Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Ο παφλασμός του απείρου


Ι

Θα ξεχάσω για πάντα
των βουνών το χειμωνιάτικο ψύχος,
της θάλασσας τους ωκεάνιους παφλασμούς,
των σπιτιών τις ανελέητες σιωπές του Σεπτέμβρη.

Με τις λέξεις του Αυγούστου στα χείλη
θα ξεχυθώ στον κόσμο,
να τους θυμίσω το ένδοξο παρελθόν,
να τους ομορφύνω το μέλλον,
φεγγάρι δανείζοντας στο φλογερό παρόν τους.

Και να έρθει ένας Χριστός απρόσκλητος τώρα
μα ανθρώπινος,
στις αυλές που απέμειναν να βάλει τραπέζι,
να κόψει ψωμί τα πάθη
που ξερίζωσαν τους τόπους.

Και το φως να σκιάσει τις νύχτες μας
και των αστεριών τα έργα
να λιμάρουν με τέχνη την παγερή τεχνολογία
και τους μύθους της επιστήμης.

Γιατί χρειάζεται ξανά
το πνεύμα να νικήσει το σίδερο.

II

Την επόμενη πανσέληνο
να 'ρθουν κορίτσια
να φέρουν λουλούδια
στα σπίτια των προγόνων.
Και να φορολογηθούν πια μόνο οι καημοί
κι όχι τα μετερίζια.

Μικρά παιδιά να λιάσουν την τύχη τους
ανεμίζοντας τη φαντασία
στους φλοίσβους των βράχων.
Γράφοντας ελεύθερα έναν γλάρο
στο οικοσύστημα των αθώων προθέσεών τους.

Με το τυχαίο της ματιάς τους
ν' αφουγκραστούν τον κόσμο
και να προβάλλουν γυμνή
στο έλεος των χρόνων τους
την παιδική αφέλεια των κυμάτων.
Αληθινή στον ήλιο
πρόσθεση των χεριών τους.

ΙΙΙ

Έτσι απλά να γίνει κόσμος,
όπως οι σπάροι ανθίζουν στο πέλαγος
και τα σπίτια κατηφορίζουν στο φως του Αιγαίου.
Νύχτες να υποκύψουν στο χαμόγελο της ωραίας γοργόνας.

Παραμύθι απλόχερο να σφαλίσει τον ύπνο στις κάμαρες.
Σα να μην υπήρξε ποτέ
πόλεμος για την επίγεια εξουσία
παρά μόνο για την εφήμερη είδηση
που χάσκει στα χαρακωμένα μέτωπα της λύπης.

Να 'ρθει πολιτισμός φεγγαρίσιος
κι αγνάντεμα ματιών δίχως σκληρότητα.
Μόνο πανηγύρια στο φως
όπου να μη χαρούν βλέμματα απορημένα.
Καθώς μια γλώσσα όλα τα χείλη.

Και το βήμα μιας κοπέλας να χαράξει στην άμμο
στιγμές ευτυχίας πελαγίσιες
που τραβούν ψηλά κατά το κάστρο εκείνο
που στέρεψε από στεναγμούς.
Βαθιά ποιήματα να θελήσει η σιωπή
και φιλιά η προσευχή του θεού.

IV

Σήκω καρδιά των φτωχών
να χορέψεις στο φως
αλαφρωμένη από την αιώνια σκιά
της πλησμονής.

Είναι η ώρα η ολόγιομη
να κεντηθούν οι αποστάσεις
στην ποδιά της γιαγιάς σου.

Είναι ο χρόνος ο αστείρευτος
να μιληθούν τα χαμόγελα
και να ξαρμυρίσουν τα ρεμέντζα
τη χαραυγή.

Γι' αυτό θα στείλω ένα κλαδί ελιάς
να ασημώσει τους έρημους φάρους
και να βεβαιώσει τους θαλασσινούς:
το ελάχιστο ήταν εδώ
και θα υπάρξει ξανά.
Μυηθείτε!

Γιάννης Πολιτόπουλος
Βόλος, 1 Ιανουαρίου 2012

1 σχόλιο:

REM είπε...

Εξαιρετικό !!! Μπράβο για ακόμη μια φορά