαρχή μιας ακόμη έμπνευσης για τη γραφή του σώματος.
          Το σημείο της τελικής κατάφασης της γραφής σε ένα απροσδόκητο μέλλον που περίμενε καιρό να διεισδύσει στο βλέμμα της.
          Άλλωστε, πολλές φορές είχε ταλαντώσει τα ελαστικά της δάχτυλα με τα πράσινα νύχια δείχνοντας προς το εμβρόντητο παράθυρό της Άνοιξης.
          Με τον τρόπο αυτό η καρδιά της πετούσε στη μοναξιά του τυχαίου ζευγαρώματος. Εκεί πρωτοσυναντούσε σκέψεις και σιωπές της πιο καταγάλανης θάλασσας.
          Όπως τότε που το τριπλό χάδι του ανέμου αγκάλιασε ένα γυμνό όνειρό της τυλίγοντάς την στη συμμετρία της πιο τέλειας ζωής. Γιατί δεν άργησε να φιληθεί από καυτά χείλη το σημείο της θηλυκής της τελειότητας ακριβώς εκεί, πάνω από το φιλντισένιο αστράγαλο του δεξιού ποδιού της.
          Ήταν ένα φιλί λατρείας, ένα φιλί παθιασμένο με τη βεβαιότητα της ομορφιάς. Ένα σάρκινο φιλί που κράτησε για ώρα μετατρέποντας τη γυναίκα σε απόλυτη θεά της θηλυκότητας.
          Από την ώρα της πραγμάτωσης της πράξης αυτής, η γυναίκα δεν έκανε ποτέ πια λάθος. Γιατί βίωνε σε όλο το σάρκινο πέπλο της αστείρευτης θηλυκότητάς της την απόλυτα δικαιολογημένη έπαρση της ύπαρξης που αξίζει να αποθεώνεται όπως κάθε φυσικό θαύμα που εισχωρεί στο ανθρώπινο βλέμμα.
          Δεν υπήρχαν πια ούτε ερωτήσεις ούτε απαντήσεις. Η θηλυκότητα είχε απομακρύνει κάθε πιθανό λάθος από τη ζωή της γυναίκας.
          Τα φιλιά εναλλάσσονταν στα πόδια της σαν καλοκαιρινές ηλιαχτίδες που ζωγραφίζουν στην άμμο.
          Η γυναίκα ήταν αδύνατο να μετρά τα άπειρα βλέμματα θαυμασμού που κατέληγαν στα πόδια της ικετεύοντας σιωπηλά ένα δικό της πασίχαρο βλέμμα.
          Τις νύχτες μάλιστα ακόμη και οι φεγγαρένιες αχτίδες τρεμόπαιζαν πάνω στα πόδια της νανουρίζοντας τη θηλυκότητα των ονείρων της.
          Και κάθε πρωϊνό η γυναίκα ετοιμάζονταν με ένα διάπλατο χαμόγελο να βιώσει ακόμη μια ημέρα αποθέωσης, ακόμη μια ημέρα μακριά από τα λάθη του παρελθόντος ως η θεά της πιο πρωτόλειας θηλυκής αλλαγής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Before the beginning

Everywhere
in the universe

Everywhere
in the unknown

There is
a living silence

There are
all the dreams
waiting for the end
of the beginning

Between the universes
exist ourselves
together like a new universe

Yannis Politopoulos

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η λέξη που ταξιδεύει

          Με τη βεβαιότητα μιας συνεχούς, αδιάκοπης σχεδόν, εναλλαγής στα ποικίλα ανθρώπινα χείλη η λέξη αυτής της ιστορίας αρχίζει την περιπλάνησή της.
          Τη λένε ενόραση κι αποτολμά να πηγαινοέρχεται σε όλα τα ανθρώπινα χείλη. Γιατί είναι η ίδια το πηγαίο νόημα μιας άμεσης γνώσης δίχως καμία αναγκαιότητα επεξεργασίας.
          Πρωταρχικά ταξιδεύει στα χείλη μικρού παιδιού που την προφέρει κι ας μη γνωρίζει ακόμη με πλήρη ακρίβεια το νόημά της.
          Έπειτα προστίθεται στα χείλη εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, κι εκεί ενεδρεύει για την πιο πηγαία ανθρώπινη ενασχόληση, αυτή της φιλίας.
          Κατόπιν, από τα χείλη ενός φοιτητή εκκινεί τη διαδικασία γραφής ενός ποιήματος.
          Κι όταν το ποίημα καταλήγει στη σκιά του βλέμματος μιας νεαρής γυναίκας, τότε μορφοποιεί ένα ολοκαίνουριο είδος αγάπης.
          Για να μεταβληθεί αμέσως μετά σε απάνεμη παραλία μιας μεσήλικης αγάπης, τόσο ισχυρής όμως που μπορεί να αναδεύει τη σημαία του εμβρόντητου ερχομού.
          Καθώς η ίδια η λέξη ενηλικιώνεται ασταμάτητα παρατηρώντας τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που τη συνιστούν, να προορίζονται για το ίδιο το ατέλειωτο ταξίδι των άπειρων εκδοχών της ζωής.
          Διότι η λέξη αυτή αποκαλύπτει κάθε μέρα στα μικρά παιδιά που διαβάζουν, πως οι εκδοχές της ζωής είναι αδύνατο να μετρηθούν με την πενιχρή δύναμη των αριθμών.
          Αφού και οι αριθμοί μία άλλη εκδοχή της απεραντοσύνης είναι.
          Απομένει τότε το κενό, το οποίο κι αυτό ως λέξη επιχειρεί τον εμπλουτισμό του με την ενεργοποίηση εκείνου του άυλου αισθήματος, το οποίο τα ανθρώπινα χείλη καλούν έρωτα.
          Η ενόραση λατρεύει άλλωστε και το κενό όπως και κάθε πιθανή μορφή αυθύπαρκτης εκδοχής ζωής.
          Διότι το ταξίδι της λέξης αυτής, όπως κι όλων των λέξεων – ειδικά της Ελληνικής Γλώσσας – , αποτελεί ένα πηγαίο δάκρυ αναζωογονητικής ενθάρρυνσης  του αγώνα της ανθρώπινης σκέψης.
          Και να που οι λέξη ενόραση έφτασε στα χείλη μου. Στα χέρια μου κι από εκεί στη σελίδα της γραφής, η οποία σύντομα θα γίνει οπτικό φιλί στα μάτια των αναγνωστών.
          Ώστε να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του αέναου της επικοινωνίας, όπως η ίδια η ένσαρκη δημοσίευση των σκέψεων που δημιουργούνται στα ενδότερα κάθε ψυχής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Το δαχτυλίδι του δειλινού

Πρωταγωνίστρια στη ζωή των πιο γαλανών ονείρων, η κοπέλα γεννήθηκε στις απαρχές του αιγαιοπελαγίτικου καλοκαιριού που της χάρισε εκείνο το πληθωρικό χαμόγελο που διαρκώς απλώνεται στα χείλη της σαν ικεσία μιας ομορφιάς που μεγαλώνει κάτω από τη σαγηνευτική παρουσία των ματιών της.
Και συμβαίνει κάθε χρόνο στη γενέθλια ημέρα της ζωής της η κοπέλα να ταξιδεύει με όλα τα μέσα που η προηγούμενη Άνοιξη της έχει εμπιστευτεί. Μόνο σ’ αυτήν. Στην εκλεκτή της άνοιξης.
Συμβαίνει να ταξιδεύει στην πλώρη του μοναδικού αβύθιστου καραβιού που κύλισε ποτέ στα θαλασσινά όνειρα των παιδιών τη στιγμή που μεταβαίνουν από την παιδικότητα στην εφηβεία.
Κι επειδή η κοπέλα είναι μοναδική, το απρόσκλητο, το τυχαίο επισκέπτεται συχνά τη ζωή της. Μια ζωή αληθινή, εσωτερική, ονειρική και πολύ ενδιαφέρουσα.
Μια ζωή που από την πρώτη ανάσα που χαράχτηκε στα χείλη της κοπέλας περιελάμβανε ήδη το απρόσκλητο, το πρόθυμο της φαντασίας όνειρο που επιθυμεί να ενσαρκωθεί στις σκέψεις και στις πράξεις της.
Έτσι το όμορφο τυχαίο γεγονός διάλεξε η κοπέλα, για να συμβεί, όπως ακριβώς το πιο ψηλό θαλασσινό κύμα επιλέγει την τέλεια ακρογιαλιά, για να εναποθέσει τα όνειρα, τις σιωπές και τις πιο γόνιμες στιγμές που φέρνει από τα βαθιά της γαλάζιας θάλασσας στην επιφάνεια των προσωπικών γεγονότων.
Καθώς ακριβώς στην επέτειο της γενέθλιας ημέρας της η κοπέλα κατέβηκε στη θάλασσα το απόγευμα και περπατώντας εξερευνητικά, σα να την έσπρωχνε κάποια θεϊκή εντολή, εκεί όπου απολήγουν τα απαλά καλοκαιρινά κύματα, το διαισθάνθηκε πως κάτι εξαιρετικό πρόκειται να συμβεί.
Και πράγματι περπατώντας στην άκρη της θάλασσας αντίκρισε μέσα στην άμμο ένα δαχτυλίδι.
Ήταν ένα όμορφο κι ακριβό γυναικείο δαχτυλίδι. Η κοπέλα έσκυψε και το πήρε στα χέρια της κι ένιωσε πως είναι το κορίτσι της τύχης.
Η πρώτη της σκέψη ήταν να μπορέσει να βρει σε ποια γυναίκα ανήκε.
Όμως όλες της οι προσπάθειες τις επόμενες ημέρες απέβησαν άκαρπες και τελικά το δαχτυλίδι έγινε δικό της και η κοπέλα αποφάσισε να το ονομάσει το «δαχτυλίδι του δειλινού».
Από τότε το κρατά σε ένα όμορφο μικρό κουτάκι διακοσμημένο με κοχύλια και παρατηρεί πως της φέρνει μιαν υπέρλαμπρη τύχη.
Αλλά και το χαμόγελό της πληθαίνει στα χείλη της όπως και η αδιαφιλονίκητη πια βεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις σκέψεις της αποδιώχνοντας κάθε παιδικό φόβο από το μυαλό της.
Δεν ξεχνά βέβαια ποτέ της πως το δαχτυλίδι είναι μόνο η αρχή μιας ζωής γεμάτης ευτυχισμένες στιγμές.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Η ανάγνωση της γραφής

          Θα το διαβάζατε κατά τη διάρκεια ενός ανοιξιάτικου μεσογειακού απογεύματος συντροφιά με το αίσθημα αναμονής που εκπληρώνει τον εαυτό σας.
          Θα το διαβάζατε με την απίστευτη βεβαιότητα που σας περικλείει.
          Βεβαιότητα για το καθημερινό θαύμα μιας γραφής που πραγματώνεται στα ανθρώπινα χέρια υπό την εποπτεία μιας γενεσιουργού σιωπής.
          Με τη διαδικασία της ανάγνωσης να αδιαφορεί για το φύλο σας, όπως αδιαφορεί και τώρα η δική σας ανάγνωση για το ποιοι είστε.
          Όπως δηλαδή συμβαίνει, όταν γράφοντας ή διαβάζοντας τίποτα δεν εγγυάται παρά μόνο την πραγματικότητα της γραφής ή της ανάγνωσης.
          Με τον αυθεντικό τρόπο ζωής με τον οποίο απολαμβάνει κανείς ένα γεγονός που συντελείται μακριά από τα σχόλια που συνήθως συνοδεύουν άλλες εκδοχές της σύγχρονης ζωής, οι οποίες μοιάζουν πιο πολύ με την κινηματογράφηση ενός εικονικού παρά ενός αυθεντικού γεγονότος.
          Θα διαβάζατε το βιβλίο ζώντας το με όλες σας τις αισθήσεις κι αφαιρώντας από το μυαλό και τη σκέψη σας κάθε προϋπάρχουσα αντίληψη για τα πράγματα και την καθημερινή εξέλιξη των γεγονότων.
          Και διαβάζοντας θα επρόκειτο να ανακαλύψετε με τη φαντασία σας την ανάγνωσης μιας γραφής που μπορεί να συντελείται ταυτόχρονα με τη γραφή που περιγράφει την ανάγνωση που συντελείται στα μάτια σας από τη σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος πάνω στο ανοιχτό βιβλίο.
          Γιατί η ιστορία που τα μάτια σας γράφουν διαβάζοντας, είστε εσείς που διαβάζοντας προεκτείνετε τα όρια της γραφής από το αόριστο στο προσωπικό κι έπειτα στο καθολικό ενός λεκτικού σύμπαντος που δεν πρόκειται να εξαντλείται διαρκώς εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις της γνώσης.
          Κι άλλοτε, ένα καλοκαιρινό απόγευμα ίσως θα διαβάζατε το βιβλίο γράφοντας ταυτόχρονα ή σιωπώντας μπροστά στο θαύμα της ανάγνωσης.
          Αφού γι’ αυτό δημιουργούνται αναγνώσεις, κάποτε και πολλαπλές, ενός κειμένου, ανεξάρτητα από το χώρο ή το χρόνο της πραγματικής ζωής που περνά διατρέχοντας τις σελίδες με την ταχύτητα γνώσης που η ίδια ορίζει.
          Κι επρόκειτο διαβάζοντας να επιθυμήσετε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την εισχώρηση του χρόνου του ανάγνωσης στο δικό σας προσωπικό χρόνο που περικλείεται από τις κινήσεις του σώματος και του νου σας.
          Καθώς αυτού του είδους η διείσδυση ζωοποιεί το φανταστικό επίπεδο και ενοποιεί τελικά τη διαδικασία της ανάγνωσης με τη διαδικασία της γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Μικρό ξεχασμένο βιβλίο

          Λιοπύρι ενεδρεύει στην άκρη του βλέμματος του άνδρα, τα μάτια του οποίου έχουν ενθρονιστεί το καταμεσήμερο στην άκρη της παλιάς σπιτικής βιβλιοθήκης.
          Ένα μικρό βιβλίο τραβάει την προσοχή του και προσελκύει τη μεσημεριανή αρμονία της εμβρόντητης ψυχής του.
          Τότε ανταποκρίνεται άμεσα στη συναισθηματική παρόρμηση κι αγγίζει το βιβλίο.
          Μοιάζει περίεργο αλλά το βιβλίο αυτό δεν έχει ούτε τίτλο ούτε συγγραφέα. Ίσως και να μην έχει εκδοθεί ποτέ πραγματικά. Κι όμως είναι τόσο αληθινό στο άγγιγμά του.
          0 νεαρός άνδρας δε χρονοτριβεί καθόλου. Με μάτια διάπλατα το αγγίζει κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει.
          Το βλέμμα του μοιάζει να καίγεται από αγωνία, έκπληξη αλλά κι από απροσδιόριστη χαρά.
          Αμέσως διαβάζει τυχαία :

Τις πίσω, τις ακραίες σελίδες
τις είχε ξεχάσει

Σαν από αμετανόητο μονόκλ
ξανάρθαν στο βλέμμα του

Μόνο που τώρα όλα αφήνουν φως
στην αμεριμνησία τους

Και κυρίως γι’ αυτό οι λέξεις
δεν αρκούν, δεν ολοκληρώνουν το αύριο

          Κι όμως, σκέφτεται σιωπηλά ο άνδρας, αυτό το δίχως τίτλο ποίημα, το άχρωμο κι άοσμο, το περίεργο, ενέχει τη μυστηριώδη άτιτλη δύναμη χιλιάδων σκέψεων κι άπειρων ονείρων.
          Αφού συχνά το άτιτλο είναι και γενεσιουργό και προπάντων ενδυναμώνει τη διάθεση του αναγνώστη για δημιουργική, συμμετοχική ανάγνωση.
          Το δεύτερο ποίημα που άτιτλο κι αυτό το συναντά ο άνδρας με το τυχαίο άνοιγμα μιας άλλης σελίδας, είναι μικρό κι ακριβώς γι’ αυτό το ονομάζει : Το λεκτικό χάδι.

