Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

Το φεγγαρόχυτο φιλί


Αυγουστιάτικο πρωινό. Στις παρυφές των κυματισμών της γαλάζιας θάλασσας του Αιγαίου ένα αείστικτο όνειρο γυμνώνει το υπέρλαμπρο φως της ανατολής του ήλιου.
         Είναι ακόμη ώρες σιγαλιάς και οι παλάμες του κοριτσιού με τα καστανά μαλλιά αγκαλιάζουν τη σιωπή μιας περασμένης νυχτωδίας που κοραλιοποίησε ένα αναπάντεχο γεγονός. Ένα αναπάντεχο φιλί που την προηγούμενη νύχτα απόλαυσαν τα χείλη δύο εφήβων κάτω από την απαρχή του φεγγαρένιου φωτός που βαίνει προς την πανσέληνη ολοκλήρωσή του. Ένα φεγγαρόχυτο φιλί που ένωσε με αγάπη δυο άγνωστα μέχρι τότε εφηβικά όνειρα σε φεγγαρολουσμένο πάθος.
          Το κορίτσι αγκαλιάζει τη σιωπή αυτής της τρυφερής ανάμνησης. Ώσπου ο άνεμος ενηλικιώνεται γοργά και γράφει μια αγκαλιά στο κόκκινο διάδημα των μαλλιών του.
          Με τον τρόπο αυτό, με αυτή την απλοϊκή, την τόσο ανθρώπινη πράξη ο κόσμος παύει να είναι μια οθόνη κοριτσίστικου βλέμματος και γίνεται πρόσωπο που ενσαρκώνει πολλά πρόσωπα μαζί, το καθένα από τα οποία με την απεριόριστη φυσική ομορφιά ενός χρυσαφένιου λικνίσματος εκεί ακριβώς όπου σκάει το κύμα, αναμένει το επόμενο φεγγάρι της ενάλιας ζωής του φεγγαρένιου φιλιού.
          Και καθώς οι ώρες της ημέρας βαδίζουν διασχίζοντας τις ηλιόλουστες ακρογιαλιές, το νυχτερινό φιλί προετοιμάζεται στα εφηβικά χείλη.
          Τα χείλη των εφήβων γεύονται ξεχωριστά το αλμυρό νερό της θάλασσας και διψούν τον πόθο που κυματίζει στα όνειρά τους.
          Οι νύχτες διαδέχονται η μία την άλλη, ώσπου εγκαθίσταται πάνω από το σώμα της γης εκείνη η μοναδική με το απαστράπτον φως της πανσέληνου.
      Τότε αυθόρμητα τα χείλη του αγοριού κινούνται προς τα χείλη του κοριτσιού. Τίποτα δεν υπάρχει που να μπορεί να σταματήσει την ένωση των χειλιών κάτω από το πλούσιο φεγγαρόφωτο.
          Όσο το φιλί πραγματώνεται, τα λόγια μπορούν να περιμένουν λουσμένα κι αυτά στην απεραντοσύνη του ουράνιου φωτός.
       Μόνο οι φεγγαραχτίδες πυρπολούν την ένωση των χειλιών. Είναι η επιβράβευση της φύσης σε μια ένωση αγνών ονείρων, αγνών συναισθημάτων, αγνών πόθων.
          Κάτω από την πανσέληνο του Αυγούστου πόσο ανθρώπινα ο εφηβικός πόθος κυλά από χείλος σε χείλος ενώνοντάς τα με το αθάνατο βουλοκέρι της φύσης.
          Έπειτα, είναι η σειρά των εφηβικών ματιών να γεμίσουν το βλέμμα τους με το φεγγαρόχυτο φιλί τους και να υποσχεθούν πως πρόκειται να διατηρήσουν για πάντα στη μνήμη τους το φεγγαρένιο φιλί του καλοκαιριού.

Τίτλος Κειμένου: Βάνια Γαντζού
Σώμα Κειμένου: Γιάννης Πολιτόπουλος 

Σάββατο, 22 Οκτωβρίου 2011

Η ανάμνηση μιας θωπείας



   Θα συνέβαινε στην αμυδρή προεξοχή ενός μικρού κομματιού της πραγματικότητας κάτω από έναν συννεφιασμένο ουρανό.
   Θα συνέβαινε η ανάμνηση μιας θωπείας που πραγματώνεται ταυτόχρονα με τη λεκτική καταγραφή της.
    Συμβαίνει γράφοντας, όπως συμβαίνει να κυριαρχούν οι λέξεις στα χείλη πείθοντας το φως να εμβολήσει τα σύννεφα.
   Η διαδικασία είναι αρχέγονη, μυστηριακή σχεδόν, αληθινή. Υπερβαίνει ένα συγκεκριμένο χρόνο και μοιάζει να δύναται να πράττεται σε οποιονδήποτε χώρο. Και δεν είναι απλά συνειρμική. Είναι ταυτόχρονα ασέληνη κι αέρινη. Είναι για πάντασελιδοποιημένη στο βιβλίο του ουρανού.
   Ως τέτοια, η ανάμνηση εδράζεται σε βάθρο αναδημιουργίας της ζωής αναπλάθοντας όνειρα και προσμίξεις αισθήσεων.
   Κατά συναισθηματική αναγκαιότητα προκύπτει μία ρωγμή στην άχρονη σιωπή των προσώπων, η οποία επικράτησε στα χείλη τους κατά τη διάρκεια της ζύμωσης, στην οποία η απόσταση υπέβαλε την ανεύρεσή τους σε διαδικασία αναμνηστικής υλοποίησης.
   Κι από τη στιγμή της υλικής πραγμάτωσης πρόκειται πια για τη σμίξη των διαστάσεων σύσσωμου του χωροχρόνου.
   Και δε λανθάνει καμία απρόσκλητη σκέψη, καμία απροσδόκητη λογική εμβάθυνση καταστάσεων. Γιατί η ανάμνηση καθίσταται σταδιακά γλυκιά και εύπεπτη στο βλέμμα των προσώπων που κάποτε έσμιξαν χείλη με χείλη προσδοκώντας το απέραντο, το απραγματοποίητο, το αέναα επιδιωκόμενο.
   Στο ρυθμό των δευτερολέπτων που περνούν η ανάμνηση εξανθρωπίζεται και αποκτά το δικό της αυτόνομο βλέμμα.
   Γιατί κάθε παρελθοντική θωπεία ενός ζευγαριού που επιδίωξε τον έρωτα, είναι και μια καινούρια ανθρώπινη υπόσταση που αναζητά να κατακτήσει το δικό της χώρο. Κι αποκτά τα δικά της ψυχικά χείλη, τα δικά της φανταστικά μάτια, μέσα από τα οποία διαισθάνεται τον ερχομό των καινούριων γεγονότων που με τη σειρά τους πρόκειται σύντομα να μετατραπούν σε συναφείς αναμνήσεις.
   Έτσι καθίσταται έτοιμη η ανάμνηση του χαδιού να εγγράψει ένα μοναδικό ποίημα στη φαντασία των προσώπων που τη δημιούργησαν έστω κι άθελά τους. Και γράφει με το φανταστικό μολύβι των δαχτύλων της:

Στα πρόθυρα μιας φωτιάς
ακροβατεί η ύπαρξη
φωτισμένη ως τα άκρα της
από την οριστική πάταξη
της ανθρώπινης προσωρινότητας

   Τότε μόνο ένας κύκλος διαφανούς ζωής ολοκληρώνεται αναμένοντας μια νέα ενσάρκωση σε ένα φιλί. 
Γιάννης Πολιτόπουλος       

Παρασκευή, 29 Ιουλίου 2011

Πανσέληνες λέξεις



Βράδυ. Ένα μικρό φως ταλαντεύεται για λίγο στο σκοτάδι. Κύματα οι διαβάτες στην προκυμαία.
Λόγια πάνε κι έρχονται στα ανθρώπινα χείλη. Χαμόγελα, κραυγές, επιφωνήματα.
Σε λίγο η πανσέληνος διαχέεται στην ακροθαλασσιά. Με τη μυστηριώδη, την ατέρμονη, την ατελεύτητη δύναμή της κατακτά τα πάντα.
Γυμνή νυχτωδία σωπαίνει την πλάση. Σα φιλί άλλης εποχής. Σιωπηλό, έντιμο, βέβαιο για τη δύναμή του. Η πανσέληνος ψηλά, ναυαγοσώστης των ονείρων.
Τότε είναι που τα βήματα των ανθρώπων δε χωρούν στην αμμουδιά. Άλλωστε, η λήθη που τους συνοδεύει, φορά πάντα παπούτσια. Και οι χρόνιες αλλά πάντα επίκαιρες μανίες. Όπως η ποίηση, η μνήμη, η αγάπη, η αμεριμνησία, η σιωπή.
Στο δρόμο, ένα ζευγάρι φανοστάτες φεγγοβολά κι ερωτεύεται.
Στα ξύλινα παγκάκια του θαλασσοδαρμένου δρόμου παιδιά ζωγραφίζουν κοχύλια. Έφηβοι ετοιμάζονται για ερωτικές περιπέτειες, για ερωτικές θωπείες. Οι αναστολές τους χάνονται στο φεγγαρόφωτο.
Στο λιμάνι, ο παλιός φάρος αναδεύει τη μνήμη του. Οι καλοκαιρινές ψάθινες ομπρέλες της αμμουδιάς προστατεύουν από το φεγγαρόφωτο τους έρωτες.
Το χέρι του Θεού γράφει την άμμο.
Ένα εφηβικό ζευγάρι πραγματώνει το πρώτο φιλί του, το αγνό μέχρι τα χείλη του νυχτερινού ουρανού.
Μια ελπίδα γυροφέρνει τότε τα ανθρώπινα μάτια.
Έτσι απλά γίνεται κόσμος, όπως τα κύματα ανθίζουν στο πέλαγος και τα σπίτια κατηφορίζουν στο φως του Αιγαίου. Οι καλοκαιρινές νύχτες υποκύπτουν στο χαμόγελο της ωραίας γοργόνας.
Τα ασημένια κορδόνια των αστεριών επισφραγίζουν ένα φιλί. Εμβρόντητη στέκει τότε η γενναιοδωρία του φωτός.
Στα πέρατα της θάλασσας σκορπίζεται μια πανσέληνη φωταψία. Τα τρυφερά κύματα χορεύουν στο ρυθμό του φεγγαριού. Ο βυθός αναδύεται από τα βάθη αιώνων. Φέρνει μαζί του βοτσαλένιες λέξεις. Πανσέληνες λέξεις. Πανσέληνοι έρωτες. Πανσέληνα φιλιά.
Τίποτα δε λείπει από το τοπίο, έτσι τέλειο όπως πραγματώνεται στη φεγγαράδα.
Με λόγια και σιωπές σε εναλλαγή χαδιού γίνεται φεγγαρίσιος πολιτισμός. Και φεγγαρένια θηλυκότητα ικανή να γυμνώνει τα όνειρα.
Η θάλασσα ακροβολίζει τους στεναγμούς της. Οι πέτρινοι βράχοι αναλώνουν τους καημούς τους.
Βραχώδες σεληνόφως φιλά το κύμα. Σαν περιπλάνηση της γραφής, σαν κινήσεις γράφοντος βλέμματος.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 12 Ιουνίου 2011

The red oyster of lies

you always love
the sunny paper of  life
even
you wrote a passion
in the soul of the sea
being a promise by the future

* * *

say that
mirrors are dying
on the dark side of the moon
starving hysterically the love
with a rose into the eyes
with a butterfly behind
the midnight freedom

* * *

smooth lies
destroy the art
when
darkness fears the naked passion
and
the sun prefers the unusual truth
of destiny

* * *

in the year of 2011
the world has no other way
to play a life to the old piano
but only
by remembering
how many feelings
demonstrated
on the back street of crying

* * *

west wind blows
upon the red oyster
the time
that
love exists
as a pure oxygen
released
by the echo of happines

* * *

crystal eyes
create stories
and
make love
to the sun
 you only take leave of your senses

Yannis Politopoulos

Κυριακή, 22 Μαΐου 2011

Στο έλεος της γραφής


         Πάντα. Μία λευκή σελίδα περίμενε το βλέμμα της, εκείνο το αδιόρατο, το αστείρευτο βλέμμα της κοπέλας που αγαπούσε τη θωπεία των λέξεων με ένα τρόπο σχεδόν ευλαβικό. Γιατί κάποτε και τα αντικείμενα επιζητούν την προσοχή των ανθρώπων.

         Εκείνη όμως δεν ήξερε ακόμη πότε έπρεπε να ζει στιγμιαία και πότε να ζει διαχρονικά.

         Έτσι, ζούσε σε ένα μεταίχμιο αναμονής και παύσης, σε μία ανερμήνευτη ακόμη εκδοχή της θηλυκής της υπόστασης.

Συχνά, η κοπέλα το είχε σκεφτεί να τη γεμίσει τη λευκή σελίδα της, όμως το χέρι της το είχε υποτιμήσει πρώτη η ίδια.

Ώσπου μια μέρα μεταξύ ήλιου και βροχής, μεταξύ αυτού του γλυκού παιχνιδίσματος της φύσης, η γραφή ξεκίνησε από το ίδιο το λευκό της σελίδας κι έφτασε μέχρι τη συμμετρία των δαχτύλων και των ματιών της.

Επρόκειτο για την άνοιξη της γραφής, για τη γαλανή απαρχή του ταξιδιού της στο σώμα των λέξεων, στο δικό της σώμα.

Το χέρι της κοπέλας πραγμάτωσε την αποφασιστική κίνηση και κατέγραψε στο λευκό χαρτί τα γεγονότα που η ίδια διά της γραφής της επρόκειτο να δημιουργήσει την επόμενη ημέρα, τις επόμενες ημέρες μιας καινούριας ζωής.
Ώρα αργότερα το λευκό χαρτί κυμάτιζε στην απεραντοσύνη της θηλυκής εκδοχής της γραφής.
Λέξη με λέξη, φράση με φράση, η κοπέλα είχε συνθέσει τη λεκτική φωτογραφία του βλέμματός της. 
Είχε γράψει:

Στάλες ανέμου
Υγρές ματιές
Γαλάζια βήματα

Από την αρχή της ζωής
το απέραντο πλησιάζει
το φως των ματιών μου

Κι είναι η εαρινή ρήχη
που προσμένει τα βήματά μου
σε απόσταση χαδιού από τα χείλη μου

Η κοπέλα είχε πια μεταστραφεί. Ήταν πια η κοπέλα που γνώριζε με βεβαιότητα τί έπρεπε να πράττει και πότε να το πραγματώνει, ώστε οι άνθρωποι γύρω της να την αναγνωρίζουν ως την επιβεβαίωση της πιο ονειρικής πραγμάτωσης.
 Στο δωμάτιο της κοπέλας ένα πέπλο φαντασίας και μυστηρίου απλωνόταν σα μαγικό χαλί προστατεύοντάς την από οτιδήποτε την πλήγωνε στο παρελθόν.

Έχοντας εσωκλείσει τα πρώτα της γραπτά σε ένα φάκελο με διαφάνειες είχε καταφέρει να τακτοποιήσει διά της γραφής την ίδια τη σειρά των σκέψεων και των απαραίτητων πρωτοβουλιών της οι οποίες θα την οδηγούσαν σύντομα στο δρόμο με τις εύκολες νύχτες και τα ηλιόλουστα πρωινά.

Γιατί η γραφή δεν εγκαταλείπει ποτέ αυτούς που όπως η κοπέλα την αγαπούν ανυστερόβουλα και τη μεταφέρουν πάντα μαζί τους όπου κι αν βρεθούν ακόμη και για λίγες στιγμές.

Έτσι, η κοπέλα κρατούσε πάντα μέσα στην τσάντα της το σώμα των γραπτών κειμένων της, που σαν άλλος ζωντανός οργανισμός τη βοηθούσε να αισθάνεται πιο δυνατή και κυρίως πιο θηλυκή ακόμη.
            Και πραγματικά, τα κορίτσια την κοιτούσαν τώρα με άμετρο θαυμασμό, ενώ τα αγόρια αγωνίζονταν να υποκλέψουν ένα βλέμμα της έστω, για να γραφεί κάτι γι’ αυτά στις επόμενες σελίδες του βιβλίου της ζωής της που η κοπέλα καθημερινά συμπλήρωνε.
          Τώρα πια η ίδια ζει στο έλεος της θηλυκής γραφής και οι άλλοι στο έλεος του θηλυκού βλέμματός της που διαρκώς ενέχει τη δύναμη να ακραγγίζει τη γαλήνια σιωπή των ανοιξιάτικων οριζόντων.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Το κορίτσι που αγαπούσε η θάλασσα



   Πρόκειται για την ιστορία ενός κοριτσιού με το όνομα του ανέμου ζωγραφισμένο στο βλέμμα του.
   Είναι ακριβώς στη μέση του καλοκαιριού, όταν το κορίτσι συναντά για μια ακόμη φορά τη θάλασσα που τόσο πολύ αγαπά. Κατά τη διάρκεια ενός πολύ ζεστού απογεύματος, την ώρα του όμορφου δειλινού, που το κορίτσι διαβάζει ένα παραμύθι γραμμένο στη Γαλλική γλώσσα, σηκώνεται αέρας πολύ δυνατός που τα κύματα στη θάλασσα θεριεύουν.
Το κορίτσι βηματίζει στο παραμυθένιο δωμάτιό του και πηγαίνει στο παράθυρο να δει την αγριεμένη θάλασσα.
   Το βλέμμα του είναι καθάριο, αλλά στα βάθη της ψυχής του κάτι του λέει πως αυτή η θαλάσσια αντάρα κάτι καλό θα φέρει για το ίδιο. Γιατί είναι ένα κορίτσι με τρία χαρακτηριστικά: την αγάπη για τις λέξεις και τα ονόματα, την πίστη στον εαυτό του και στις δυνατότητές του και την αστείρευτη διάθεσή του να ξεχωρίζει από όλα τα κορίτσια της ηλικίας του μιλώντας μυστικά με τον ήλιο, τη θάλασσα και το φεγγάρι.
   Το μυστικό όνειρό του κοριτσιού είναι να χορεύει στο ρυθμό της φυσικής ομορφιάς και να προστατεύει όλα τα πονεμένα ζώα. Και για να το πετύχει αυτό, είναι αποφασισμένο να γίνει ένας σπουδαίος άνθρωπος με πολλές γνώσεις σε όλα τα επίπεδα της ζωής, ώστε όλοι να σέβονται τα λόγια του.
   Έξω, ο αέρας συνεχίζεται όλο το απόγευμα και δε σταματά ούτε και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
   Αργά το βράδυ, ενώ το κορίτσι κοιμάται ήρεμα, μία φεγγαρένια αχτίδα έρχεται και λούζει τα κλειστά βλέφαρά του. Το κορίτσι αισθάνεται πως το φεγγάρι το παροτρύνει να κατέβει την αυγή στην αμμουδιά, γιατί εκεί κάτι όμορφο συμβαίνει. Το αισθάνεται μέσα στο γλυκό ύπνο που σφαλίζει τα βλέφαρά του και δεν είναι περίεργο, γιατί έτσι συμβαίνει σε κάποιους σπουδαίους ανθρώπους. Να έχουν δηλαδή τη δυνατότητα επικοινωνίας με ολόκληρη την πλάση. Και το κορίτσι ανήκει στους ανθρώπους αυτούς. Κι αυτό του δίνει μια πρωτόγνωρη δύναμη.
   Έτσι, εντελώς φυσικά, όταν η αυγή έρχεται να συναντήσει τα όνειρά του, το κορίτσι τραβά γραμμή για την αμμουδιά. Όταν φτάνει, μένει έκπληκτο. Η θάλασσα έχει βγάλει στην ακτή πολλές πέτρες, οι οποίες πάνω στη χρυσή άμμο του καλοκαιριού δεν έχουν ριχτεί τυχαία όπως όλες τις άλλες φορές, αλλά σχηματίζουν το όνομά του.
    Η στιγμή που το βλέμμα του αντικρίζει αυτό το πρωτόγνωρο αλλά υπέροχο θέαμα, το κορίτσι το κατανοεί πως η ζωή του αλλάζει. Γιατί τώρα πια είναι κάτι περισσότερο από ένα απλό κορίτσι. Είναι το κορίτσι των θαλασσινών λέξεων. Είναι το κορίτσι που αγαπούν οι λέξεις, το κορίτσι της γαλάζιας θάλασσας, το κορίτσι που μπορεί να γράφει πάνω στην ίδια τη φυσική ομορφιά της γης.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 28 Απριλίου 2011

Το κοινό βλέμμα


  Ηλιόλουστο μεσημέρι. Ένα αυτοκίνητο διασχίζει την εθνική οδό και κατευθύνεται προς το Βορά με συγκεκριμένο προορισμό. Οι καυτές ηλιαχτίδες διαχέονται στα πρόσωπα της γυναίκας και του άντρα προσδίδοντας την υφή του ονείρου στην κοινή ζωή τους που μόλις αρχίζει.
          «Αγάπη είναι να αισθάνομαι πως όταν δεν τον σκέφτομαι, με προδίδω», σκέφτεται η Άντζελα παραδίδοντας το βλέμμα της στα δυνατά χέρια του άντρα που οδηγεί με προσεκτικά βήματα τη σχέση τους προς μια άγνωρη ακόμη ευτυχία δίπλα στη θάλασσα. Γιατί το ταξίδι τους έχει συγκεκριμένη κατάληξη. Πηγαίνουν να στεγάσουν τον έρωτα που γεννήθηκε στα μάτια τους σε ένα κοινό σπίτι πολύ κοντά στη γαλάζια θάλασσα.
          Είναι αλήθεια πως όταν γνωρίστηκαν, προέρχονταν από διαφορετικά περιβάλλοντα, από διαφορετικές απαρχές κάτω όμως από έναν κοινό γαλάζιο ουρανό.
          Κι είναι προφανές πως ο έρωτας υπάρχει, για να συνενώνει τις αρχικές αντιθέσεις. Να βιώνεται ως πράξη γαλανής ενοποίησης του κοινού βλέμματος.
          «Αγάπη είναι να αισθάνομαι πως όταν εκείνη με φαντάζεται, γίνομαι καλύτερος», σκέφτεται ο Χρήστος αγγίζοντας τα μαλλιά της γυναίκας που πρόκειται να αποτελεί την προέκταση της ζωής του.
          Κι ύστερα, το αρχικό ταξίδι φτάνει στο τέλος του μεστό από κοινές σκέψεις, πλήρες από την κοινή εικόνα μπροστά στα μάτια.
          Φτάνουν, στο μικρό παραθαλάσσιο χωριό την ώρα του δειλινού. Ο ήλιος φωτίζει το μέλλον.
          Αργότερα, βηματίζουν μαζί μπροστά στη θάλασσα. Ένας ελαφρύς κυματισμός υποδέχεται το νεαρό ζευγάρι.
          Είναι πια μαζί μπροστά στην απεραντοσύνη του ορίζοντα, μπροστά στο άγνωστο της γαλάζιας θάλασσας.
          Ένα φιλί ξεφεύγει από τα χείλη τους κι υποδέχεται τον ερχομό της νύχτας. Το φεγγαρόφωτο συναινεί. Ο ουρανός χαμογελά στα χείλη του.
          Αρχίζουν να ζουν μαζί μια ευτυχία ανείπωτη, άφατη, λουσμένη στο φεγγαρόφως.
          Σκέφτονται και οι δυο τους πως έχουν ένα σπάνιο προνόμιο.
          Από τη μία πλευρά η μαθηματική αντιμετώπιση του κόσμου κι από την άλλη η ανθρώπινη, η συναισθηματική προσέγγιση της κοινής ζωής.
          Και δε λανθάνουν. Ανατρέχουν με τη σκέψη και τη φαντασία τους στα κοινά φοιτητικά χρόνια, για να κλέψουν λίγο φως, λίγη αρχική ταχύτητα έρωτα. Σε λίγο καιρό, δημιουργούν μαζί. Δημιουργούν ένα δικό τους κόσμο σε μια μικρή γωνιά του κόσμου. Κι αφήνουν χώρο για τη συνέχεια, για το όνειρο, για την πραγμάτωση.
          Ένας άντρας και μία γυναίκα που πλησιάζουν στο φως της αλήθειας. Τώρα και για πάντα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 16 Απριλίου 2011

Στα ίχνη των λέξεων


I

με το βλέμμα
στην αφύσικη διαδοχή
των εποχών
ένας αόρατος θεός
ομορφαίνει τη δύση
των σκέψεων
με μόνη αποσκευή του
το παρόν


II
στο χείλος των λέξεων
η ζωή αγριεύει
στιγμιαία
κι απλώνει φως
στη θάλασσα της μνήμης
απέραντο
στον ερχομό της αγάπης


III
καθώς αργοπορεί
η λεκτική άνοιξη των ονείρων
οι συλλαβές κυλούν γυμνές
στο απέραντο σώμα της σιωπής
κι ο έρωτας απάνεμος
διακόπτει τους συνειρμούς της νύχτας


IV
τις γυμνόστηθες λέξεις
αγαπούσε προπαντός
τις λέξεις που μετέρχονταν
τη διαδρομή μιας άνοιξης
αναλλοίωτης
που κάποτε πλήθηνε
το σώμα τους
στα τρυφερά του χείλη

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 26 Φεβρουαρίου 2011

Το κορίτσι του φεγγαριού



Χειμωνιάτικο πρωινό. Μέσα στο εφηβικό του δωμάτιο το αγόρι φαντασιώνει και πάλι εκείνο το μειλίχιο συναίσθημά του για το κορίτσι που οι άλλοι ονομάζουν Άνοιξη και το ίδιο αποκαλεί Νεφέλη στα όνειρά του και Λήθη τις ατέλειωτες ώρες της προσμονής. Εκείνες τις ώρες που μόνο περιμένει να αντικρίσει το χαμόγελο που χαράζεται στη λεπτή γραμμή των χειλιών της.
Σκυμμένο στο γραφείο του το αγόρι αραδιάζει τις λέξεις στο λευκό χαρτί.
«Είμαι πάλι εδώ και γράφω. Για σένα. Μόνο για σένα. Δεν ξέρω που είσαι τώρα, μα σε βλέπω να λάμπεις στον ερχομό των λέξεων, στην απεραντοσύνη της γραφής. Γιατί η γραφή ξεκινά από τα μάτια σου, από τα μάτια σου που είναι τα μόνα στον κόσμο που μπορούν να μου γεννήσουν λέξεις.
Για σένα περνούν οι μέρες μου, η μία μετά την άλλη, χωρίς τελειωμό, χωρίς έλεος. Ζωγραφίζω την απουσία σου κι ο χώρος γεμίζει φως. Κι όμως, αισθάνομαι πως τίποτα δεν είναι αρκετό, για να αισθανθώ πλήρης.
Θα ήθελα πολύ να ήσουν ποίημα και να σε φιλήσω πάνω στο λευκό χαρτί.
Απάντησέ μου:

Πως γίνεται
 στα δυο σου μάτια
τόση ομορφιά συγκεντρωμένη
να προκαλεί
με ένα διάπλατο βλέμμα,
με ένα γυμνό βλέμμα
το μεθυσμένο κόκκινο
των ονείρων μου;

          Μήπως είσαι η ολόφωτη θεά της πόλης; Μήπως το κορίτσι που τριγυρνά στο σώμα του ανέμου τις νύχτες;
          Μα ό,τι κι αν είσαι σε βλέπω να περπατάς στην καυτή άμμο του καλοκαιριού αναζητώντας ένα ηλιόλουστο φιλί. Κι ύστερα, σε βλέπω να χάνεσαι τις νύχτες εκεί όπου οι αχτίδες του φεγγαριού φιλούν την τρυφερή επιφάνεια της γαλάζιας θάλασσας.
          Έτσι μαθαίνω πως είσαι η κόρη του φεγγαριού, η απάνεμη ρήχη των ερωτικών κυμάτων. Και τρέχω σε ονειρικές ακρογιαλιές να σε προϋπαντήσω. Τρέχω μέχρι το τέλος του κόσμου μου που είσαι εσύ.»
          Η ώρα περνά και το αγόρι χάνεται στο λαβύρινθο των απέραντων συναισθημάτων του. Η εικόνα του κοριτσιού κυριεύει τα πάντα μέσα στο δωμάτιο. Δεν αργεί να φτάσει στην ψυχή του αγοριού, το οποίο σηκώνεται, ανοίγει το παράθυρο και ελευθερώνει τη γραφή, για να φτάσει στα μάτια της και να ζήσει εκεί για πάντα.
Γιάννης Πολιτόπουλος
 

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

Η θηλυκή σιωπή

           
          Ντυμένη όπως πάντα την καταληκτική σιωπή των χειλιών της η γυναίκα μπήκε στο λεωφορείο και κάθισε στην πρώτη θέση δίπλα στο παράθυρο, ακριβώς πίσω από τον οδηγό.
          Η εκκίνηση του ταξιδιού ταυτίστηκε στα χέρια της με το άνοιγμα ενός βιβλίου. Γιατί η ανάγνωση προϋποθέτει τη σιωπή και την εσωτερικότητα ακόμη κι όταν κάποιος βρίσκεται ανάμεσα σε κόσμο. Προϋποθέτει επίσης να παύει να σκέφτεται κανείς ακόμη και τη βία, την ασχήμια της ζωής και κυρίως την προσωπική ομορφιά.
          Η γυναίκα της ανάγνωσης ήταν πάντα μία γυναίκα που κοίταζε. Μόνο που δε γνώριζε ποτέ προς τα πού ακριβώς να κοιτάζει.
          Η αλήθεια είναι πως κάποτε, μικρή ακόμη, κοίταξε το πρόσωπό της σε έναν τεράστιο καθρέπτη παλιάς εποχής και με εκείνο το πρώτο βλέμμα επέβαλε μια παύση στη θηλυκότητά της. Μετατράπηκε δηλαδή σε μια ζώσα θηλυκή σιωπή.
          Και τώρα, ξεκινώντας ένα σύντομο ταξίδι αναζητά το βλέμμα της εκείνο στις σελίδες ενός βιβλίου που επιτείνει τη σιωπή της ύπαρξής της.
          Η σιωπηλή της ανάγνωση δε διακόπτεται ούτε από τις πεζολογικές διαπιστώσεις των συνεπιβατών της, αυτών των τυχαίων συνοδοιπόρων της ομορφιάς και της σιωπής της.
          Με τα δάχτυλά της η γυναίκα θωπεύει το εξώφυλλο του βιβλίου που κοσμείται από τη φωτογραφία μιας γυναίκας που το σώμα της τυλιγμένο σε ένα μαύρο διχτυωτό σάλι περιπλανιέται σε μια καλοκαιρινή αμμουδιά δίπλα σε παλιές βάρκες που ταξίδεψαν όνειρα ζευγαριών σε κάποια μακρινή εποχή.
          Έτσι, τα δάχτυλα της γυναίκας αγγίζουν μια άλλη, μια παρελθοντική σιωπή.
          Κι ήταν σα να επιθυμεί να επιτρέψει σε εκείνη τη σιωπή να διεισδύσει στο σώμα της διαμέσου της λευκής επιδερμίδας των χεριών.
          Γι’ αυτό συνεχίζει να αγνοεί το αδηφάγο αρσενικό βλέμμα της διπλανής θέσης, το οποίο άλλωστε τίποτα δε θα μπορούσε να προσθέσει στην εσωτερική περιπέτεια της ανάγνωσης που η ίδια απολαμβάνει ταξιδεύοντας.
          Όμως αντιπαθεί τους σταθμούς, αντιπαθεί τις στάσεις, την παρέκκλιση από την πορεία της ενσωμάτωσης της γραφής στο θηλυκό σώμα και στη θηλυκή μνήμη της.
          Πραγματικά άλλωστε, γραφή και σταθερότητα, γραφή και μονιμότητα, είναι ζευγάρια αχώριστα που ενοικούν αποκλειστικά στο κορμί των λίγων σε αριθμό θηλυκών σιωπών, από αυτές που δεν είναι εύκολο να συναντά κανείς σε μία εποχή πολυακουστικότητας όπως η σημερινή.
          Μόνο ο χαμηλόφωνος γλυκός ήχος της αλλαγής των σελίδων μπορεί να εντάσσεται στην περιπέτεια που ζει συντροφιά με ένα βιβλίο προσεκτικά κι απόλυτα επιλεγμένο. Γιατί Λογοτεχνία είναι ο έρωτας των λέξεων και λογοτεχνία χωρίς διάκενα θηλυκής σιωπής δεν προφέρεται ποτέ στα χείλη μιας πραγματικής γυναίκας που διαβάζει από επιλογή κι όχι από συνήθεια ή θλίψη
Γιάννης Πολιτόπουλος