Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Η μεταμόρφωση

   Στις αρχές του Φθινοπώρου. Μια βροχή ντύνει το βλέμμα της κοπέλας προστατεύοντας τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της.
   Κάτω από την προστασία της ομπρέλας το βλέμμα αρθρώνει λόγο στη στιγμιαία προβολή μιας κινηματογραφικής καταγραφής του παρελθόντος της.
   Τα χείλη αποσπούν τις στάλες της μοναξιάς από τα βιώματά της και γράφουν ένα χάδι κάτω από το συννεφιασμένο ουρανό.
   Τα χείλη λένε:
   "Να περπατάς πάντα μεστή από αξιοπρέπεια ό,τι κι αν συμβαίνει. Να προσδίδεις τη δική σου εκδοχή στα πράγματα και στον κόσμο. Να βιώνεις κάθε στιγμή αποδίδοντας αυτό που ζεις με λέξεις.
   Να αναδύεσαι μέσα από τον ήλιο, την βροχή ή το χιόνι ακόμη πιο όμορφη, ακόμη πιο πλήρης, δίχως να φοβάσαι, δίχως να περιμένεις κάτι απόλυτα συγκεκριμένο.
   Να δημιουργείς τη στιγμή την ίδια στιγμή που τη βιώνεις. Να είσαι ένα ανθρώπινο πλάσμα πλήρες. Να είσαι σώμα, πνεύμα και κυρίως ψυχή που εκτινάσσει συναισθήματα σε κάθε θάλασσα, σε κάθε βουνό, σε κάθε ηλιόλουστη πεδιάδα.
   Να γίνεσαι ο καλύτερος εαυτός σου. Να είσαι ταυτόχρονα το υποκείμενο που ενεργεί και το υποκείμενο που συναισθάνεται τα πάντα σα να δημιουργείται ο κόσμος από την αρχή ξανά."
   Όταν τα χείλη σταματούν να προφέρουν λέξεις, η βροχή δυναμώνει. Τότε το ανθρώπινο θαύμα πραγματώνεται αμέσως και η κοπέλα το νιώθει χωρίς να κάνει καμία άλλη ιδιαίτερη προσπάθεια.
   Ξαφνικά η κοπέλα μεταφέρεται αλλού, σε άλλη διάσταση, σε άλλη βρόχινη εκδοχή της ζωής.
   Κι όμως όλα είναι ίδια και διαφορετικά ταυτόχρονα: η ομπρέλα, το βλέμμα, οι αναμνήσεις, το πάθος για ζωή και λόγο.
   Και η κοπέλα περπατά στη βροχή απολαμβάνοντας την πιο φυσική μεταμόρφωση. Κι είναι αλήθεια δώρο της ζωής οι μεταμορφώσεις που κρατούν ανέπαφη την ουσία του χαρακτήρα μιας ανθρώπινης ύπαρξης και τελικά συνηγορούν στη διατήρηση των ίδιων των αναλλοίωτων στοιχείων της ανθρώπινης ζωής. Αυτής της ζωής που συχνά όλοι ψάχνουν να τη βρουν μέσω των άλλων αγνοώντας πως πάντα βρίσκεται μέσα τους.

Γιάννης Πολιτόπουλος


Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η θηλυκή απεραντοσύνη

Θα συνέβαινε να είναι πολύ όμορφη. Συμβαίνει να είναι πολύ όμορφη. Πιο όμορφη από κάθε σκέψη, από κάθε φαντασία. Πιο όμορφη από κάθε όνειρο. Ένα όνειρο η ίδια. Μία επίγεια θεά της ομορφιάς. Μία πραγματική θεά της θηλυκότητας. Στο παραμικρό σημείο του σώματος θα ήταν τέλεια. Είναι τέλεια.
Ντυμένη την καταληκτική σιωπή της θηλυκότητας. Ντυμένη τα χάδια των λέξεων.
 Ο ποιητής θα την είχε επιλέξει ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Θα την είχε επιλέξει άμεσα, αβίαστα, τελειωτικά από την πρώτη στιγμή δίπλα στη θάλασσα. Από την πρώτη στιγμή της επαφής του βλέμματός του με την ύπαρξη της γυναίκας αυτής. Η θηλυκή απεραντοσύνη αποτυπωμένη στο σώμα της. Αυτή θα ήταν η πρώτη σκέψη του απέναντι στην καλοκαιρινή γυμνότητα του σώματος.
Κι εκείνη θα είχε δεχτεί από την αρχή να γίνει η κατάληξη του βλέμματός του. Η αρχή και το τέλος των λέξεων. Η απαρχή των σκέψεων. Η αφορμή, η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα της γραφής. Ο ποιητής θα της είχε ζητήσει να έρθει μαζί του για μία και μοναδική φορά. Θα της είχε ζητήσει να γεμίσει το βλέμμα του με την παρουσία της ακραίας θηλυκότητας, με τη σάρκινη επιβεβαίωση της ομορφιάς της.
Εκείνη θα είχε αποδεχτεί την πρόσκληση. Της φαινόταν τόσο παράξενη, τόσο μεταφυσική. Να εμπνεύσει με το σώμα της ένα χέρι, μία σιωπή, μία γραφή. Να συμμετέχει στη γέννηση των λέξεων. Να βιώσει την ποίηση. Να βιώσει την ποίηση που θωπεύει τα στήθη της, τα μάτια της, τα χείλη της. Να δει τις λέξεις να μετουσιώνουν τη σάρκα σε λόγο, το κόκκινο θηλυκό αίμα της σε μαύρο μελάνι.
Θα ήθελε να δοκιμάσει τη δύναμη της γύμνιας της, τη δύναμη των μελών του σώματός της πάνω στις λέξεις. Θα ήθελε να δει το κορμί της να κάνει έρωτα στο αθέατο των λέξεων, στη γυμνή παρουσία τους στο φως της φυσικής ομορφιάς της.
Θα είχε καθίσει γυμνή στην άμμο δίπλα στη γαλάζια θάλασσα. Μεστή από ομορφιά στα στήθη της, μεστή από σιωπή στα χείλη της, μεστή από έρωτα στη θηλυκή ρωγμή των μηρών της. Με την απέραντη θηλυκότητά της θα είχε αντιμετωπίσει επάξια τη σύγκριση με την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Και την ώρα που το βλέμμα του ποιητή θα συναντιόταν με το βλέμμα του ήλιου πάνω στη λευκή επιδερμίδα του κορμιού της, θα έστρεφε το βλέμμα στο χέρι του από όπου θα ξεχύνονταν η ηδονή του μυαλού του στο λευκό χαρτί.
Ο ήλιος θα διάβαζε τότε λέξη προς λέξη στη θάλασσα τις σάρκινες λέξεις. Κι η άμμος θα βυθίζονταν αργά στις καμπύλες του σώματος με την επαλήθευση της ομορφιάς. Και το γυμνό σώμα θα βίωνε τον έρωτα στο φιλί των λέξεων που θα κυμάτιζε υγρό στις ηλιαχτίδες που θα ακινητούσαν πάνω στη γυμνή γύμνια της θηλυκότητας.
Πιο θηλυκό το σώμα, πιο θηλυκή από ποτέ κι η γραφή.


Γιάννης Πολιτόπουλος