Άτιτλες στιγμές εμπνέουν
Ποίηση

Αρμονικές πηγές αγάπης
ενώνουν

Κανένας άνεμος δε συγχωρεί
τη λήθη

Καθώς η καλοκαιρινή νύχτα πλησιάζει, ο άνδρας επιστρέφει στη μοναχική του αναζήτηση της ανανέωσης των μοναχικών περιπλανήσεών του. Η Ποίηση μπορεί να περιμένει τις αυριανές ηλιαχτίδες της αιωνιότητάς της.


Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το αθέατο όνειρο

Κατακαλόκαιρο. Δίπλα στη γαλάζια θάλασσα ένα μικρό κορίτσι ταλαντεύει το καθάριο, το αγνό παιδικό του βλέμμα στην απεραντοσύνη του ορίζοντα.
          Είναι το κορίτσι του περιάκτη ανέμου, το ξανθό κορίτσι των πιο στοχαστικών ονείρων. Είναι το κορίτσι που πρόκειται να κατακτήσει το γαλάζιο μέλλον.
          Στέκεται εκεί, πάνω στη χρυσή αμμουδιά των καλοκαιρινών ονείρων της, και τα διάπλατα καστανοπράσινα μάτια της επιχειρούν το αδύνατο, το ακατόρθωτο, το ελκυστικό. Επιχειρούν να συνδέσουν τη ζωή με το όνειρο, το ξανθό φως με το γαλάζιο του θαλασσινού νερού.
          Φορά ένα λινό γαλάζιο φόρεμα κεντημένο με τις παιδικές της επιθυμίες.
          Καμιά φορά που το βλέμμα του ξεστρατίζει από την απεραντοσύνη, το κορίτσι ζωγραφίζει στην άμμο τις λέξεις που αγαπά πιο πολύ.
Κι έπειτα, τις διακοσμεί με κοχύλια και τις αφήνει να περιμένουν να τις λούσει με τις ασημένιες λουρίδες του το φεγγαρόφωτο που τη νύχτα θα διαδεχτεί το ξανθό φως των ηλιαχτίδων.
          Οι λέξεις αυτές που τις χαϊδεύει τη μέρα το γαλάζιο κύμα της θάλασσας είναι: ευτυχία, αγάπη, απεραντοσύνη και όνειρο.
          Γράφει μόνο αυτές, γιατί το μικρό κορίτσι γνωρίζει πως μόνο η σταθερότητα και η εμβάθυνση των συναισθημάτων και των ονείρων της αποτελούν τη μεγαλύτερη εγγύηση για την προσπάθεια που μόλις τώρα ξεκινά στη ζωή της, δηλαδή την προσπάθειά της να βρει την ευτυχία που τόσο αξίζει στην προσωπικότητα που κτίζει καθημερινά με λέξεις, πράξεις και όνειρα.
          Κι είναι πάντα εκεί, δίπλα στη θάλασσα, που ανακαλύπτει τους στόχους της ζωής της.
Και το γνωρίζει πως ο ήλιος τη λατρεύει, πως τα μικρά παιδιά τη θεωρούν ένα πλάσμα εξαιρετικό, ένα κορίτσι εύστροφο με ικανότητες ηγετικές και όνειρα σμιλεμένα από φεγγαρόφωτο.
          Έτσι εξηγείται που η θάλασσα ταξιδεύει το όνομά της στην απεραντοσύνη των οριζόντων και την πηγαίνει πιο μακριά κι από τη χώρα του ονείρου, στη γη της ευτυχίας όπου η ίδια είναι η βασίλισσα των παιδιών.
          Γιατί έτσι πάντα θα γίνεται στη ζωή της.
Θα ξεκινά από ένα μικρό σημείο του κόσμου, για να τον κατακτήσει ολόκληρο.
Και θα τον κατακτήσει, για να τον ομορφύνει με την παρουσία της και με το φως των ονείρων.
Και θα τον κάνει όπως η ίδια τον επιθυμεί, όπως η ίδια τον φαντάστηκε την πρώτη φορά που αντίκρισε τη γαλάζια θάλασσα και πρόσθεσε το παιδικό της χαμόγελο στην ομορφιά της ζωής.
Κι από τότε για πάντα μέχρι την απεραντοσύνη.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Η μαγική γραφή

          Κάποιες στιγμές το βλέμμα σταματά μπροστά στην ομορφιά. Νιώθει αποσβολωμένο, ανίκανο, ατέρμονο. Μετατρέπεται σε βλέμμα χωρίς προορισμό, αφού ο ίδιος ο προορισμός του καθίσταται άπιαστος.
          Τότε παραχωρεί τη θέση του στη σιωπή, έπειτα στη φαντασία και τελικά στο λόγο.
          Όπως ακριβώς συμβαίνει με τη γυναίκα που αγαπά την παλιά γραφομηχανή, η οποία ακόμη στέκει αγέρωχη πάνω στο ξύλινο γραφείο σε πείσμα των καιρών.
          Κι όταν τα πλήκτρα της ενώνονται με τα χέρια της και τα χέρια με την ψυχή της, μια μικρή ιστορία γεννιέται γραμμένη δίπλα στη θάλασσα κάτω από το φως ενός άστατου Ιούνη μήνα.
          Γράφουν στη γραφομηχανή τα δάχτυλα, γράφει αιμάτινα κι η ψυχή της γυναίκας.
          Η γραφή είναι σχεδόν μουσική, σχεδόν μαγική κι αποτελεί την πιο πηγαία απάντηση στον ύπνο της σιωπής του μυαλού.
          Μια θάλασσα απεραντοσύνης δημιουργείται υπό τον ήχο των πληγωμένων από τον καιρό πλήκτρων, έτοιμη να συγκινήσει το πιο πυκνό σκοτάδι των αιώνων.
          Και η γυναίκα της μαγικής γραφής γνωρίζει τον υπέρτατο νόμο της γραφής, τον άγραφο αλλά παντοδύναμο. Το νόμο που διατυπώνει με τρόπο καθάριο πως οι λέξεις αποκτούν κάτι περισσότερο από μία απλή υπόσταση στα χέρια ορισμένων ανθρώπων. Αποκτούν μια ιδεώδη αύρα ικανή να αλλάξει την προσωπική μοίρα και την ευαισθησία της ζωής για πάντα.
          Η γυναίκα σκέφτεται πάντως πως δεν έχει γνωρίσει και πολλούς – ίσως να μην υπάρχουν κιόλας – οι οποίοι να μπορούν αναίμακτα να ολοκληρώσουν την πορεία της γραφής προς τη μεταρσίωση των λέξεων.
          Η ίδια όμως ενστερνίζεται την άποψη πως είναι υπέροχο να βιώνει κάποιος το ταξίδι της ένωσης των λέξεων.
          Με την πεποίθηση αυτή ζωγραφισμένη στον ορίζοντα των συνειρμών της εσωκλείει τη γραφή των στιγμιαίων πόθων της στο λευκό χαρτί όπου πληκτρολογούνται οι λέξεις.
          Τότε κάτι ανθίζει στον άϋλο κόσμο των συναισθημάτων της και το βλέμμα της μετατρέπει το αδιόρατο σε υλική καταγραφή ελκόμενο από την αστείρευτη δύναμη της ανθρώπινης βεβαιότητας πως ό,τι είναι σκέψη, μεταβάλλεται σε γεγονός διά της γραφής.
          Για δευτερόλεπτα η γυναίκα απολαμβάνει αυτό το πρωτόγνωρο κάθε φορά συναίσθημα και κοιτάζει με μια αγάπη απόλυτη το κείμενο που ξετυλίγει την άγνωστη ακόμη ιστορία του.
          Είναι το βλέμμα αυτής της απόλυτης, της επικίνδυνης κάποτε, αγάπης που της προσδίδει τη δύναμη που χρειάζεται μέχρι να ξεκινήσει στο νου της η επόμενη περιπέτεια της πάντα παρούσας γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος