Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Το φως των αστεριών

   Κάτω από τη μονοκρατορία της σιωπής του ο άντρας με τα αστείρευτα μάτια ξεκίνησε να περπατά κατά μήκος της παραλίας αγνοώντας κι ο ίδιος τι ακριβώς αναζητά.
   Ίσως ένα κύμα διαίσθησης είχε ενθρονίσει στη ζωή του την απεραντοσύνη μιας αβεβαιότητας, ικανής να πλήττει ακόμη και τις πιο μύχιε σκέψεις του.
   Άξαφνα η ζωή του φωτίστηκε στη νοητή προέκταση του βλέμματός του από χιλιάδες αστέρια, το φως των οποίων λειτουργούσε πάντα στη ζωή του ως σημείο εκκίνησης της πιο αληθινής φαντασίας.
   Ο άντρας άπλωσε τα νοητά χέρια του ψυχικού βλέμματός του και ενθρόνισε στη σκάλα του μέλλοντός του την πρωτόλεια σκέψη των αναζητήσεών του.
   Με τα χείλη του την εμφύσησε στον εναέριο κόσμο των αστεριών, απολύτως βέβαιος ότι μία άλλη αδερφή ψυχή θα τη συναπαντήσει. Το αποτέλεσμα το άφησε στην αέναη δικαιοδοσία του φωτός των αστεριών.
   Κι ήταν, όπως εξάλλου είναι και σήμερα, απολύτως πεπεισμένος πως θαύμα δίχως τον άνθρωπο δε γίνεται.

Γιάννης Πολιτόπουλος  

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Η μοιραία συνάντηση

Συνέβη στη ζωή της γυναίκας, όταν εκείνη δεν το περίμενε. Συνέβη απροσδόκητα, όπως συμβαίνουν συνήθως τα γεγονότα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Γιατί όλοι  βιώνουν το αναπάντεχο εξαιτίας της θνητής ύπαρξής τους.
Στη γυναίκα αυτή συνέβη να γίνει το πρόσωπο της γραφής ενός συγγραφέα.
Όλα συνέβηκαν, όταν η γυναίκα βρέθηκε στο αεροδρόμιο Kennedy της Νέας Υόρκης πηγαίνοντας προς το Λος Άντζελες.
Καθώς περίμενε υπομονετικά την πτήση της απολαμβάνοντας έναν καφέ, την είδε για πρώτη φορά ο συγγραφέας που τυχαία είχε βρεθεί στον ίδιο χώρο ψάχνοντας κάτι να τον εμπνεύσει, γιατί είχε πολύ καιρό να γράψει.
Κι όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στη γυναίκα αυτή, οι φλέβες του δεξιού χεριού του άρχισαν να χτυπούν όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Γιατί η γυναίκα αυτή ήταν μοιραία έχοντας μία Αρχαιοελληνική ομορφιά σε όλα τα χαρακτηριστικά του σώματός της. Η ομορφιά της δεν ήταν καθόλου κοινότυπη, καθόλου συνηθισμένη. Ήταν αρμονική και συμμετρική από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η γυναίκα αυτή ήταν σαν να είχε βγει από τα σπλάχνα μίας Αρχαιοελληνικής τραγωδίας.
Ο συγγραφέας δεν άντεχε να την κοιτάζει άλλο από μακριά. Έβγαλε το παλιό σημειωματάριό του κι έγραψε μόνο γι’ αυτήν:

Εκεί
ανάμεσα στα μάτια της
εκεί
στην υπερβολή
της τέλειας θηλυκότητάς της
η αγάπη
βιώνει τον ερχομό
ποθώντας ένα της φιλί

          Όταν τελείωσε τη γραφή, ο συγγραφέας σηκώθηκε από τη θέση του, την πλησίασε εκστασιασμένος και της πρόσφερε το σημειωματάριό του χωρίς να πει κάτι.
          Η γυναίκα δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από την απροσδόκητη κίνηση του συγγραφέα. Πήρε στα χέρια της το ανοιχτό σημειωματάριο και διάβασε το μικρό ποίημα που είχε γραφτεί γι’ αυτήν, αποκλειστικά για την ίδια.
          Το διάβασε δύο φορές κι έπειτα ανασήκωσε το βλέμμα της, κοίταξε τον συγγραφέα, του χαμογέλασε και του είπε με γλυκιά φωνή:
-         Τι απλό, τι όμορφο! Θα ήθελα να με συνοδέψει στο ταξίδι μου.
-         Με θέλετε κι εμένα; Ρώτησε δειλά ο συγγραφέας.
-         Ναι, αρκεί να γράφετε μόνο για μένα! Απάντησε η γυναίκα.
Στο αεροπλάνο ο συγγραφέας πετούσε στα σύννεφα μαζί της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

The day of silence

As long as Kids die
my words are nothing

As long as kids are hungry
my dreams are naked

As long as kids can’t dream
my feelings are tears

We are nothing
while kids can’t laugh

We need the day of silence
until we stop the nothing

Hey Friends, look at the sun,
a light burns our wrongs

Yannis Politopoulos

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Η μικρή απώλεια

          Ένας τριγμός στα σωθικά της γλώσσας είναι συχνά αρκετός, για να καταχωρηθεί μια κατάσταση ως γενόμενη στη ζώσα μνήμη ενός ανθρώπου.
          Και προέκυψε ως τέτοιος ο τριγμός μιας παράλληλης σχέσης με τα πράγματα στη ζωή της γυναίκας εκείνης που συνήθιζε να χάνει ή να ξεχνά αντικείμενα.
          Οι απώλειες συνήθως δεν της είχαν επιφέρει κανένα άλλο συναίσθημα παρά μόνο μια στιγμιαία ποικιλία λύπης.
          Όμως το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο και καθημερινό αντικείμενο στάθηκε ικανό να εκκινήσει πληθώρα γεγονότων κι έξαρση συναισθημάτων. Ουσιαστικά αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την πλοκή της ιστορίας.
          Ζώντας σε μια πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα πλην του εναπομείναντος γαλάζιου της θάλασσας, η γυναίκα αυτή, το ίδιο όμορφη και στον ήλιο και στο φεγγάρι απώλεσε για ακόμη μία φορά τον αναπτήρα της.
          Φυσικά, αυτή η απροσεξία της δεν της άλλαξε κανένα σχεδιασμό. Δεν ήξερε όμως, Αγνοούσε ακόμη πως ο μύθος ενυπάρχει σε κάθε αντικείμενο.
          Ήταν ένα μικρό κόκκινο αναπτηράκι που πολλές φορές είχε σφίξει στην παλάμη της. Και η αίσθηση αυτή της είχε αρέσει, καθώς ήταν αθώα και συνάμα ολοκληρωτική. Και καθώς η απώλεια αυτή ταυτίστηκε χρονικά με την επάνοδό της στην απροστάτευτη ζωή των δρόμων.
          Γιατί μετά από μία περίοδο πλησμονής και εσωτερικής αναζήτησης η γυναίκα περπάτησε ξανά στους δρόμους της πόλης αναζητώντας υποσυνείδητα την πραγμάτωση ενός μύθου.
          Η βόλτα που επιχειρούσε, ήταν σαν την πορεία ενός γυναικείου χεριού στο γνώριμο μέτωπο ενός παιδιού, του δικού της παιδιού.
          Και μάλιστα, η πορεία της γυναίκας, αυτό το στροβίλισμά της στις εκδοχές των δρόμων της πόλης συνοδεύτηκε από σκέψεις που κύλισαν μέσα της με ένα ρυθμό ασυνάρτητης ουράνιας βροχής.
          Μέχρι την απροσδόκητη στιγμή που πάτησε ένα αντικείμενο και σκύβοντας να δει τι ακριβώς ήταν, διαπίστωσε πως είχε χαλάσει άθελά της ένα αναπτηράκι σαν το δικό της αλλά σε άσπρο χρώμα. Ένα αναπτηράκι που κάποιος άλλος είχε χάσει, όπως κι η ίδια.
          Αυτή η ξαφνική της ταύτιση με τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός άλλου, ενός άγνωστου ανθρώπου κατέστη ξαφνικά ικανή να μεταστρέψει τη δική της συμπεριφορά.
          Η γυναίκα πήρε το χαλασμένο πια αναπτηράκι, το σκούπισε με το μαντήλι της και το έσφιξε με αγάπη μέσα στην παλάμη του χεριού της.
          Ήταν η στιγμή που αποφάσισε πως ποτέ πια δε θα έχανε ένα προσωπικό αντικείμενο.
Γιάννης Πολιτόπουλος  

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η πρωτόλεια αλλαγή

          Μέχρι εκείνη τη στιγμή πάντα νόμιζε λάθος. Λάθος οι σκέψεις, λάθος οι  υποσχέσεις, υποθετικές οι αναζητήσεις και ουτοπικές οι απαντήσεις της.
          Δεν είχε κατορθώσει ποτέ να υπερβεί την επιφάνεια των πραγμάτων. Έτσι, αγνοούσε ακόμη την τιτάνια δύναμη εκείνου του σημείου της τελειότητας στο πόδι της. Εκεί όπου μια φεγγαραχτίδα είχε κάποτε εναποθέσει το δάκρυ μιας παλιάς αλλά αυθεντικής ελπίδας.
          Το σημείο εκείνο που ήταν η απαρχή μιας ακόμη έμπνευσης για τη γραφή του σώματος.
          Το σημείο της τελικής κατάφασης της γραφής σε ένα απροσδόκητο μέλλον που περίμενε καιρό να διεισδύσει στο βλέμμα της.
          Άλλωστε, πολλές φορές είχε ταλαντώσει τα ελαστικά της δάχτυλα με τα πράσινα νύχια δείχνοντας προς το εμβρόντητο παράθυρό της Άνοιξης.
          Με τον τρόπο αυτό η καρδιά της πετούσε στη μοναξιά του τυχαίου ζευγαρώματος. Εκεί πρωτοσυναντούσε σκέψεις και σιωπές της πιο καταγάλανης θάλασσας.
          Όπως τότε που το τριπλό χάδι του ανέμου αγκάλιασε ένα γυμνό όνειρό της τυλίγοντάς την στη συμμετρία της πιο τέλειας ζωής. Γιατί δεν άργησε να φιληθεί από καυτά χείλη το σημείο της θηλυκής της τελειότητας ακριβώς εκεί, πάνω από το φιλντισένιο αστράγαλο του δεξιού ποδιού της.
          Ήταν ένα φιλί λατρείας, ένα φιλί παθιασμένο με τη βεβαιότητα της ομορφιάς. Ένα σάρκινο φιλί που κράτησε για ώρα μετατρέποντας τη γυναίκα σε απόλυτη θεά της θηλυκότητας.
          Από την ώρα της πραγμάτωσης της πράξης αυτής, η γυναίκα δεν έκανε ποτέ πια λάθος. Γιατί βίωνε σε όλο το σάρκινο πέπλο της αστείρευτης θηλυκότητάς της την απόλυτα δικαιολογημένη έπαρση της ύπαρξης που αξίζει να αποθεώνεται όπως κάθε φυσικό θαύμα που εισχωρεί στο ανθρώπινο βλέμμα.
          Δεν υπήρχαν πια ούτε ερωτήσεις ούτε απαντήσεις. Η θηλυκότητα είχε απομακρύνει κάθε πιθανό λάθος από τη ζωή της γυναίκας.
          Τα φιλιά εναλλάσσονταν στα πόδια της σαν καλοκαιρινές ηλιαχτίδες που ζωγραφίζουν στην άμμο.
          Η γυναίκα ήταν αδύνατο να μετρά τα άπειρα βλέμματα θαυμασμού που κατέληγαν στα πόδια της ικετεύοντας σιωπηλά ένα δικό της πασίχαρο βλέμμα.
          Τις νύχτες μάλιστα ακόμη και οι φεγγαρένιες αχτίδες τρεμόπαιζαν πάνω στα πόδια της νανουρίζοντας τη θηλυκότητα των ονείρων της.
          Και κάθε πρωϊνό η γυναίκα ετοιμάζονταν με ένα διάπλατο χαμόγελο να βιώσει ακόμη μια ημέρα αποθέωσης, ακόμη μια ημέρα μακριά από τα λάθη του παρελθόντος ως η θεά της πιο πρωτόλειας θηλυκής αλλαγής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 10 Αυγούστου 2017

Before the beginning

Everywhere
in the universe

Everywhere
in the unknown

There is
a living silence

There are
all the dreams
waiting for the end
of the beginning

Between the universes
exist ourselves
together like a new universe

Yannis Politopoulos

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Η λέξη που ταξιδεύει

          Με τη βεβαιότητα μιας συνεχούς, αδιάκοπης σχεδόν, εναλλαγής στα ποικίλα ανθρώπινα χείλη η λέξη αυτής της ιστορίας αρχίζει την περιπλάνησή της.
          Τη λένε ενόραση κι αποτολμά να πηγαινοέρχεται σε όλα τα ανθρώπινα χείλη. Γιατί είναι η ίδια το πηγαίο νόημα μιας άμεσης γνώσης δίχως καμία αναγκαιότητα επεξεργασίας.
          Πρωταρχικά ταξιδεύει στα χείλη μικρού παιδιού που την προφέρει κι ας μη γνωρίζει ακόμη με πλήρη ακρίβεια το νόημά της.
          Έπειτα προστίθεται στα χείλη εφήβων, αγοριών και κοριτσιών, κι εκεί ενεδρεύει για την πιο πηγαία ανθρώπινη ενασχόληση, αυτή της φιλίας.
          Κατόπιν, από τα χείλη ενός φοιτητή εκκινεί τη διαδικασία γραφής ενός ποιήματος.
          Κι όταν το ποίημα καταλήγει στη σκιά του βλέμματος μιας νεαρής γυναίκας, τότε μορφοποιεί ένα ολοκαίνουριο είδος αγάπης.
          Για να μεταβληθεί αμέσως μετά σε απάνεμη παραλία μιας μεσήλικης αγάπης, τόσο ισχυρής όμως που μπορεί να αναδεύει τη σημαία του εμβρόντητου ερχομού.
          Καθώς η ίδια η λέξη ενηλικιώνεται ασταμάτητα παρατηρώντας τα σύμφωνα και τα φωνήεντα που τη συνιστούν, να προορίζονται για το ίδιο το ατέλειωτο ταξίδι των άπειρων εκδοχών της ζωής.
          Διότι η λέξη αυτή αποκαλύπτει κάθε μέρα στα μικρά παιδιά που διαβάζουν, πως οι εκδοχές της ζωής είναι αδύνατο να μετρηθούν με την πενιχρή δύναμη των αριθμών.
          Αφού και οι αριθμοί μία άλλη εκδοχή της απεραντοσύνης είναι.
          Απομένει τότε το κενό, το οποίο κι αυτό ως λέξη επιχειρεί τον εμπλουτισμό του με την ενεργοποίηση εκείνου του άυλου αισθήματος, το οποίο τα ανθρώπινα χείλη καλούν έρωτα.
          Η ενόραση λατρεύει άλλωστε και το κενό όπως και κάθε πιθανή μορφή αυθύπαρκτης εκδοχής ζωής.
          Διότι το ταξίδι της λέξης αυτής, όπως κι όλων των λέξεων – ειδικά της Ελληνικής Γλώσσας – , αποτελεί ένα πηγαίο δάκρυ αναζωογονητικής ενθάρρυνσης  του αγώνα της ανθρώπινης σκέψης.
          Και να που οι λέξη ενόραση έφτασε στα χείλη μου. Στα χέρια μου κι από εκεί στη σελίδα της γραφής, η οποία σύντομα θα γίνει οπτικό φιλί στα μάτια των αναγνωστών.
          Ώστε να επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του αέναου της επικοινωνίας, όπως η ίδια η ένσαρκη δημοσίευση των σκέψεων που δημιουργούνται στα ενδότερα κάθε ψυχής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Το πηγαίο δάκρυ

Απομεσήμερο. Σε μια γωνιά αναμνήσεων ένα αγόρι σφαλίζει τα μάτια. Γίνεται σιωπή. Τα πρόσωπα των ανθρώπων κοιτάζουν ανέκφραστα. Κοιτάζουν το αγόρι με τα σφαλιστά βλέφαρα και τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά. Κοιτάζουν για ώρα πολύ, αλλά δεν βλέπουν τίποτα περισσότερο από αυτό που οι ίδιοι θα ήθελαν να αντικρίζουν για όλη τους τη ζωή. Νομίζουν ότι κοιτάζουν, αλλά στην πραγματικότητα πραγματοποιούν μια κινηματογραφική καταγραφή των δικών τους επιθυμιών προβάλλοντάς τες πάνω στην ακινησία των κλειστών βλεφάρων.
          Μόνο ένα κορίτσι συμμερίζεται την έμψυχη σιωπή των χειλιών του αγοριού. Ένα κορίτσι με κοντά μαύρα μαλλιά σμιλεμένα με φεγγαρόφωτο μιας αιώνιας παρθενικής άνοιξης που ενεδρεύει τα όνειρά του. Ένα κορίτσι που απέχει από τη γύμνια των πεζών ημερών της μίζερης ανθρωπότητας των απαρχών του εικοστού πρώτου αιώνα.
          Είναι το κορίτσι που προβάρει στο βλέμμα του το φιλί που την ίδια στιγμή ονειρεύεται το αγόρι με τα κλειστά μάτια.
          Το κορίτσι θα ήθελε πολύ να προφέρει λέξεις στην προκυμαία ενός φιλιού. Αδυνατεί όμως να βρει τις δύο τελευταίες λέξεις ενός αγέννητου ακόμη ποιήματος. Του ποιήματος που θα μπορούσε να επαναφέρει το φως στο αδιόρατο βλέμμα του αγοριού.
          Το φως λιμνάζει ακόμη περιμένοντας το σκοτάδι, αναμένοντας τη νύχτα και τις ευεργετικές της ιδιότητες, όπως αυτή που κάνει τα πρόσωπα να φαίνονται άτρωτα, ελκυστικά, σχεδόν ανθρώπινα και στην πιο ακραία λύπη τους.
          Το κορίτσι κοιτάζει το αγόρι και ξαφνικά απλώνει ένα μικρό πηγαίο χαμόγελο μπροστά στο παράθυρο. Είναι η πρώτη ερωτική του πράξη μπροστά στο ακίνητο σώμα του αγοριού που αγνοεί πως χωρίς ποτέ να το επιδιώκει, γίνεται η ενσάρκωση ενός κοριτσίστικου πόθου ικανού να συντρίψει για πάντα τη γραμμοσκιασμένη μελαγχολία των οριζόντων.
          Όλα μοιάζουν τώρα αλλιώτικα, πορφυρά, όπως την ώρα του δειλινού. Είναι γιατί ο έρωτας γεννιέται όπως πρέπει, με τρόπο απόλυτα φυσικό. Το αγόρι βυθισμένο στη σιωπή και το κορίτσι απλώνοντας τη θηλυκή θωπεία του βλέμματός του πάνω στο σώμα του αγοριού, πάνω στην ύπαρξή του όλη, στο παρελθόν του, στο παρόν του, στην απεραντοσύνη των ονείρων του.
          Το βλέμμα του κοριτσιού επιστρέφει στα κλειστά μάτια του αγοριού. Τα κλειστά βλέφαρα παύουν να αντιστέκονται και παραδίδονται στο αέρινο χάδι.
          Το αγόρι ανοίγει τα μάτια, κοιτάζει με αδηφάγο βλέμμα τα μάτια του κοριτσιού, στα οποία αρχίζει να κυλά ένα πηγαίο δάκρυ χαράς, κι αρχίζει να γράφει ένα ποίημα για τα χέρια του κοριτσιού με τα μαύρα μαλλιά που αγωνίζονται για ώρα να αγκαλιάσουν το κοινό τους δειλινό.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 27 Ιουλίου 2017

Το δαχτυλίδι του δειλινού

Πρωταγωνίστρια στη ζωή των πιο γαλανών ονείρων, η κοπέλα γεννήθηκε στις απαρχές του αιγαιοπελαγίτικου καλοκαιριού που της χάρισε εκείνο το πληθωρικό χαμόγελο που διαρκώς απλώνεται στα χείλη της σαν ικεσία μιας ομορφιάς που μεγαλώνει κάτω από τη σαγηνευτική παρουσία των ματιών της.
Και συμβαίνει κάθε χρόνο στη γενέθλια ημέρα της ζωής της η κοπέλα να ταξιδεύει με όλα τα μέσα που η προηγούμενη Άνοιξη της έχει εμπιστευτεί. Μόνο σ’ αυτήν. Στην εκλεκτή της άνοιξης.
Συμβαίνει να ταξιδεύει στην πλώρη του μοναδικού αβύθιστου καραβιού που κύλισε ποτέ στα θαλασσινά όνειρα των παιδιών τη στιγμή που μεταβαίνουν από την παιδικότητα στην εφηβεία.
Κι επειδή η κοπέλα είναι μοναδική, το απρόσκλητο, το τυχαίο επισκέπτεται συχνά τη ζωή της. Μια ζωή αληθινή, εσωτερική, ονειρική και πολύ ενδιαφέρουσα.
Μια ζωή που από την πρώτη ανάσα που χαράχτηκε στα χείλη της κοπέλας περιελάμβανε ήδη το απρόσκλητο, το πρόθυμο της φαντασίας όνειρο που επιθυμεί να ενσαρκωθεί στις σκέψεις και στις πράξεις της.
Έτσι το όμορφο τυχαίο γεγονός διάλεξε η κοπέλα, για να συμβεί, όπως ακριβώς το πιο ψηλό θαλασσινό κύμα επιλέγει την τέλεια ακρογιαλιά, για να εναποθέσει τα όνειρα, τις σιωπές και τις πιο γόνιμες στιγμές που φέρνει από τα βαθιά της γαλάζιας θάλασσας στην επιφάνεια των προσωπικών γεγονότων.
Καθώς ακριβώς στην επέτειο της γενέθλιας ημέρας της η κοπέλα κατέβηκε στη θάλασσα το απόγευμα και περπατώντας εξερευνητικά, σα να την έσπρωχνε κάποια θεϊκή εντολή, εκεί όπου απολήγουν τα απαλά καλοκαιρινά κύματα, το διαισθάνθηκε πως κάτι εξαιρετικό πρόκειται να συμβεί.
Και πράγματι περπατώντας στην άκρη της θάλασσας αντίκρισε μέσα στην άμμο ένα δαχτυλίδι.
Ήταν ένα όμορφο κι ακριβό γυναικείο δαχτυλίδι. Η κοπέλα έσκυψε και το πήρε στα χέρια της κι ένιωσε πως είναι το κορίτσι της τύχης.
Η πρώτη της σκέψη ήταν να μπορέσει να βρει σε ποια γυναίκα ανήκε.
Όμως όλες της οι προσπάθειες τις επόμενες ημέρες απέβησαν άκαρπες και τελικά το δαχτυλίδι έγινε δικό της και η κοπέλα αποφάσισε να το ονομάσει το «δαχτυλίδι του δειλινού».
Από τότε το κρατά σε ένα όμορφο μικρό κουτάκι διακοσμημένο με κοχύλια και παρατηρεί πως της φέρνει μιαν υπέρλαμπρη τύχη.
Αλλά και το χαμόγελό της πληθαίνει στα χείλη της όπως και η αδιαφιλονίκητη πια βεβαιότητα που χαρακτηρίζει τις σκέψεις της αποδιώχνοντας κάθε παιδικό φόβο από το μυαλό της.
Δεν ξεχνά βέβαια ποτέ της πως το δαχτυλίδι είναι μόνο η αρχή μιας ζωής γεμάτης ευτυχισμένες στιγμές.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 23 Ιουλίου 2017

