Recent Comment

Αναγνώστες

Σάββατο, 1 Σεπτεμβρίου 2012

Ο καθηγητής ως υποκριτής(ηθοποιός)


   Μολονότι η ζωή είναι εξ ορισμού πολυδιάστατη, ο άνθρωπος κρίνεται απαραίτητο να καθίσταται κατά το δυνατό προετοιμασμένος για περισσότερα ενδεχόμενα από αυτά για τα οποία ενδέχεται να είναι προετοιμασμένος σε κάποια δεδομένη χρονική στιγμή.
   Ειδικότερα μάλιστα για την περίπτωση της σχολικής αλλά και της φροντιστηριακής τάξης, αποδεικνύεται καθημερινά ότι ο άνθρωπος – καθηγητής ενδύεται τους ακόλουθους αλληλοεπηρεαζόμενους θεατρικούς ρόλους:
α) του ικανού γνωστικά διδάσκοντα, ο οποίος διαμορφώνει ένα πλαίσιο μαθήματος ανάλογο προς τις ιδιαιτερότητες των μαθητών του.
β) του ανθρώπου, ο οποίος συνιστά εκ των υστέρων είδωλο μαθητικών προθέσεων και φαντασιώσεων.
γ) της προσωπικότητας, στην οποία οι μαθητές πρέπει να μπορούν να διαγνώσουν με ευκολία στοιχεία εκτός των ορίων του μαθήματος, όπως το εγγενές πάθος με συγκεκριμένα ασυνήθη γι’ αυτούς αντικείμενα – για παράδειγμα η ενασχόληση με τη λογοτεχνία, με τη μουσική με το χορό, με τον αθλητισμό ή μετον κινηματογράφο.
δ) του ηθοποιού, ο οποίος είναι εξίσου καλός και όταν «παίζει» (μιλά - διδάσκει) ο ίδιος και όταν καλείται να παίξει το ρόλο βουβού προσώπου - αποδέκτη της μαθητικής απορίας κι ενδεχομένως βλακείας.
   Για να επιτευχθούν όλα ή έστω ορισμένα από αυτά, απαραίτητες είναι οι παρακάτω προϋποθέσεις:
α) ο περιορισμός στις απολύτως απαραίτητες περιπτώσεις της χρήσης του «πρέπει», λέξη η οποία είναι θεμιτό να αντικαθίσταται από φράσεις όπως: είναι σκόπιμο ή είναι χρήσιμο.
β) η αναγνώριση πως για τους μαθητές οποιασδήποτε ηλικίας είναι πιο χρήσιμο να τους διδάσκει κανείς τρόπους, για να μάθουν, παρά μόνο ενδεχόμενες ασκήσεις, για να λύσουν.
γ) η αυτοκριτική ότι ο καθηγητικός τρόπος συμπεριφοράς ούτε είναι ο μόνος ούτε πάντα ο απόλυτα σωστός.
δ) το πραγματικό ενδιαφέρον εντός κι εκτός της αίθουσας γι' αυτά που ενδιαφέρουν τους μαθητές, γεγονός που σημαίνει ότι οι καθηγητές αποδέχονται ότι σε επίπεδο προσωπικής ζωής κάποιοι από τους μαθητές τους είναι πιθανώς καλύτεροι από αυτό που υπήρξαν οι ίδιοι.
ε) η επαφή με το αντικείμενο διδασκαλίας και ο διάλογος με το μαθητή επιβάλλεται να γίνεται από μηδενική βάση, δηλαδή ως αν επρόκειτο να μάθουν οι ίδιοι οι καθηγητές κάτι από την αρχή.
στ) η καλή γνώση του αντικειμένου της διδασκαλίας, με την έννοια  πως πρέπει να δίδεται στους μαθητές η εντύπωση ότι κάθε ενδεχόμενη άσκηση έχει αντιμετωπιστεί από τον καθηγητή στο παρελθόν.
ζ) η γνώση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, δεξιοτήτων ή προβλημάτων που χαρακτηρίζουν τη ζωή, το χαρακτήρα ή την προσωπικότητα του μαθητή και η θέσπιση αρχικού σημείου εκκίνησης του γνωστικού επιπέδου αλλά και εφικτών στόχων για τη γνωστική εξέλιξη.
   Συμπερασματικά, ένας καθηγητής πρέπει να παραμένει καθηγητής ολόκληρο το εικοσιτετράωρο, δηλαδή να ενδιαφέρεται για τους μαθητές του πρώτα ως παιδιά που τώρα ανακαλύπτουν τον κόσμο και μετά ως εγκεφάλους που αρνούνται ακόμη να μάθουν ή που ενδιαφέρονται για θέματα που στους μεγάλους φαντάζουν ανούσια αλλά για τα παιδιά συνιστούν βασικά συστατικά της καθημερινότητάς τους.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: