Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τετάρτη, 26 Δεκεμβρίου 2012

The mythical look

With a slice of her lips
to the flowers of pleasure

With a sence of her glance
to the cape of spring

With a touch of her hair
in the horizon of love

A feminine caress
travels to the future

As this look has a full moon
and the wind travels on its coming

Yannis Politopoulos


Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

Ode to femininity

Her eyes
- said the man -
are so beautiful
so close to the vastness
so close to immortality
so full of  femininity

that I can't
memorize their beauty
without bordering
my words with a gentle kiss
under the sunlight
of her look

Yannis Politopoulos

Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2012

Η ατίθαση πρόκληση


   Λίγο πριν το τέλος του απογεύματος η όμορφη κοπέλα με τα χυτά καστανά μαλλιά το τόλμησε. Ακολουθώντας πιστά τις γραπτές οδηγίες μιας άγνωστης επιστολικής γραφής άνοιξε την πόρτα του διαμερίσματος δίπλα στη θάλασσα.Άλλωστε, μέρες τώρα μετά την απρόσμενη εκείνη στιγμή που η κοπέλα έγινε αποδέκτης της επιστολής ενός άγνωστου αγοριού, η πρόσκληση δεν έφευγε από το μυαλό της.
   Επρόκειτο βέβαια για μία κοπέλα επιρρεπή στο απροσδόκητο, συμπεριφορά που ήταν απόρροια της βαθιάς εσωτερικής της ανάγκης για εξερεύνηση του περίεργου, του ασυντέλεστου. 
  Έτσι, η τόσο περίεργη πρόσκληση για την πραγμάτωση μιας και μοναδικής φωτογραφίας σε ένα άγνωστο σπίτι δεν έφευγε από το μυαλό της. Οι αναλυτικές και σε δεύτερο πληθυντικό πρόσωπο οδηγίες είχαν άρει και την παραμικρή αμφιβολία της για το επικίνδυνο του εγχειρήματος.
   Κι όπως ήταν φυσικό, την πρώτη νύχτα η αγρύπνια κυρίεψε τα ανθισμένα από χαρά μάτια της και η επιστολή την ανοιχτή αγκαλιά της. Μέσα στο σκοτεινό της δωμάτιο το βλέμμα της έψαχνε μεταξύ του ανολοκλήρωτου και του ασυντέλεστου. Ζούσε πια ερωτοτροπώντας με τη μεταφορικότητα της γραπτής σκέψης που περικλείονταν στην επιστολή. Σα να ήταν πια αυτή η επιστολή το μυθικό εφαλτήριο που σε όλη της τη ζωή περίμενε εναγωνίως. Κι αυτή τη φορά η κοπέλα ήταν βέβαιη πως είχε επιλεγεί ως η απόλυτη προσωποποίηση της θηλυκής τελειότητας στα μάτια ενός αγοριού. 
  Η κοπέλα το γνώριζε ακόμη και τότε, μέσα στο δαιδαλώδη κόσμο της εφηβείας, πως απαιτείται πάντα ένα υψηλό μορφωτικό επίπεδο, για να είναι κάποιος ικανός να βιώνει τη ζωή του συνολικά, να είναι δηλαδή παντού τα πάντα και να συγκεντρώνει εντός του το σύνολο των κοινωνικών του ρόλων.  
  Με αυτές τις σκέψεις να θωπεύουν το μυαλό της η κοπέλα εισήλθε στο δωμάτιο, ένα δωμάτιο παντελώς άδειο από οτιδήποτε.
  Δίχως χρονοτριβή η κοπέλα της πιο λιτής ομορφιάς κατευθύνθηκε στη γωνία απέναντι από το παράθυρο και στάθηκε στο ένα της πόδι. Το άλλο πόδι της ήταν ελαφρά λυγισμένο, ενώ το ένα της χέρι ανάδευε τα ανέμελα μαλλιά της. 
   Η κοπέλα παρέμεινε εκεί σα να επρόκειτο να αγγίξει τη σιωπή του δωματίου που έλουζε όλο της το σώμα. Περίμενε εκεί για αρκετή ώρα δίχως να κουνιέται καθόλου απολαμβάνοντας την αίσθηση πως θα συνέβαινε να πραγματώσει το στιγμιαίο πάτημα μιας φωτογραφικής μηχανής, το οποίο θα αποθανάτιζε τη δύναμη της θηλυκότητας να αναμένει την αποθέωση.
   Και συνέβη στη στιγμιαία διαδοχή του χρόνου ένα πολύ όμορφο νεαρό αγόρι να εισέλθει στο δωμάτιο και χωρίς λόγια να πραγματώσει το φωτογραφικό κλικ πάνω στο ντυμένο σώμα της κοπέλας σε μια στάση απλή, καθημερινή αλλά μοναδική στη μυθολογική διάσταση της κοινής επιθυμίας που τη γέννησε. 
   Κι ύστερα τίποτα άλλο εκτός από τη φωτογραφία που πρώτη κόσμησε το άδειο ως τότε δωμάτιο του αγοριού. Ήταν αρκετό. Ήταν τα πάντα. Ήταν η απόλυτη επιβεβαίωση. Ήταν μια ανθρώπινη στιγμιαία επαφή  που κατέστη η απαρχή μιας κοινής αγάπης ενώνοντας δύο ανθρώπους διαμέσου της φωτογραφικής τέχνης. Γιατί εκτός από την αισθητική απόλαυση η τέχνη, κάθε τέχνη, μπορεί να έχει τόσους διαφορετικούς σκοπούς όσους καμία άλλη ανθρώπινη δραστηριότητα.

Γιάννης Πολιτόπουλος


Κυριακή, 9 Δεκεμβρίου 2012

The dream of teaching

One autumn day
I will remember again
all the thoughts I forgot

One winter day
I will find again
all the words I lost

One spring day
I will teach so beautiful
that my students will love my words
forever 

One summer day
I will write so nice
that God will cry

Because my words
are stronger from me

Yannis Politopoulos



Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2012

Ένα παγκάκι διηγείται


   Αυτή είναι η ιστορία μιας όμορφης κοπέλας. Αυτή η κοπέλα συμβαίνει μάλιστα να είναι εξίσου όμορφη τόσο κάτω από το φως του ήλιου όσο και κάτω από τις βρόχινες σταγόνες του συννεφιασμένου ουρανού.
   Μια μέρα του φθινοπώρου, η κοπέλα αυτή αποφάσισε να περπατήσει στους δρόμους της πόλης. Η εμφάνισή της προκάλεσε κύματα θαυμασμού στα βλέμματα των αγοριών. Αλλά αυτή η κοπέλα είχε κουραστεί να τη θαυμάζουν.                         
  Όμως κάποια στιγμή η κοπέλα έφτασε στο μικρό πάρκο δίπλα στη θάλασσα. Περπατώντας εκεί η κοπέλα είδε ότι ένα άσχημο αγόρι καθόταν σ’ ένα ξύλινο παγκάκι κι έγραφε. Το αγόρι αυτό ήταν το μόνο που δεν κοίταξε την όμορφη κοπέλα. Η απροσποίητη εγγενής αδιαφορία του τράβηξε μονομιάς σχεδόν την περιέργεια της κοπέλας. 
   Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η κοπέλα εξοργίστηκε ασυναίσθητα και μύχια. Ενοχλημένη από τη συμπεριφορά του αγοριού η κοπέλα το πλησίασε και κάθισε δίπλα του στο παγκάκι δίχως να το ρωτήσει. Το αγόρι συνέχισε να αγνοεί την παρουσία της όμορφης κοπέλας. Όταν η κοπέλα το ρώτησε «τι γράφεις;" το αγόρι απάντησε χαμηλόφωνα χωρίς να της ρίξει ούτε μία ματιά:
   - Γράφω ένα ποίημα για μια αφύσικα όμορφη κοπέλα που δεν αντέχει την τραγική μοίρα της ομορφιάς της.
  - Μπορώ να το διαβάσω; ρώτησε η κοπέλα γεμάτη περιέργεια αλλά και κρυφή ζήλια. Τότε μόνο το άσχημο αγόρι την κοίταξε φευγαλέα για πρώτη φορά και είπε:
   - Όχι, δεν μπορείς, τουλάχιστον τώρα. Μπορείς να το δεις αργότερα σε έναν καθρέφτη.
   - Τι εννοείς; ρώτησε η κοπέλα γεμάτη αγωνία.
   - Θα το γράψω στο μέτωπό σου και θα περπατήσεις μέσα στην πόλη με αυτό, είπε με γλυκιά φωνή το αγόρι και η κοπέλα, άναυδη, του έτεινε το πρόσωπό της κι όταν εκείνο έστρεψε το χέρι της γραφής του προς το μέτωπό της εκείνη του επέτρεψε χωρίς κανένα μειδίαμα να γράψει στην τρυφερή επιδερμίδα του εφηβικού μετώπου της το άγνωστο ακόμη ποίημα. Δίχως κανένα δισταγμό και χωρίς να την πονέσει διόλου, το άσχημο αγόρι έγραψε:

Λέξεις και γαλάζια όνειρα
ήρθαν στις χρυσές ακρογιαλιές των ματιών σου.
Και η ομορφιά νίκησε για πάντα τη μοναξιά.

   Έπειτα, το αγόρι απέσυρε το χέρι του από το μέτωπο της κοπέλας κι επέστρεψε πίσω στον κόσμο της δικής του μοναχικής γραφής. Η όμορφη κοπέλα έφυγε σαστισμένη από κοντά του και περπάτησε με το ποίημα να διαχέεται πάνω στο μέτωπό της και να το καθιστά απόλυτα μοναδικό. 
   Τώρα πλέον όλοι όσοι την έβλεπαν, αγόρια και κορίτσια, κοίταζαν πρώτα το ποίημα και στη συνέχεια την ομορφιά της. 
   Πολύ σύντομα η κοπέλα σταμάτησε σε μια βιτρίνα και διάβασε το ποίημα στη γυάλινη επιφάνεια. Ήταν πολύ χαρούμενη, επειδή αισθάνθηκε ότι ήταν τώρα ένα σώμα της γραφής. Και συνέχισε να περπατά ψάχνοντας να βρει και πάλι το άσχημο αγόρι που την έκανε να αισθάνεται τόσο όμορφα. 
   Θαύματα όμως συμβαίνουν συχνά μόνο σε όσους πιστεύουν ακράδαντα στην ανθρώπινη πραγμάτωσή τους όπως το αγόρι αυτό, το οποίο πολλές κοπέλες το είχαν αγνοήσει θεωρώντας το μιαν ασήμαντη γωνιά του κόσμου.
   Η όμορφη κοπέλα πάντως ήταν πια μία άλλη, καθώς μόλις είχε αρχίσει να πιστεύει στα θαύματα της καθημερινής ζωής και ένιωθε βαθιά μέσα στην ψυχή της τη βεβαιότητα πως επρόκειτο να της ξανασυμβεί.
   Γιατί χρειάζεται να πιστεύουμε στο απίστευτο, όπως της είχαν διδάξει οι καθηγητές της στο Φροντιστήριο Παρέμβαση, στο χώρο δηλαδή όπου χρόνια τώρα πραγματικότητα είναι η επαλήθευση των εφηβικών παραμυθιών.
  Γι' αυτό άλλωστε η Παρέμβαση παραμένει χώρος πνευματικής και συναισθηματικής πληρότητας κι ευτυχίας αγνοώντας ακόμη κι αυτή την πολυσχιδή κρίση που ευτυχώς για τα παιδιά της παραμένει μόνο υλική κι επομένως μη ουσιώδης για την αληθινή ζωή όλων μας. 


Ευτυχείτε
Η απεραντοσύνη ενεδρεύει

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 17 Νοεμβρίου 2012

Η απροσδόκητη θωπεία


      Συννεφιασμένο πρωινό στις αρχές του χειμώνα. Μια ανεπαίσθητη θλίψη έχει συνεπάρει τα μάτια της. Η γυναίκα κάθεται δίπλα στο παράθυρο και μοιάζει αποφασισμένη να αναμένει.
Θα αναμένει όσο χρειάζεται μέχρι τη στιγμή που έστω και μια μικρή ηλιαχτίδα θα έρθει να θωπεύσει εκείνη τη γλυκιά ελίτσα στο δεξί της μάγουλο. Εκείνη την ελίτσα που ορίζει το τέλος των χειλιών της, το τέλος κάθε χαμόγελου με το οποίο χαράζεται στην απαλότητα των χειλιών της η απαρχή μιας θηλυκής ευτυχίας.
Κάποια στιγμή το χέρι της γυναίκας μπλέκει τα όμορφα δάχτυλά του στα ξέπλεκα μαύρα μαλλιά της ξεκινώντας από τις ρίζες στην άκρη του μετώπου, από αυτές τις πανέμορφες ακρογιαλιές της θηλυκότητας, για να περιδιαβεί στη συνέχεια στον κυματισμό των μαλλιών της.
Αυτή η κίνηση επαναλαμβάνεται πολλές φορές, ώσπου το θαύμα του ήλιου εκκινεί το όνειρο. Οι βλεφαρίδες τρεμοπαίζουν στον ερχομό της απροσδόκητης θωπείας.
Μια ηλιαχτίδα έρχεται κι απολήγει στο πρόσωπο της γυναίκας. Πρώτα θωπεύει τα μάτια, έπειτα τα χείλη. Κι ύστερα αγγίζει τη μικρή ελίτσα στα δεξιά της κορυφογραμμής των χειλιών.
Τη στιγμή εκείνη, η γυναίκα της γλυκιάς προσμονής, η γυναίκα της πιο φυσικής ομορφιάς στα θηλυκά της χαρακτηριστικά νιώθει σύσσωμη πως γίνεται το αντικείμενο του πόθου του ήλιου.
Είναι με βεβαιότητα πια η εκλεκτή, η μόνη κατάληξη της φυσικής αναγκαιότητας να ανανεώνεται συχνά η θηλυκότητα με την επαναλαμβανόμενη λατρεία του προσώπου της.
Σε λίγο η θωπεία του φωτός είναι σύγκορμη, ολοκληρωτική και τόσο καταιγιστική που η γυναίκα θαρρεί πως ο χειμώνας κάνει ένα διάλειμμα στην εποχική ζωή του, για να τιμήσει κι αυτός τη θηλυκότητα.
Το χέρι της γυναίκας παύει πια να αναδεύει τα μαλλιά κι εκτείνεται προς το φως, προς την ονειρική λατρεία του αιώνιου φωτός.
Τα μάτια της χαμογελούν όπως ποτέ άλλοτε και η ευτυχία διαθλάται από το πρόσωπο σε ολόκληρο το δωμάτιο.
Η γυναίκα το γνωρίζει όμως πως η χειμωνιάτικη θωπεία δε γίνεται να διαρκέσει πολύ. 
    Έτσι με τη γνώση αυτή να συμπληρώνει την απόλυτη συναισθηματική ευτυχία, η γυναίκα αποχαιρετά την ηλιαχτίδα κι επιστρέφει στη χειμωνιάτικη μελαγχολία του δωματίου με την επιβεβαίωση της θηλυκότητας να ενεδρεύει στη σάρκινη απεραντοσύνη της ύπαρξής της.Ο χειμώνας κυλά στη ζωή της αλλά τώρα τα όνειρά της ενέχουν τη θωπεία του απροσδόκητου για πάντα.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2012

The drunk blue

How it happened
your eyes
so beautiful
every sunset
in the silence
to prepare
with a smile
the drunk blue
of the world

Yannis Politopoulos

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

The magic of adolescence

Always
that same dream
that same fairy tale
the abundant use of love
the sun that goes in and out
of the blue eyes
the sweet smile that stops
on the gentle lips of youth

Yannis Politopoulos  

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

The Magic of Writing


You draw a kiss 
on the sand
You breathe the happiness
that escaped from the depths
of the horizon
You caress the veins of life
It seems unbelievable
I 've ranged a word
and you are again beside me

Yannis Politopoulos 



Τετάρτη, 24 Οκτωβρίου 2012

Η μεταμόρφωση

   Στις αρχές του Φθινοπώρου. Μια βροχή ντύνει το βλέμμα της κοπέλας προστατεύοντας τις σκέψεις και τις αναμνήσεις της.
   Κάτω από την προστασία της ομπρέλας το βλέμμα αρθρώνει λόγο στη στιγμιαία προβολή μιας κινηματογραφικής καταγραφής του παρελθόντος της.
   Τα χείλη αποσπούν τις στάλες της μοναξιάς από τα βιώματά της και γράφουν ένα χάδι κάτω από το συννεφιασμένο ουρανό.
   Τα χείλη λένε:
   "Να περπατάς πάντα μεστή από αξιοπρέπεια ό,τι κι αν συμβαίνει. Να προσδίδεις τη δική σου εκδοχή στα πράγματα και στον κόσμο. Να βιώνεις κάθε στιγμή αποδίδοντας αυτό που ζεις με λέξεις.
   Να αναδύεσαι μέσα από τον ήλιο, την βροχή ή το χιόνι ακόμη πιο όμορφη, ακόμη πιο πλήρης, δίχως να φοβάσαι, δίχως να περιμένεις κάτι απόλυτα συγκεκριμένο.
   Να δημιουργείς τη στιγμή την ίδια στιγμή που τη βιώνεις. Να είσαι ένα ανθρώπινο πλάσμα πλήρες. Να είσαι σώμα, πνεύμα και κυρίως ψυχή που εκτινάσσει συναισθήματα σε κάθε θάλασσα, σε κάθε βουνό, σε κάθε ηλιόλουστη πεδιάδα.
   Να γίνεσαι ο καλύτερος εαυτός σου. Να είσαι ταυτόχρονα το υποκείμενο που ενεργεί και το υποκείμενο που συναισθάνεται τα πάντα σα να δημιουργείται ο κόσμος από την αρχή ξανά."
   Όταν τα χείλη σταματούν να προφέρουν λέξεις, η βροχή δυναμώνει. Τότε το ανθρώπινο θαύμα πραγματώνεται αμέσως και η κοπέλα το νιώθει χωρίς να κάνει καμία άλλη ιδιαίτερη προσπάθεια.
   Ξαφνικά η κοπέλα μεταφέρεται αλλού, σε άλλη διάσταση, σε άλλη βρόχινη εκδοχή της ζωής.
   Κι όμως όλα είναι ίδια και διαφορετικά ταυτόχρονα: η ομπρέλα, το βλέμμα, οι αναμνήσεις, το πάθος για ζωή και λόγο.
   Και η κοπέλα περπατά στη βροχή απολαμβάνοντας την πιο φυσική μεταμόρφωση. Κι είναι αλήθεια δώρο της ζωής οι μεταμορφώσεις που κρατούν ανέπαφη την ουσία του χαρακτήρα μιας ανθρώπινης ύπαρξης και τελικά συνηγορούν στη διατήρηση των ίδιων των αναλλοίωτων στοιχείων της ανθρώπινης ζωής. Αυτής της ζωής που συχνά όλοι ψάχνουν να τη βρουν μέσω των άλλων αγνοώντας πως πάντα βρίσκεται μέσα τους.

Γιάννης Πολιτόπουλος


Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Η θηλυκή απεραντοσύνη

Θα συνέβαινε να είναι πολύ όμορφη. Συμβαίνει να είναι πολύ όμορφη. Πιο όμορφη από κάθε σκέψη, από κάθε φαντασία. Πιο όμορφη από κάθε όνειρο. Ένα όνειρο η ίδια. Μία επίγεια θεά της ομορφιάς. Μία πραγματική θεά της θηλυκότητας. Στο παραμικρό σημείο του σώματος θα ήταν τέλεια. Είναι τέλεια.
Ντυμένη την καταληκτική σιωπή της θηλυκότητας. Ντυμένη τα χάδια των λέξεων.
 Ο ποιητής θα την είχε επιλέξει ανάμεσα σε όλες τις άλλες. Θα την είχε επιλέξει άμεσα, αβίαστα, τελειωτικά από την πρώτη στιγμή δίπλα στη θάλασσα. Από την πρώτη στιγμή της επαφής του βλέμματός του με την ύπαρξη της γυναίκας αυτής. Η θηλυκή απεραντοσύνη αποτυπωμένη στο σώμα της. Αυτή θα ήταν η πρώτη σκέψη του απέναντι στην καλοκαιρινή γυμνότητα του σώματος.
Κι εκείνη θα είχε δεχτεί από την αρχή να γίνει η κατάληξη του βλέμματός του. Η αρχή και το τέλος των λέξεων. Η απαρχή των σκέψεων. Η αφορμή, η προϋπόθεση και το αποτέλεσμα της γραφής. Ο ποιητής θα της είχε ζητήσει να έρθει μαζί του για μία και μοναδική φορά. Θα της είχε ζητήσει να γεμίσει το βλέμμα του με την παρουσία της ακραίας θηλυκότητας, με τη σάρκινη επιβεβαίωση της ομορφιάς της.
Εκείνη θα είχε αποδεχτεί την πρόσκληση. Της φαινόταν τόσο παράξενη, τόσο μεταφυσική. Να εμπνεύσει με το σώμα της ένα χέρι, μία σιωπή, μία γραφή. Να συμμετέχει στη γέννηση των λέξεων. Να βιώσει την ποίηση. Να βιώσει την ποίηση που θωπεύει τα στήθη της, τα μάτια της, τα χείλη της. Να δει τις λέξεις να μετουσιώνουν τη σάρκα σε λόγο, το κόκκινο θηλυκό αίμα της σε μαύρο μελάνι.
Θα ήθελε να δοκιμάσει τη δύναμη της γύμνιας της, τη δύναμη των μελών του σώματός της πάνω στις λέξεις. Θα ήθελε να δει το κορμί της να κάνει έρωτα στο αθέατο των λέξεων, στη γυμνή παρουσία τους στο φως της φυσικής ομορφιάς της.
Θα είχε καθίσει γυμνή στην άμμο δίπλα στη γαλάζια θάλασσα. Μεστή από ομορφιά στα στήθη της, μεστή από σιωπή στα χείλη της, μεστή από έρωτα στη θηλυκή ρωγμή των μηρών της. Με την απέραντη θηλυκότητά της θα είχε αντιμετωπίσει επάξια τη σύγκριση με την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Και την ώρα που το βλέμμα του ποιητή θα συναντιόταν με το βλέμμα του ήλιου πάνω στη λευκή επιδερμίδα του κορμιού της, θα έστρεφε το βλέμμα στο χέρι του από όπου θα ξεχύνονταν η ηδονή του μυαλού του στο λευκό χαρτί.
Ο ήλιος θα διάβαζε τότε λέξη προς λέξη στη θάλασσα τις σάρκινες λέξεις. Κι η άμμος θα βυθίζονταν αργά στις καμπύλες του σώματος με την επαλήθευση της ομορφιάς. Και το γυμνό σώμα θα βίωνε τον έρωτα στο φιλί των λέξεων που θα κυμάτιζε υγρό στις ηλιαχτίδες που θα ακινητούσαν πάνω στη γυμνή γύμνια της θηλυκότητας.
Πιο θηλυκό το σώμα, πιο θηλυκή από ποτέ κι η γραφή.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 29 Σεπτεμβρίου 2012

Μια ασήμαντη απώλεια


      Ένας τριγμός στην απεραντοσύνη της γλώσσας είναι συχνά αρκετός, για να καταχωρηθεί μια κατάσταση ως γενόμενη στη ζώσα μνήμη ενός ανθρώπου.
Και προέκυψε ως τέτοιος ο τριγμός μιας παράλληλης σχέσης με τα πράγματα στη ζωή της γυναίκας εκείνης που συνήθιζε να χάνει ή να ξεχνά αντικείμενα.
Οι απώλειες, συνήθως, δεν της είχαν επιφέρει κανένα άλλο συναίσθημα παρά μόνο μια στιγμιαία ποικιλία λύπης.
Όμως το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο και καθημερινό αντικείμενο στάθηκε ικανό να εκκινήσει πληθώρα γεγονότων κι έξαρση συναισθημάτων. Ουσιαστικά αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την πλοκή της ιστορίας.
Ζώντας σε μια πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα πλην του εναπομείναντος γαλάζιου της θάλασσας, η γυναίκα αυτή, το ίδιο όμορφη και στον ήλιο και στο φεγγάρι, απώλεσε για ακόμη μία φορά τον αναπτήρα της. 
Φυσικά, αυτή η απροσεξία της δεν της άλλαξε κανένα σχεδιασμό. Δεν ήξερε όμως. Αγνοούσε ακόμη πως ο μύθος ενυπάρχει σε κάθε αντικείμενο.
Ήταν ένα μικρό κόκκινο αναπτηράκι που πολλές φορές είχε σφίξει στην παλάμη της. Και η αίσθηση αυτή της είχε αρέσει, καθώς ήταν αθώα και συνάμα ολοκληρωτική. Κι επίσης επειδή η απώλεια αυτή ταυτίστηκε χρονικά με την επάνοδό της στην απροστάτευτη ζωή των δρόμων.
Γιατί μετά από μία περίοδο πλησμονής και εσωτερικής αναζήτησης η γυναίκα περπάτησε ξανά στους δρόμους της πόλης αναζητώντας υποσυνείδητα την πραγμάτωση ενός μύθου.
Η βόλτα που επιχειρούσε ήταν σαν την πορεία ενός γυναικείου χεριού στο γνώριμο μέτωπο ενός παιδιού, του δικού της παιδιού.
Και μάλιστα, η πορεία της γυναίκας, αυτό το στροβίλισμά της στις εκδοχές των δρόμων της πόλης, συνοδεύτηκε από σκέψεις που κύλισαν μέσα της με ένα ρυθμό ασυνάρτητης ουράνιας βροχής.
Μέχρι την απροσδόκητη στιγμή που πάτησε ένα αντικείμενο και σκύβοντας να δει τί ακριβώς ήταν, διαπίστωσε πως είχε χαλάσει άθελά της ένα αναπτηράκι σαν το δικό της αλλά σε άσπρο χρώμα. Ένα αναπτηράκι που κάποιος άλλος είχε απωλέσει όπως και η ίδια.
Αυτή η ξαφνική της ταύτιση με τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός άλλου, ενός άγνωστου ανθρώπου, κατέστη ξαφνικά ικανή να μεταστρέψει τη δική της συμπεριφορά.
Η γυναίκα πήρε το χαλασμένο πια αναπτηράκι, το σκούπισε με το μαντήλι της και το έσφιξε με αγάπη μέσα στην παλάμη του χεριού της. Ήταν η στιγμή που αποφάσισε πως ποτέ πια δε θα έχανε ένα προσωπικό αντικείμενο. 

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2012

No face

Love in her flesh
Desire in her eyes
Kiss in her lips

No face

Only the eternal seed
that burns
the beaches of her hair

Without any way
escape out
from the rotten horizon

Balancing on the distressed nights
with the legend of white swans

Yannis Politopoulos

Πέμπτη, 2 Αυγούστου 2012

Στις αμυχές του ονείρου

     Αυγουστιάτικο πρωινό. Στο δωμάτιο που φιλοξενεί την καλοκαιρινή εκδοχή των διακοπών της γυναίκας, η πρώτη ηλιαχτίδα της ανατολής διατρέχει το πρόσωπό της και λούζει για λίγο τα κλειστά βλέφαρά της.
Τότε, η ζωή και το όνειρο ξυπνούν στο βλεφάρισμα των ματιών της με μία διάθεση σαγήνης κι ευτυχίας.
Η πρώτη ημερήσια σκέψη της γυναίκας είναι ταυτόχρονα και μια αυθεντική καλοκαιρινή επιθυμία.
Η γυναίκα σηκώνεται από το κρεβάτι που αγκαλιάζει για λίγες ημέρες και νύχτες τη σάρκινη αλλά και την άϋλη εκδοχή της ύπαρξή της και κατευθύνεται με βήματα μαθηματικής ακρίβειας προς το μεγάλο καθρέπτη του δωματίου.
Εκεί η γυναίκα στέκεται για λίγο και στο καθρέπτισμα των ματιών της ευχαριστεί την πλάση που την αξιώνει να γίνεται διαρκώς κάτι περισσότερο από μία απλή σύνθεση σώματος και ψυχής.
Στο γυάλινο βλέμμα του ειδώλου της η γυναίκα αντικρίζει το συνδυασμό λογικής και συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν κάθε της ενέργεια και χαρούμενη ετοιμάζεται να πραγματοποιήσει το καλοκαιρινό της όνειρο.
Μεστή από περηφάνια για τον εαυτό της, μια περηφάνια εσωτερική όπως συμβαίνει σε όλους τους σπάνιους ανθρώπους που έχουν προσωπικότητα και γι’ αυτό δεν χρειάζονται καμία εξωτερική επιβεβαίωση, η γυναίκα ετοιμάζεται να κατέβει στην ακροθαλασσιά. Φορά τα σανδάλια της και το καπέλο της και παίρνει μαζί της το βιβλίο που πρόκειται να διαβαστεί από το βλέμμα της.
Είναι ένα μικρό βιβλίο που μιλά για το καλοκαίρι και η γυναίκα επιθυμεί να το διαβάσει σε απόσταση θωπείας από τη γαλάζια θάλασσα.
Στην αμμουδιά η γυναίκα διαβάζει τις πρώτες σελίδες καθισμένη σε έναν σκιερό βράχο ακριβώς εκεί όπου σκάει το ανεπαίσθητο κύμα του καλοκαιριού που νοτίζει τα πόδια της δροσίζοντάς την από την ηλιόλουστη φωτοχυσία.
Η γυναίκα περνά την ώρα της με την ανάγνωση στα χείλη και στο βλέμμα. Όταν η καλοκαιρινή ζέστη αυξάνεται, η γυναίκα κολυμπά για λίγο, για να επανέλθει ξανά πίσω στην ανάγνωση.
Η γυναίκα το αγαπάει αυτό το μικρό βιβλίο και γνωρίζει ότι τα βιβλία δεν προδίδουν ποτέ. Είναι ο πολύτιμος σύντροφός της στο ταξίδι των καλοκαιρινών διακοπών της.
Όταν επιστρέφει στο δωμάτιο, η γυναίκα τοποθετεί ευλαβικά σχεδόν το βιβλίο στην ίδια πάντα θέση, στο κομοδίνο που βρίσκεται στα δεξιά του προσώπου της, όταν χαλαρώνει ή κοιμάται.
Έπειτα στέκεται και πάλι μπροστά στον καθρέπτη και πλημμυρισμένη από ευτυχία σκέφτεται πως ακόμη δε γεννήθηκε το κείμενο που μπορεί να την περιγράψει

Γιάννης Πολιτόπουλος.



Παρασκευή, 22 Ιουνίου 2012

Μουσική διαύγεια


      Ένα τραγούδι χόρευε πάντα στα χείλη της. Τόσο διαυγές στο βλέμμα των άλλων που ο άνεμος σκιρτούσε στην πραγμάτωσή του. Καθώς είχε συντελεστεί κάποτε ο έρωτας μιας νότας στο ελαφρύ κυμάτισμα των μαλλιών της.
Κι ήταν αυτό το καθημερινό πια δρομολόγιο της μουσικής από το απροσδιόριστο παρελθόν της στο μυστηριώδες μέλλον της.
Ώσπου μια ανοιξιάτικη ημέρα η γυναίκα άπλωσε το γυμνό της χέρι κι άφησε τον άνεμο και τη μουσική να περάσουν μέσα από τα ανοιχτά της δάχτυλα.
Κι έπιασε τότε το τραγούδι να χορεύει στην απεραντοσύνη της μοναδικής αέρινης στιγμής που η ομορφιά της γυναίκας απλωνόταν προς όλες τις κατευθύνσεις.
Με τη διαύγεια της μουσικής η γυναίκα λικνίζονταν στην ανώτερη εκείνη σφαίρα της πνευματικής υπόστασης που για λίγο μεσουρανεί στον υπέροχο κόσμο των ιδεών.
Μέχρι τα στενά της βρόχινης αγάπης ταξίδεψε η γυναίκα συννεφοβαδίζοντας.
Και η μουσική ουρανοπιάστηκε και το τραγούδι μετατράπηκε στα χείλη της σε ποίημα φωτοσκιασμένο από τη διαδοχή των εποχών στην άκρη του ορίζοντα.
Τα χείλη του ουρανού γαλανοποίησαν τις λέξεις λούζοντας το πρόσωπο της γυναίκας με αυτές ακριβώς:

Ο κόσμος ολάκερος
άγγιξε
τα μάτια της
τους ώμους της
τον ομφαλό της
και τη φίλησε
σκορπώντας λέξεις
στην απόλυτη γυμνότητά της
ποθώντας την 
ολόκληρη
σε ένα φιλί

Κι έτσι συντελέστηκε η ένωση μουσικής και γραφής καθώς κι η άλλη, η πάντα επιδιωκόμενη από τους συγγραφείς ένωση της ποίησης με τον πεζό λόγο.
Όλα σε ουράνιο χώρο με φόντο την αγάπη που η γυναίκα της πιο μουσικής πανδαισίας επένδυε στο μέλλον του κόσμου που κρέμονταν από την επόμενη κίνησή της.
Με τα δάχτυλα ανοιχτά για πάντα στο αέρινο ταξίδι των λέξεων η γυναίκα προσγειώθηκε στους ανοιξιάτικους παιδικούς αγρούς, η μνήμη των οποίων αποτελεί για πάντα το έναυσμα της πιο θετικής εκδοχής της ζωής.
Μουσικές τότε απλώθηκαν στο είναι των ανθρώπων και οι ψυχές ανατάθηκαν στην αγκαλιά της γυναίκας.
Γιάννης Πολιτόπουλος






Σάββατο, 9 Ιουνίου 2012

Η ανάγνωση της γραφής

    Θα το διαβάζατε κατά τη διάρκεια ενός ανοιξιάτικου μεσογειακού απογεύματος συντροφιά με το αίσθημα αναμονής που πληρεί τον εαυτό σας.
Θα το διαβάζατε με την απίστευτη βεβαιότητα που σας περικλείει.
Βεβαιότητα για το καθημερινό θαύμα μιας γραφής που πραγματώνεται στα ανθρώπινα χέρια υπό την εποπτεία μιας γενεσιουργού σιωπής.
Με τη διαδικασία της ανάγνωσης να αδιαφορεί για το φύλο σας, όπως αδιαφορεί και τώρα η δική σας ανάγνωση για το ποιοι είστε.
Όπως δηλαδή συμβαίνει, όταν γράφοντας ή διαβάζοντας τίποτα δεν εγγυάται παρά μόνο την πραγματικότητα της γραφής ή της ανάγνωσης.
Μ ε τον αυθεντικό τρόπο ζωής με τον οποίο απολαμβάνει κανείς ένα γεγονός που συντελείται μακριά από τα σχόλια που συνήθως συνοδεύουν άλλες εκδοχές της σύγχρονης ζωής, οι οποίες μοιάζουν πιο πολύ με την κινηματογράφηση ενός εικονικού παρά ενός αυθεντικού γεγονότος.
Θα διαβάζατε το βιβλίο ζώντας το με όλες σας τις αισθήσεις κι αφαιρώντας από το μυαλό και τη σκέψη σας κάθε προϋπάρχουσα αντίληψη για τα πράγματα και την καθημερινή εξέλιξη των γεγονότων.
Και διαβάζοντας θα επρόκειτο να ανακαλύψετε με τη φαντασία σας την ανάγνωσης μιας γραφής που μπορεί να συντελείται ταυτόχρονα με τη γραφή που περιγράφει την ανάγνωση που συντελείται στα μάτια σας από τη σταθερή κατεύθυνση του βλέμματος πάνω στο ανοιχτό βιβλίο.
Γιατί η ιστορία που τα μάτια σας γράφουν διαβάζοντας, είστε εσείς που διαβάζοντας προεκτείνετε τα όρια της γραφής από το αόριστο στο προσωπικό κι έπειτα στο καθολικό ενός λεκτικού σύμπαντος που δεν πρόκειται να εξαντλείται διαρκώς εκτεινόμενο προς όλες τις κατευθύνσεις της γνώσης.
Κι άλλοτε, ένα καλοκαιρινό απόγευμα ίσως θα διαβάζατε το βιβλίο γράφοντας ταυτόχρονα ή σιωπώντας μπροστά στο θαύμα της ανάγνωσης.
Αφού γι’ αυτό δημιουργούνται αναγνώσεις, κάποτε και πολλαπλές, ενός κειμένου, ανεξάρτητα από το χώρο ή το χρόνο της πραγματικής ζωής που περνά διατρέχοντας τις σελίδες με την ταχύτητα γνώσης που η ίδια ορίζει.
Κι επρόκειτο διαβάζοντας να επιθυμήσετε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την εισχώρηση του χρόνου του ανάγνωσης στο δικό σας προσωπικό χρόνο που περικλείεται από τις κινήσεις του σώματος και του νου σας.
Καθώς αυτού του είδους η διείσδυση ζωοποιεί το φανταστικό επίπεδο και ενοποιεί τελικά τη διαδικασία της ανάγνωσης με τη διαδικασία της γραφής. 
Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

A man's poem


Women
that chased
the ephemeral
I saw you dead
on the neck of sun
dead in a funeral song
dead like all fashions

Yannis Politopoulos

Σάββατο, 12 Μαΐου 2012

Η συγγραφέας

Ποτέ άλλοτε δεν είχε διαισθανθεί το βάθος των νυχτερινών ονείρων. Και ποτέ άλλοτε δεν είχε αναπλάσει τη διάθλαση των σκέψεών της πάνω στο τυχαίο λευκό του χαρτιού με εκείνο τον αθεράπευτο εθισμό των δαχτύλων στη γραφή.
Γιατί η γραφή την είχε χρησιμοποιήσει σε έναν κόσμο ονείρου, όπου τα πρώτα βήματα στη θάλασσα αστειεύτηκαν κάποτε με τον ήλιο.
Η ίδια θεωρούσε τον εαυτό της ως το αστείρευτο βλέμμα μιας γηγενούς ανοιξιάτικης θηλυκότητας που συνορεύει με τη γραφή στις παρυφές της φαντασίας.
Μια φορά μόνο κατά τη διάρκεια μιας χειμαρρώδους σιωπής η συγγραφέας είχε αποτολμήσει την επανάληψη των κλειστών βλεφάρων, ενέργεια ταυτόσημη μιας θωπευτικής ματιάς πάνω στην απεραντοσύνη της γραφής.
Συνήθως, η σκέψη της ήταν πολύ γρήγορη, πιο γρήγορη κι από το γαλανό νοτιά του Αιγαίου, και το λεπτό αλλά κομψό χέρι της δεν την προλάβαινε. Δεν προλάβαινε να καταγράψει την άϋλη εκδοχή της φανταστικής περιπλάνησης στη χώρα του ονείρου, την πιο πραγματική κι από την πραγματικότητα. Η  συγγραφέας  αγαπούσε  τότε  ενστικτωδώς  ό,τι καταδιώκεται στο άχρονο της γραφής από την υπερπροσπάθεια της νοητικής σύλληψης.
Και το κατάλαβε σύντομα πως λέξεις αφημένες στον καθρέπτη μιας ορατής αναπαράστασης μεγαλουργούσαν ενάντια στη φθορά της σκόνης ακόμη και δίχως την ανθρώπινη παρέμβαση της.
Με τη γνώση αυτή, ως η μεταξένια επιδερμίδα της ίδιας της γραφής της, η γυναίκα αποφάσισε να μην προδώσει ποτέ την αισθητική της ίδιας της της ύπαρξης.
Μόνο με ένα τυχαίο μολύβι προσπέλασε τη διχοτόμηση της εύθραυστης ισορροπίας πάνω στην οποία δομείται η απουσία της ανάμνησης ως εφαλτηρίου της γραφής.
Άλλωστε, η συγγραφέας δεν είχε δει ποτέ το φόβο της πρωινής αυγής να ξεδιπλώνει τις λεπίδες του στο υγρό παρόν του τρικυμιώδους παρελθόντος και της επανάληψης, η οποία συχνά αρνείται να υποκύψει στη νεογνό γραφή κάθε επερχόμενης σκέψης.
Κατά συνέπεια αυτής της ηθικολογικής εσωτερικής της πρωτοβουλίας η γυναίκα τοποθέτησε την παλάμη του αριστερού της χεριού πάνω στο λευκό χαρτί και με το δεξί της χέρι έγραψε ανάμεσα στα δάχτυλα αποσιωπώντας το περίγραμμα των ορίων του λόγου της και εσωκλείοντας σε έναν θηλυκό καμβά την πληθώρα των σκέψεων της επιλέγοντας ό,τι αποτολμούσε να χωρά ολοκληρωτικά σε αυτό το πρωτογενές περίγραμμα, που κανείς άλλος ποτέ δεν είχε χρησιμοποιήσει.
    Επρόκειτο για μια γραφή όμοια του τέλειου αρχικού φιλιού που ενσαρκώνεται στα χείλη μιας πρωτόγνωρης αγάπης ανάμεσα σε μία ανθρώπινη ύπαρξη και σε μια διαδικασία, η οποία επενεργεί απελευθερωτικά γυμνώνοντας τη σκέψη για πάντα.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 14 Απριλίου 2012

Η Ανέμη των λέξεων

Και μόνο το όνομά της είναι αρκετό, για να καταλάβει κάποιος με από την πρώτη στιγμή πως είναι η εκλεκτή των λέξεων.
          Είναι η Ανέμη, το κορίτσι με την απλότητα του ανέμου ζωγραφισμένη στο απαλό βλέμμα της, που σα χάδι απλώνεται στην απεραντοσύνη.
Είναι η Ανέμη. Η κοπέλα με το μαγικό πρόσωπο, που οι λέξεις το χρειάζονται, για να γίνουν ωραίες. Για να συνδυαστούν με τον ίδιο τρόπο που οι κόρες των παραμυθένιων ματιών της συνδυάζονται, ώστε να χαρίσουν ένα ανοιξιάτικο χαμόγελο μέσα στην καταχνιά των χειμωνιάτικων ημερών.  
Οι λέξεις τη συναντούν παντού, σε κάθε της βήμα, σε κάθε της περιπλάνηση.
Έτσι, ένα βράδυ στο τέλος του Φθινοπώρου οι λέξεις την βρίσκουν ξανά και μόλις την αντικρίζουν γράφουν για εκείνη, μόνο για εκείνη:
«Κοιτάζεις με την άκρη των ματιών σου ένα κομμάτι θάλασσα απ' το παράθυρό σου. Η κουρτίνα κινείται λες και χορεύει έναν αργό και αισθησιακό χορό πάνω σε σύννεφα και η σκέψη σου ταξιδεύει στο παρελθόν, στο παρόν, στο λεκτικό σου μέλλον.
Τα δάχτυλα του χεριού σου αγγίζουν το μολύβι κι αρχίζεις να γράφεις τη δική σου παραμυθένια ιστορία στο λευκό χαρτί. Γράφεις απλά, λιτά όπως λιτή είναι και η ύπαρξή σου.
Και ξαφνικά αρχίζεις να πετάς στη μαγική χώρα όπου άλλωστε ανήκεις. Ντυμένη ένα πέπλο κεντημένο από τα όνειρά σου προσφέρεις σε όσους έχουν την τύχη να σε συναντούν κάτι από την απίστευτη γαλήνη των αισθημάτων, που βρίσκουν ασφαλές καταφύγιο στη ζεστή αγκαλιά σου.»
Η Ανέμη βλέπει το κείμενο που σχηματίζουν οι λέξεις αγαπώντας την και αισθάνεται πλήρης, τόσο πλήρης που τίποτα δεν μπορεί πια να τη βλάψει.
Γιατί έχει συνηθίσει εδώ και λίγο καιρό να ζει ως η επίσημη αγαπημένη των λέξεων.
Το ξέρει ότι το αξίζει. Το γνωρίζει πως είναι μοναδική.
Με την απόλυτη αυτή γνώση η Ανέμη υποδέχεται το χειμώνα κι αισθάνεται μια πλήρη ζεστασιά παρά το κρύο που επιμένει να παγώνει τους δρόμους.
Και την Άνοιξη ζει πλέον με τη βεβαιότητα μιας αγάπης. Της αγάπης των λέξεων. Με τη βεβαιότητα της πιο απλής κι ανιδιοτελούς αγάπης.
Και το καλοκαίρι στα μάτια των γονιών της, στα μάτια των φίλων της, στα έκθαμβα μάτια της φύσης η Ανέμη το βλέπει, το καταλαβαίνει πως όλοι εκπλήσσονται από την απέραντη αυτοπεποίθηση κι ευτυχία που κατακλύζει τα μάτια της.
Και τίποτα δεν της φαίνεται πια περίεργο. Είναι πια ολοκληρωτικά η Ανέμη των λέξεων.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

Η ψεύτικη Άνοιξη

Η ζωή μου λανθάνει στην απελπισία, σκέφτηκε η γυναίκα με το πιο πρόσφατο ανθρώπινο βλέμμα στην έρημο του πόνου.
          Κι εκείνος; Αναρωτήθηκε σιωπηλά.
Πώς μπορεί;
Με ποιες φευγαλέες λέξεις ενσαρκώνει την απόλυτη αδιαφορία του;
Ο παραληρηματικός εσωτερικός μονόλογος της γυναίκας ελάμβανε χώρα στα νωπά ίχνη του τελευταίου τους φιλιού.
Ήταν μια Άνοιξη ψεύτικη, μια Άνοιξη κατ’ όνομα, κατ’ επίφαση. Ήταν μια Άνοιξη ημιτελής στα πρόθυρα ενός επερχόμενου διαρκούς ψυχικού χειμώνα, ικανού να αντιδιαστέλει κάθε ανεπαίσθητη αντίθεση ανάμεσα σ’ εκείνον και σ’ εκείνη.
Η αρχή της σκέψης συνόδευε το παλλόμενο βλέμμα της γυναίκας από τα πρώτα της βήματα στην προκυμαία.
Επρόκειτο για την ίδια πάντα προκυμαία, την πλακοστρωμένη με κάθε ανθρώπινο αποχαιρετισμό. Την προκυμαία όπου κάθε Φθινόπωρο μελαγχολεί το υγρό σώμα του πρόσφυγα έρωτα.
Eκείνος είχε ήδη φύγει, μεστός από την κενότητα του συναισθήματος, που καταλαμβάνει συχνά τους άντρες οι οποίοι ερωτεύονται περιστασιακά για λόγους ξένους ως προς την ίδια την αυθεντική ουσία του έρωτα.
Εκείνη τώρα πια στέκονταν μπροστά στην προκυμαία του λιμανιού προσπαθώντας να αποδεχθεί την άλογη φυγή του άντρα, τη στιγμή που η θαλάσσια υγρασία επιφόρτιζε το παλλόμενο βλέμμα της με στάλες μιας απροσδόκητης συμπάθειας για την απουσία της κοινής ζωής.
Κι έμοιαζε πραγματικά μεστή από την απουσία του ανοιξιάτικου ήλιου, που θαρρεί κανείς πως είχε εγκαταλείψει κι αυτός τις προσφιλείς του συνήθειες.
Περπατώντας με μικρά βήματα κατά μήκος της προκυμαίας η γυναίκα έβαλε το δεξί χέρι της στην εσωτερική τσέπη του πανωφοριού που ενέδυε το πληγωμένο κορμί της κι έβγαλε από εκεί το τελευταίο τσιγάρο του χθεσινού κοινού πακέτου τους.
Το έφερε στα χείλη της μα δεν τόλμησε να το ανάψει. Συνέχισε να προχωρά με το τσιγάρο ανάμεσα στα χείλη σε μια θηλυκή εκδοχή της γνωστής φωτογραφίας του Τζέιμς Ντην.
Περπατούσε στην εκδοχή μιας φωτογραφίας που ποτέ δεν επρόκειτο να τραβηχτεί χάνοντας έτσι την ευκαιρία να αναγνώνεται ως ύστερο καλλιτέχνημα της καταγραφής του τέλους μιας σύντομης ανθρώπινης σχέσης.
Όμως, όπως συμβαίνει κάποιες φορές που οι άνθρωποι θεωρούν πως γνωρίζουν κάθε πιθανή εκδοχή της πραγματικότητας, η γυναίκα δεν πρόσεξε πως ένα κορίτσι τραβούσε φωτογραφίες για το τίποτα στην άλλη πλευρά της προκυμαίας. Κι ανάμεσα σ’ αυτές και τη φωτογραφία που επρόκειτο να φέρει πίσω στη γυναίκα τον άντρα της φυγής. 

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 28 Ιανουαρίου 2012

Το σπίτι που δάκρυσε


    Όταν το πρώτο κύμα χειμωνιάτικου κρύου ενέδυσε τα ηλιοφιλημένα από το καλοκαίρι χείλη της, η γυναίκα αισθάνθηκε πως η διαδοχή των εποχών εγγράφονταν στο σώμα της ως φυσική αναγκαιότητα.
    Όπως το καλοκαίρι η χρυσαφένια άμμος παιχνίδιζε στολίζοντας τους αστραγάλους της και τους καρπούς των χεριών της έτσι και τώρα ο παγωμένος άνεμος εισχωρούσε στα μαλλιά της ανεμίζοντας μια διαρκώς ανανεούμενη ομορφιά.
    Ήταν στις απαρχές της νύχτας, λίγο μετά το φτωχό χειμωνιάτικο λιόγερμα, και η γυναίκα περπατούσε σε ένα γνώριμο δρόμο. Ένα δρόμο στοιχεία του οποίου είχε συνδέσει στη μνήμη της με ποικίλα γεγονότα αλλά και επιθυμίες.
     Και συνέβη περνώντας μπροστά από ένα παλιό σπίτι να θυμηθεί ότι ένα φιλί είχε σφαλίσει τα χείλη της πριν από πολλά χρόνια. Ένα φιλί διαφορετικό από τα άλλα. Ένα φιλί απροσδόκητο, ένα φιλί ολοκληρωτικό.
    Το πρώτο φιλί ενός αγοριού ανελέητου που με όλη την ορμή της εφηβείας αναστάτωσε για πάντα τη ζωή του κοριτσιού.
    Ένα φιλί δυνατό σαν ποίημα που γεννήθηκε από τη συνεύρεση δύο αγαπημένων λέξεων πάνω στο γυμνό χαρτί της όμορης ζωής δύο νέων παιδιών.

   Και τώρα ένιωθε το φιλί να ζωντανεύει ξανά στα πρόθυρα του παλιού σπιτιού και σε απόσταση μιας δροσοσταλίδας από τα χείλη της φαντασίας της      
       Σταμάτησε για λίγο και κοίταξε κατάματα το παρελθόν της βιώνοντας την απεραντοσύνη του πλέον γλυκού κύματος της χρόνιας σιωπής εκείνης της κοινής εμπειρίας των ματιών.

      Κι ήταν για λίγο που η γυναίκα μετατράπηκε σε σώμα ανυπέρβλητης εφηβείας.
     Τόσο πολύ τη συνεπήρε η ανάμνηση αυτή που τα χέρια της απλώθηκαν ανοιχτά σε κάθε ίνα του γνώριμου δρόμου προικίζοντάς τον με τα χρώματα μιας τόσο ανθρώπινης ανάμνησης.
      Τότε συντελέστηκε το θαύμα.
   Ένα νεαρό αγόρι στάθηκε μπροστά της και έκθαμβο από την ομορφιά που εξέπεμπε η νηφάλια κι ώριμη πια ομορφιά της, της χάρισε ένα μικρό λουλούδι.
     Η γυναίκα δεν αρνήθηκε την ξαφνική προσφορά. Άπλωσε το χέρι, πήρε το λουλούδι κι άρχισε να περπατά ανεμίζοντας το εφηβικό δώρο δίχως να προφέρει τίποτα, χωρίς να ρωτήσει το γιατί.
       Στο ζωντανό όνειρο δεν υπάρχουν άλλωστε αιτιολογήσεις.
      Το θεώρησε μάλιστα φυσικό να ενσαρκώνεται η φαντασία της και να συμπίπτει με τον πόθο ενός εφήβου.
    Καθώς η γυναίκα έστριβε στην πρώτη στροφή, ένας περαστικός είδε το παλιό σπίτι να δακρύζει. Μόνο η γυναίκα θα μπορούσε να γνωρίζει ποιος ήταν. 

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2012

Ο παφλασμός του απείρου


Ι

Θα ξεχάσω για πάντα
των βουνών το χειμωνιάτικο ψύχος,
της θάλασσας τους ωκεάνιους παφλασμούς,
των σπιτιών τις ανελέητες σιωπές του Σεπτέμβρη.

Με τις λέξεις του Αυγούστου στα χείλη
θα ξεχυθώ στον κόσμο,
να τους θυμίσω το ένδοξο παρελθόν,
να τους ομορφύνω το μέλλον,
φεγγάρι δανείζοντας στο φλογερό παρόν τους.

Και να έρθει ένας Χριστός απρόσκλητος τώρα
μα ανθρώπινος,
στις αυλές που απέμειναν να βάλει τραπέζι,
να κόψει ψωμί τα πάθη
που ξερίζωσαν τους τόπους.

Και το φως να σκιάσει τις νύχτες μας
και των αστεριών τα έργα
να λιμάρουν με τέχνη την παγερή τεχνολογία
και τους μύθους της επιστήμης.

Γιατί χρειάζεται ξανά
το πνεύμα να νικήσει το σίδερο.

II

Την επόμενη πανσέληνο
να 'ρθουν κορίτσια
να φέρουν λουλούδια
στα σπίτια των προγόνων.
Και να φορολογηθούν πια μόνο οι καημοί
κι όχι τα μετερίζια.

Μικρά παιδιά να λιάσουν την τύχη τους
ανεμίζοντας τη φαντασία
στους φλοίσβους των βράχων.
Γράφοντας ελεύθερα έναν γλάρο
στο οικοσύστημα των αθώων προθέσεών τους.

Με το τυχαίο της ματιάς τους
ν' αφουγκραστούν τον κόσμο
και να προβάλλουν γυμνή
στο έλεος των χρόνων τους
την παιδική αφέλεια των κυμάτων.
Αληθινή στον ήλιο
πρόσθεση των χεριών τους.

ΙΙΙ

Έτσι απλά να γίνει κόσμος,
όπως οι σπάροι ανθίζουν στο πέλαγος
και τα σπίτια κατηφορίζουν στο φως του Αιγαίου.
Νύχτες να υποκύψουν στο χαμόγελο της ωραίας γοργόνας.

Παραμύθι απλόχερο να σφαλίσει τον ύπνο στις κάμαρες.
Σα να μην υπήρξε ποτέ
πόλεμος για την επίγεια εξουσία
παρά μόνο για την εφήμερη είδηση
που χάσκει στα χαρακωμένα μέτωπα της λύπης.

Να 'ρθει πολιτισμός φεγγαρίσιος
κι αγνάντεμα ματιών δίχως σκληρότητα.
Μόνο πανηγύρια στο φως
όπου να μη χαρούν βλέμματα απορημένα.
Καθώς μια γλώσσα όλα τα χείλη.

Και το βήμα μιας κοπέλας να χαράξει στην άμμο
στιγμές ευτυχίας πελαγίσιες
που τραβούν ψηλά κατά το κάστρο εκείνο
που στέρεψε από στεναγμούς.
Βαθιά ποιήματα να θελήσει η σιωπή
και φιλιά η προσευχή του θεού.

IV

Σήκω καρδιά των φτωχών
να χορέψεις στο φως
αλαφρωμένη από την αιώνια σκιά
της πλησμονής.

Είναι η ώρα η ολόγιομη
να κεντηθούν οι αποστάσεις
στην ποδιά της γιαγιάς σου.

Είναι ο χρόνος ο αστείρευτος
να μιληθούν τα χαμόγελα
και να ξαρμυρίσουν τα ρεμέντζα
τη χαραυγή.

Γι' αυτό θα στείλω ένα κλαδί ελιάς
να ασημώσει τους έρημους φάρους
και να βεβαιώσει τους θαλασσινούς:
το ελάχιστο ήταν εδώ
και θα υπάρξει ξανά.
Μυηθείτε!

Γιάννης Πολιτόπουλος
Βόλος, 1 Ιανουαρίου 2012