Η ανάγνωση της γραφής

          Θα το διαβάζατε κατά τη διάρκεια ενός ανοιξιάτικου μεσογειακού απογεύματος συντροφιά με το αίσθημα αναμονής που εκπληρώνει τον εαυτό σας.
          Θα το διαβάζατε με την απίστευτη βεβαιότητα που σας περικλείει.
          Βεβαιότητα για το καθημερινό θαύμα μιας γραφής που πραγματώνεται στα ανθρώπινα χέρια υπό την εποπτεία μιας γενεσιουργού σιωπής.
          Με τη διαδικασία της ανάγνωσης να αδιαφορεί για το φύλο σας, όπως αδιαφορεί και τώρα η δική σας ανάγνωση για το ποιοι είστε.
          Όπως δηλαδή συμβαίνει, όταν γράφοντας ή διαβάζοντας τίποτα δεν εγγυάται παρά μόνο την πραγματικότητα της γραφής ή της ανάγνωσης.
          Με τον αυθεντικό τρόπο ζωής με τον οποίο απολαμβάνει κανείς ένα γεγονός που συντελείται μακριά από τα σχόλια που συνήθως συνοδεύουν άλλες εκδοχές της σύγχρονης ζωής, οι οποίες μοιάζουν πιο πολύ με την κινηματογράφηση ενός εικονικού παρά ενός αυθεντικού γεγονότος.
          Θα διαβάζατε το βιβλίο ζώντας το με όλες σας τις αισθήσεις κι αφαιρώντας από το μυαλό και τη σκέψη σας κάθε προϋπάρχουσα αντίληψη για τα πράγματα και την καθημερινή εξέλιξη των γεγονότων.
          Και διαβάζοντας θα επρόκειτο να ανακαλύψετε με τη φαντασία σας την ανάγνωσης μιας γραφής που μπορεί να συντελείται ταυτόχρονα με τη γραφή που περιγράφει την ανάγνωση που συντελείται στα μάτια σας από τη σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος πάνω στο ανοιχτό βιβλίο.
          Γιατί η ιστορία που τα μάτια σας γράφουν διαβάζοντας, είστε εσείς που διαβάζοντας προεκτείνετε τα όρια της γραφής από το αόριστο στο προσωπικό κι έπειτα στο καθολικό ενός λεκτικού σύμπαντος που δεν πρόκειται να εξαντλείται διαρκώς εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις της γνώσης.
          Κι άλλοτε, ένα καλοκαιρινό απόγευμα ίσως θα διαβάζατε το βιβλίο γράφοντας ταυτόχρονα ή σιωπώντας μπροστά στο θαύμα της ανάγνωσης.
          Αφού γι’ αυτό δημιουργούνται αναγνώσεις, κάποτε και πολλαπλές, ενός κειμένου, ανεξάρτητα από το χώρο ή το χρόνο της πραγματικής ζωής που περνά διατρέχοντας τις σελίδες με την ταχύτητα γνώσης που η ίδια ορίζει.
          Κι επρόκειτο διαβάζοντας να επιθυμήσετε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την εισχώρηση του χρόνου του ανάγνωσης στο δικό σας προσωπικό χρόνο που περικλείεται από τις κινήσεις του σώματος και του νου σας.
          Καθώς αυτού του είδους η διείσδυση ζωοποιεί το φανταστικό επίπεδο και ενοποιεί τελικά τη διαδικασία της ανάγνωσης με τη διαδικασία της γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Μικρό ξεχασμένο βιβλίο

          Λιοπύρι ενεδρεύει στην άκρη του βλέμματος του άνδρα, τα μάτια του οποίου έχουν ενθρονιστεί το καταμεσήμερο στην άκρη της παλιάς σπιτικής βιβλιοθήκης.
          Ένα μικρό βιβλίο τραβάει την προσοχή του και προσελκύει τη μεσημεριανή αρμονία της εμβρόντητης ψυχής του.
          Τότε ανταποκρίνεται άμεσα στη συναισθηματική παρόρμηση κι αγγίζει το βιβλίο.
          Μοιάζει περίεργο αλλά το βιβλίο αυτό δεν έχει ούτε τίτλο ούτε συγγραφέα. Ίσως και να μην έχει εκδοθεί ποτέ πραγματικά. Κι όμως είναι τόσο αληθινό στο άγγιγμά του.
          0 νεαρός άνδρας δε χρονοτριβεί καθόλου. Με μάτια διάπλατα το αγγίζει κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει.
          Το βλέμμα του μοιάζει να καίγεται από αγωνία, έκπληξη αλλά κι από απροσδιόριστη χαρά.
          Αμέσως διαβάζει τυχαία :

Τις πίσω, τις ακραίες σελίδες
τις είχε ξεχάσει

Σαν από αμετανόητο μονόκλ
ξανάρθαν στο βλέμμα του

Μόνο που τώρα όλα αφήνουν φως
στην αμεριμνησία τους

Και κυρίως γι’ αυτό οι λέξεις
δεν αρκούν, δεν ολοκληρώνουν το αύριο

          Κι όμως, σκέφτεται σιωπηλά ο άνδρας, αυτό το δίχως τίτλο ποίημα, το άχρωμο κι άοσμο, το περίεργο, ενέχει τη μυστηριώδη άτιτλη δύναμη χιλιάδων σκέψεων κι άπειρων ονείρων.
          Αφού συχνά το άτιτλο είναι και γενεσιουργό και προπάντων ενδυναμώνει τη διάθεση του αναγνώστη για δημιουργική, συμμετοχική ανάγνωση.
          Το δεύτερο ποίημα που άτιτλο κι αυτό το συναντά ο άνδρας με το τυχαίο άνοιγμα μιας άλλης σελίδας, είναι μικρό κι ακριβώς γι’ αυτό το ονομάζει : Το λεκτικό χάδι.

Άτιτλες στιγμές εμπνέουν
Ποίηση

Αρμονικές πηγές αγάπης
ενώνουν

Κανένας άνεμος δε συγχωρεί
τη λήθη

Καθώς η καλοκαιρινή νύχτα πλησιάζει, ο άνδρας επιστρέφει στη μοναχική του αναζήτηση της ανανέωσης των μοναχικών περιπλανήσεών του. Η Ποίηση μπορεί να περιμένει τις αυριανές ηλιαχτίδες της αιωνιότητάς της.


Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το αθέατο όνειρο

Κατακαλόκαιρο. Δίπλα στη γαλάζια θάλασσα ένα μικρό κορίτσι ταλαντεύει το καθάριο, το αγνό παιδικό του βλέμμα στην απεραντοσύνη του ορίζοντα.
          Είναι το κορίτσι του περιάκτη ανέμου, το ξανθό κορίτσι των πιο στοχαστικών ονείρων. Είναι το κορίτσι που πρόκειται να κατακτήσει το γαλάζιο μέλλον.
          Στέκεται εκεί, πάνω στη χρυσή αμμουδιά των καλοκαιρινών ονείρων της, και τα διάπλατα καστανοπράσινα μάτια της επιχειρούν το αδύνατο, το ακατόρθωτο, το ελκυστικό. Επιχειρούν να συνδέσουν τη ζωή με το όνειρο, το ξανθό φως με το γαλάζιο του θαλασσινού νερού.
          Φορά ένα λινό γαλάζιο φόρεμα κεντημένο με τις παιδικές της επιθυμίες.
          Καμιά φορά που το βλέμμα του ξεστρατίζει από την απεραντοσύνη, το κορίτσι ζωγραφίζει στην άμμο τις λέξεις που αγαπά πιο πολύ.
Κι έπειτα, τις διακοσμεί με κοχύλια και τις αφήνει να περιμένουν να τις λούσει με τις ασημένιες λουρίδες του το φεγγαρόφωτο που τη νύχτα θα διαδεχτεί το ξανθό φως των ηλιαχτίδων.
          Οι λέξεις αυτές που τις χαϊδεύει τη μέρα το γαλάζιο κύμα της θάλασσας είναι: ευτυχία, αγάπη, απεραντοσύνη και όνειρο.
          Γράφει μόνο αυτές, γιατί το μικρό κορίτσι γνωρίζει πως μόνο η σταθερότητα και η εμβάθυνση των συναισθημάτων και των ονείρων της αποτελούν τη μεγαλύτερη εγγύηση για την προσπάθεια που μόλις τώρα ξεκινά στη ζωή της, δηλαδή την προσπάθειά της να βρει την ευτυχία που τόσο αξίζει στην προσωπικότητα που κτίζει καθημερινά με λέξεις, πράξεις και όνειρα.
          Κι είναι πάντα εκεί, δίπλα στη θάλασσα, που ανακαλύπτει τους στόχους της ζωής της.
Και το γνωρίζει πως ο ήλιος τη λατρεύει, πως τα μικρά παιδιά τη θεωρούν ένα πλάσμα εξαιρετικό, ένα κορίτσι εύστροφο με ικανότητες ηγετικές και όνειρα σμιλεμένα από φεγγαρόφωτο.
          Έτσι εξηγείται που η θάλασσα ταξιδεύει το όνομά της στην απεραντοσύνη των οριζόντων και την πηγαίνει πιο μακριά κι από τη χώρα του ονείρου, στη γη της ευτυχίας όπου η ίδια είναι η βασίλισσα των παιδιών.
          Γιατί έτσι πάντα θα γίνεται στη ζωή της.
Θα ξεκινά από ένα μικρό σημείο του κόσμου, για να τον κατακτήσει ολόκληρο.
Και θα τον κατακτήσει, για να τον ομορφύνει με την παρουσία της και με το φως των ονείρων.
Και θα τον κάνει όπως η ίδια τον επιθυμεί, όπως η ίδια τον φαντάστηκε την πρώτη φορά που αντίκρισε τη γαλάζια θάλασσα και πρόσθεσε το παιδικό της χαμόγελο στην ομορφιά της ζωής.
Κι από τότε για πάντα μέχρι την απεραντοσύνη.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Η μαγική γραφή

          Κάποιες στιγμές το βλέμμα σταματά μπροστά στην ομορφιά. Νιώθει αποσβολωμένο, ανίκανο, ατέρμονο. Μετατρέπεται σε βλέμμα χωρίς προορισμό, αφού ο ίδιος ο προορισμός του καθίσταται άπιαστος.
          Τότε παραχωρεί τη θέση του στη σιωπή, έπειτα στη φαντασία και τελικά στο λόγο.
          Όπως ακριβώς συμβαίνει με τη γυναίκα που αγαπά την παλιά γραφομηχανή, η οποία ακόμη στέκει αγέρωχη πάνω στο ξύλινο γραφείο σε πείσμα των καιρών.
          Κι όταν τα πλήκτρα της ενώνονται με τα χέρια της και τα χέρια με την ψυχή της, μια μικρή ιστορία γεννιέται γραμμένη δίπλα στη θάλασσα κάτω από το φως ενός άστατου Ιούνη μήνα.
          Γράφουν στη γραφομηχανή τα δάχτυλα, γράφει αιμάτινα κι η ψυχή της γυναίκας.
          Η γραφή είναι σχεδόν μουσική, σχεδόν μαγική κι αποτελεί την πιο πηγαία απάντηση στον ύπνο της σιωπής του μυαλού.
          Μια θάλασσα απεραντοσύνης δημιουργείται υπό τον ήχο των πληγωμένων από τον καιρό πλήκτρων, έτοιμη να συγκινήσει το πιο πυκνό σκοτάδι των αιώνων.
          Και η γυναίκα της μαγικής γραφής γνωρίζει τον υπέρτατο νόμο της γραφής, τον άγραφο αλλά παντοδύναμο. Το νόμο που διατυπώνει με τρόπο καθάριο πως οι λέξεις αποκτούν κάτι περισσότερο από μία απλή υπόσταση στα χέρια ορισμένων ανθρώπων. Αποκτούν μια ιδεώδη αύρα ικανή να αλλάξει την προσωπική μοίρα και την ευαισθησία της ζωής για πάντα.
          Η γυναίκα σκέφτεται πάντως πως δεν έχει γνωρίσει και πολλούς – ίσως να μην υπάρχουν κιόλας – οι οποίοι να μπορούν αναίμακτα να ολοκληρώσουν την πορεία της γραφής προς τη μεταρσίωση των λέξεων.
          Η ίδια όμως ενστερνίζεται την άποψη πως είναι υπέροχο να βιώνει κάποιος το ταξίδι της ένωσης των λέξεων.
          Με την πεποίθηση αυτή ζωγραφισμένη στον ορίζοντα των συνειρμών της εσωκλείει τη γραφή των στιγμιαίων πόθων της στο λευκό χαρτί όπου πληκτρολογούνται οι λέξεις.
          Τότε κάτι ανθίζει στον άϋλο κόσμο των συναισθημάτων της και το βλέμμα της μετατρέπει το αδιόρατο σε υλική καταγραφή ελκόμενο από την αστείρευτη δύναμη της ανθρώπινης βεβαιότητας πως ό,τι είναι σκέψη, μεταβάλλεται σε γεγονός διά της γραφής.
          Για δευτερόλεπτα η γυναίκα απολαμβάνει αυτό το πρωτόγνωρο κάθε φορά συναίσθημα και κοιτάζει με μια αγάπη απόλυτη το κείμενο που ξετυλίγει την άγνωστη ακόμη ιστορία του.
          Είναι το βλέμμα αυτής της απόλυτης, της επικίνδυνης κάποτε, αγάπης που της προσδίδει τη δύναμη που χρειάζεται μέχρι να ξεκινήσει στο νου της η επόμενη περιπέτεια της πάντα παρούσας γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Τρίτη, 11 Ιουλίου 2017

Η Μελίπνοη


          Κατακαλόκαιρο. Στην πιο απόμακρη εσοχή ενός άσχημου βράχου της νησιώτικης παραλίας μία λουρίδα αγνού ηλιακού φωτός ανακαλύπτει τη μοναχική πορεία ενός γυναικείου βραχιολιού στο νερό.
          Την ίδια στιγμή ένα κορίτσι επιχειρεί να εισέλθει στο θαλασσινό σώμα.
          Κι ο πιο στοιχειώδης κυματισμός αναγνωρίζει τα βήματα του κοριτσιού κι αφιερώνει στο βλέμμα του τον πιο ηλιόλουστο παφλασμό.
          Το κορίτσι, που τα αστέρια το έχουν ονομάσει Μελίπνοη, αισθάνεται το βλέμμα του ήλιου να το καθοδηγεί προς την πιο απρόσμενη εκδοχή μιας καλοκαιρινής εκδοχής χαράς.
          Έτσι, ακριβώς με τη συμπλήρωση του πρώτου λεπτού του μελίπνοου περπατήματός του το βλέμμα του κοριτσιού αγγίζει τη νερένια φιγούρα ενός κοσμήματος που φαίνεται πως ανήκει αποκλειστικά στη θάλασσα και σε κανένα άλλο.
          Η Μελίπνοη χαμογελά χρησιμοποιώντας το πιο λαμπρό χαμόγελό της, αυτό δηλαδή που κι ο ήλιος ακόμη το ζηλεύει.  Τείνει το χέρι της και αφαιρεί από ένα σύμπλεγμα πετρών την πολύτιμη ανακάλυψή της.
          Πρόκειται για ένα αληθινό, ένα πανάκριβο γυναικείο κόσμημα. Για την ακρίβεια της αφηγηματικής ζωής του, το κορίτσι εναποθέτει με ευλάβεια στη χούφτα του ένα ολόχρυσο βραχιόλι.
          Η αντανάκλαση του ηλιακού φωτός είναι τόσο έντονη που η Μελίπνοη αναγκάζεται να κλείσει τα βλέφαρα.
          Για λίγο απολαμβάνει την τύχη της ταξιδεύοντας στο ήρεμο πέλαγος της πιο όμορφης εφηβικής της τύχης. Το ολόχρυσο βραχιόλι θαμπώνει όμως το μέλλον του κοριτσιού και η Μελίπνοη επιστρέφει εσπευσμένα στο ξενοδοχείο.
          Εκεί επικρατεί αναστάτωση και έχει μαζευτεί αστυνομία. Η Μελίπνοη νιώθει τρομαγμένη αλλά δεν αργεί να καταλάβει ότι ένα πανάκριβο κόσμημα έχει κλαπεί από το δωμάτιο στο οποίο φαίνεται να διαμένει μία όμορφη κυρία, η οποία διαλέγεται στα γερμανικά με έναν νεαρό αστυνομικό.
          Έντρομη αλλά ηθική η Μελίπνοη παραδίδει το πανάκριβο κόσμημα και τότε αισθάνεται το χαμόγελο της ξένης κυρίας να αγγίζει τα έγκατα της ψυχής της. Ο Αστυνομικός εξηγεί στο κορίτσι ότι ο δράστης της κλοπής έχει ήδη συλληφθεί και δίνει συγχαρητήρια στο κορίτσι για την τιμιότητα του.
          Η ξένη κυρία ζητά να ανταμείψει τη Μελίπνοη με χρήματα αλλά το κορίτσι αρνείται ευγενικά, αφού γνωρίζει από τα παραμύθια κι από το Σχολείο του πως η τιμιότητα δεν αναζητά ανταμοιβή αλλά συνιστά μία βαθύτερη εσωτερική ανάγκη των πραγματικά σπουδαίων ανθρώπων.
Κι είναι αυτή ακριβώς η αίσθηση με την οποία η Μελίπνοη αγγίζει το πιο παραμυθένιο μέλλον της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Το ιριδίζον φως

