Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Το σπίτι που δάκρυσε


    Όταν το πρώτο κύμα χειμωνιάτικου κρύου ενέδυσε τα ηλιοφιλημένα από το καλοκαίρι χείλη της, η γυναίκα αισθάνθηκε πως η διαδοχή των εποχών εγγράφονταν στο σώμα της ως φυσική αναγκαιότητα.
    Όπως το καλοκαίρι η χρυσαφένια άμμος παιχνίδιζε στολίζοντας τους αστραγάλους της και τους καρπούς των χεριών της έτσι και τώρα ο παγωμένος άνεμος εισχωρούσε στα μαλλιά της ανεμίζοντας μια διαρκώς ανανεούμενη ομορφιά.
    Ήταν στις απαρχές της νύχτας, λίγο μετά το φτωχό χειμωνιάτικο λιόγερμα, και η γυναίκα περπατούσε σε ένα γνώριμο δρόμο. Ένα δρόμο στοιχεία του οποίου είχε συνδέσει στη μνήμη της με ποικίλα γεγονότα αλλά και επιθυμίες.
     Και συνέβη περνώντας μπροστά από ένα παλιό σπίτι να θυμηθεί ότι ένα φιλί είχε σφαλίσει τα χείλη της πριν από πολλά χρόνια. Ένα φιλί διαφορετικό από τα άλλα. Ένα φιλί απροσδόκητο, ένα φιλί ολοκληρωτικό.
    Το πρώτο φιλί ενός αγοριού ανελέητου που με όλη την ορμή της εφηβείας αναστάτωσε για πάντα τη ζωή του κοριτσιού.
    Ένα φιλί δυνατό σαν ποίημα που γεννήθηκε από τη συνεύρεση δύο αγαπημένων λέξεων πάνω στο γυμνό χαρτί της όμορης ζωής δύο νέων παιδιών.

   Και τώρα ένιωθε το φιλί να ζωντανεύει ξανά στα πρόθυρα του παλιού σπιτιού και σε απόσταση μιας δροσοσταλίδας από τα χείλη της φαντασίας της      
       Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε κατάματα το παρελθόν της βιώνοντας την απεραντοσύνη του πλέον γλυκού κύματος της χρόνιας σιωπής εκείνης της κοινής εμπειρίας των ματιών.

      Κι ήταν για λίγο που η γυναίκα μετατράπηκε σε σώμα ανυπέρβλητης εφηβείας.
     Τόσο πολύ τη συνεπήρε η ανάμνηση αυτή που τα χέρια της απλώθηκαν ανοιχτά σε κάθε ίνα του γνώριμου δρόμου προικίζοντάς τον με τα χρώματα μιας τόσο ανθρώπινης ανάμνησης.
      Τότε συντελέστηκε το θαύμα.
   Ένα νεαρό αγόρι στάθηκε μπροστά της και έκθαμβο από την ομορφιά που εξέπεμπε η νηφάλια κι ώριμη πια ομορφιά της, της χάρισε ένα μικρό λουλούδι.
     Η γυναίκα δεν αρνήθηκε την ξαφνική προσφορά. Άπλωσε το χέρι, πήρε το λουλούδι κι άρχισε να περπατά ανεμίζοντας το εφηβικό δώρο δίχως να προφέρει τίποτα, χωρίς να ρωτήσει το γιατί.
       Στο ζωντανό όνειρο δεν υπάρχουν άλλωστε αιτιολογήσεις.
      Το θεώρησε μάλιστα φυσικό να ενσαρκώνεται η φαντασία της και να συμπίπτει με τον πόθο ενός εφήβου.
    Καθώς η γυναίκα έστριβε στην πρώτη στροφή, ένας περαστικός είδε το παλιό σπίτι να δακρύζει. Μόνο η γυναίκα θα μπορούσε να γνωρίζει ποιος ήταν. 

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Δεν υπάρχουν σχόλια: