Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το βλέμμα της βροχής

   
   Πρόκειται για μία ιστορία νοτισμένη από τις στάλες μιας άγριας, μιας ανελέητης λήθης. Μία διαδοχή γεγονότων που ξεκίνησε από τα σύννεφα του χειμωνιάτικου ουρανού με προορισμό τα μάτια της γυναίκας.
   Η γυναίκα εκείνη έστεκε αντίκρυ στο κλειστό παράθυρο παρακολουθώντας τις στάλες της βροχής να σβήνουν στο πάτωμα της αυλής.
   Είναι η γυναίκα που κάποτε ενσάρκωσε την απουσία στα μάτια ενός άντρα. Εκείνη που διέφυγε από τα δεσμά ενός άντρα γλυκού και βίαιου συνάμα. Η γυναίκα της φυγής. Ακόμη και τώρα που στέκει δίπλα στο παράθυρο της βροχής, η γυναίκα δεν έχει βρει τις λέξεις, για να περιγράψει με ακρίβεια τη φυγή της.
   Ήταν όμως φυγή κι όχι πτώση. Ποτέ της δεν έφτασε σε κάποιον δεδομένο προορισμό σε αντίθεση με τη βροχή που μοιραία οδηγείται πάντα στο έδαφος. Όμως η γυναίκα σκέφτεται πως το ίδιο συμβαίνει και με τα δάκρυά της. Αυτά για τα οποία δε γνωρίζει ακόμη την αιτία που τα κάνει να κυλούν κάτω από τον ίσκιο των βλεφάρων της.
   Η γυναίκα σκέφτεται πως η βροχή τελειώνει, όταν η σιωπή αποσπά τα βλέφαρά της από το φως του μέλλοντος, από το βλέμμα της καρδιάς. Από εκείνο το παιδικό όνειρο που επανέρχεται χρόνια και χρόνια στα μάτια της για μια ζωή επανδρωμένη με το γαλάζιο της θάλασσας που ερωτεύεται το τυχαίο των παιδικών συνειρμών που ακόμη κι ο θεός δυσκολεύεται να κατανοήσει.
   Τότε συμβαίνει η γυναίκα αυτή να ταυτίζεται με τη βροχή και να αδημονεί για το βρόχινο ποίημα που η βροχή γράφει τα φθινοπωρινά απογεύματα στα γυάλινα παράθυρα ενός καλοκαιριού που έγινε αφήγηση στα χείλη εραστών του μεσονυκτίου. Εραστών που ερωτεύθηκαν την ιστορία που επρόκειτο να πραγματώσουν και τελικά κατάφεραν να την υπερβούν ξαναγράφοντάς την σε εκδοχή για κάθε εποχή.
   Γιατί έμαθαν πως κι η βροχή δακρύζει, όταν το βλέμμα της πυκνώνει μπροστά από την απεραντοσύνη ενός λιακωτού που ξεχάστηκε στη μοναξιά του κι απέμεινε γυμνό να αναμένει τους εραστές και τα παιδιά μιας άλλης, μιας φιλόξενης ζωής, μιας αληθινά τρυφερής σιωπής.
   Κι έπειτα, η γυναίκα σταματά να αναζητά τους λόγους της φυγής και ταυτίζεται με το γεγονός της βροχής, με την κατάσταση της βρόχινης θωπείας που εξαντλείται στο ακέραιο ενός φιλιού ακριβώς, για να δημιουργήσει την αρχή μιας απροσδόκητης επανόδου στην ένωση δύο κειμένων, που σα να γράφτηκαν σε διαφορετικό χρόνο από διαφορετικά χέρια κι όμως ενώνονται τόσο εύκολα, τόσο απρόσμενα, λέξη με λέξη, φιλί με φιλί, σελίδα με σελίδα ξεφυλλίζοντας την απεραντοσύνη μιας ενιαίας φαντασίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Ένας ωκεανός αισθήματα


Καταμεσής Φθινοπώρου. Στις άκρες ενός δειλινού, μία γυναίκα νέα και όμορφη είναι καθισμένη σε ένα εβένινο γραφείο. Στα φιλντισένια δάχτυλά της κρατάει ένα μολύβι. Γράφει πάνω σε ένα μικρό άσπρο χαρτί.
          Για την ακρίβεια συμπληρώνει το νόημα μιας λέξης. Είναι η λέξη ωκεανός.
          Η γυναίκα θωπεύει με τη μνήμη της την αγέννητη ακόμη φράση και το χέρι κινείται πάνω στο λευκό του χαρτιού.
          Η σκέψη είναι αβίαστη, πρωτογενής, αυτόματη σχεδόν στα χείλη. Τη γράφει προφέροντάς την ταυτόχρονα. Είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση: «Τα μεγάλα κύματα του ωκεανού με συνάρπασαν».
          Τα μάτια της φωτίζονται στο χρώμα του δειλινού.
          Όπως τότε, τη μέρα που για πρώτη φορά ο ωκεανός φίλησε τα γυμνά πόδια της με ένα απέραντο νερένιο, ωκεάνιο φιλί. Τότε, τη μέρα που η ίδια χάρισε στην ωκεάνια απεραντοσύνη τη χαρά της επαφής με την ηλιοκαμένη επιδερμίδα της.
          Τότε που δεν επέτρεψε στο ωκεάνιο φιλί να την αγγίξει παρά μόνο μέχρι τα γόνατα. Τότε που η ίδια αισθάνθηκε την ωκεάνια σιωπή να κατακλύζεται από το είναι της.
          Τότε που είδε τα όνειρά της να βηματίζουν στην επιφάνεια της γαλάζιας ύπαρξης του ωκεανού.
          Και να που τώρα η επαφή επανέρχεται στο βλέμμα της με τη βοήθεια της γραφής. Γιατί η πρόταση κατακλύζει το βλέμμα της και το χαμόγελο επανέρχεται στα χείλη της με τη δύναμη του δειλινού που προοιωνίζει μια θάλασσα αισθημάτων, έναν ωκεανό αισθήματα, ικανά να φωτίσουν τη νύχτα που σε λίγο θα καλύψει με σκοτάδι το δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα που περικλείει την ύπαρξή της και τη γέννηση της γραφής.
          Μεστή από χαρά η γυναίκα σηκώνεται από το γραφείο και πηγαίνει στο παράθυρο που βλέπει προς τη θάλασσα. Εκεί, συγκεντρώνει το βλέμμα της και ένα επιφώνημα ευτυχίας ξεκινά από τα χείλη της για συναρπαστικό ταξίδι στην ωκεάνια απεραντοσύνη.
          Τώρα πια η πρόταση ταξιδεύει. Από τη μνήμη της στο ωκεάνιο κορμί. Από τη φαντασία της στα κύματα της θάλασσας που κάποτε την υποδέχτηκαν με χαρά.
          Είναι η στιγμή της επανασύνδεσης, η στιγμή της γραφής ενός κοινού, ενός γνώριμου παρελθόντος. Η γυναίκα και ο ωκεανός. Τα κύματα των απέραντων αισθημάτων, τα βιώματα του υγρού φιλιού της κοινής εμπειρίας, της κοινής απόλαυσης.
          Έπειτα, η γυναίκα επιστρέφει στο γραφείο. Κοιτάζει για ώρα το λευκό χαρτί. Στα μάτια της κυλούν δάκρυα, δάκρυα χαράς. Η ωκεάνια γραμμή του μέλλοντος έχει εξορίσει τη λήθη από την ψυχή της.
          Η νύχτα απλώνει τα χάδια της παντού στο κορμί της και τα όνειρα παίρνουν τη θέση που τους αξίζει.

Γιάννης Πολιτόπουλος