Ένα βλέμμα αγγίζει
τη μεσίστια καλοκαιρινή εικόνα

Φλέγεται η μεσημβρία
των άτακτων αθώων ονείρων

Προσκλητήριο ακούγεται
μα ενδιατρίβει στην αστοχία των πόθων

Όσο μεσουρανούν οι μετριότητες
 οι Ποιητές διψούν με φόντο τις κλοπές

Πάει καιρός που κουραστήκαν
από αυτούς που αλλιώς μιλούν
κι αλλιώς γράφουν κλέβοντας τα λόγια τους

Μα τα κλοπιμαία τους είναι πλέον βαριά
και πλακώνουν τη δυσμορφία
της αταίριαστης κι ανήθικης ψυχής τους

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Heat wave

The sun is a memory
that writes poems

The light is words
that unite people

Because a hot wind blows
that hugs the looks

And because by the sun
happiness acquires voice

And so the hot wave unites
breath by breath the friends

Yannis Politopoulos

Τετάρτη, 21 Ιουνίου 2017

Through my spirit

Three words came
in front of the eyes

Faith brought
the word eternity

Logic brought
the word science

Feeling brought
the word love

Then suddenly
everyone of you
brought his heart

My right hand
starts writing again
inspired by your coming

Yannis Politopoulos

Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Η αξία της ανάγνωσης

Λέξεις αγγίζουν
τον ερχομό των βλεμμάτων

Φράσεις εναρμονίζουν
το άγγιγμα των χεριών

Προτάσεις χαϊδεύουν
τη μελωδία των ονείρων

Καθώς διανοίγεται η άγνωστη
των αστεριών συνάθροιση

Κι είναι η ανάγνωση
η μόνη απάντηση στο μέλλον

Γιάννης Πολιτόπουλος

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Belief is for everyone

A Muslim
gave me a look

A Christian
gave me a smile

A Hindus
gave me his hand

A Buddhist
gave me one word

A Taoist
gave me a dream

A Confucius
gave me a memory

A Judean
gave me a book

And many others
gave me what they believe

So I'm so rich
that I don’t Know
how can I stand such happiness

Yannis Politopoulos 

Παρασκευή, 2 Ιουνίου 2017

The rising of love

The river loves
their kiss

The sea loves
their touch

The air loves
their breaths

They were enemies
but the sun kissed their looks

For just a simple moment
they understood their mistakes

Then by using a simple smile
they learned the togetherness

Now they feel free together
into the universe that they create

Yannis Politopoulos

Τετάρτη, 24 Μαΐου 2017

Immortality

Words write
the past

Phrases write
the future

Sentences write
the present

The perishable hand
creates immortality

It is the hand
of all people

It is the breath
of all children

A few words more
and we can begin History again

Yannis Politopoulos

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

A couple forever

Waves
breaths
smiles

Such a tenderness
in their lips

Images
tears
visions

Such a meaning
in their eyes

They become a couple
for their whole life

Yannis Politopoulos

Τετάρτη, 10 Μαΐου 2017

Το παιχνίδι

          Ανοιξιάτικο πρωινό δίπλα στο γαλανό σώμα της θάλασσας. Μία ηλιαχτίδα μόλις που έχει αρχίσει να καμπυλώνει το ανάερο σώμα της προς το γαλάζιο της θάλασσας.
          Άξαφνα ένα πλήθος από παιδικές φωνές αυλακώνει την παράκτια αμμουδιά.
          Είναι τα παιδιά που αγαπούν το επερχόμενο καλοκαίρι στις ακρογιαλιές των κοινών βλεμμάτων τους.
          Είναι τα παιδιά που γνωρίζουν μόνο να αγαπούν τα υλικά στοιχεία μιας φύσης, η οποία συχνά μοιάζει τόσο προδομένη από την «κανονικότητα» των μεγάλων.
          Γιατί συμβαίνει ο ήλιος να αγαπά τα παιδικά βλέμματα και να τα προετοιμάζει, ώστε να βρουν την απαραίτητη δύναμη, για να αναδημιουργήσουν από την αρχή τον κόσμο που πολλοί μεγάλοι, δυστυχώς, ή καταστρέφουν ή περιφρονούν.
          Οι παραλίες γνωρίζουν πως τα παιδιά διαθέτουν στη σκέψη τους περισσότερα από αυτά που οι μεγάλοι ξέχασαν παρασυρόμενοι από τον ακανθώδη ανταγωνισμό των μικροτήτων τους.
          Γιατί τα παιδιά είναι η ενσάρκωση της πιο σοβαρής πράξης των ανθρώπων πάνω στον πλανήτη και προφανώς κι έξω από αυτόν.
          Και να τα τώρα που χαράζουν όλα μαζί ένα αγνό ποίημα πάνω στη ζεστή άμμο :
Το παιχνίδι

Το φως στα μάτια
φωτίζει την αγάπη

Το νερό στα χείλη
τραγουδά τη φιλία

Η άμμος στα χέρια
γράφει το μέλλον

          Τα παιδιά στέκονται όλα μαζί πάνω στην αμμουδερή επιφάνεια του ποιήματος και χαμογελούν. Χαμογελούν στο τώρα, στο αύριο, στο πάντα της ζωής, στο πάντα της ζωής όλων των παιδιών του κόσμου.
          Δεν υπάρχουν πια διαφωνίες, δεν υπάρχουν πλέον φασαρίες παρά μόνο μία διάθεση αμοιβαιότητας ικανή να δημιουργήσει το πιο όμορφο μέλλον.
Γιάννης Πολιτόπουλος