Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Το δίλημμα μιας εφηβικής παλάμης

Ακριβώς στη μέση του καλοκαιριού. Μια μελλοντική αφήγηση που γεννιέται στα χείλη σας, στα μάτια σας, στη γυμνή, στη μυστηριώδη παλάμη σας, στο είναι του κόσμου σας. Μια αφήγηση για την παλάμη σας και τη διλημματική γραμμή της ζωής σας.
        Μια γραφή γι’ αυτό το απέραντο σημείο του κόσμου. Μια θάλασσα λέξεων που κατακλύζει το είναι σας. Που ανεβαίνει από τα χείλη σας στη μικρή εκείνη ελίτσα ακριβώς κάτω από το αριστερό σας μάτι, που κοιτάζει το φως και προσδιορίζει την ύπαρξή σας.
         Η αφήγηση ξεκινά κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή αυτής της ηλιόλουστης μέρας στη μέση του καλοκαιριού.
Λέει:
         Είστε ξαπλωμένη πάνω στην καυτή άμμο του καλοκαιριού, ανάσκελα με το σώμα σας κατάσαρκα στον ήλιο. Η άμμος αναγνωρίζει το σχήμα του κορμιού σας και σας δέχεται γλυκά στο χρυσαφένιο περίγραμμά της. Σας περικλείει με την απαλότητά της από άκρη σε άκρη. Πληθαίνει τη γύμνια σας και ποθεί την απαλή επιδερμίδα σας.
         Γυμνή απεραντοσύνη ενεδρεύει στα αλμυρά χείλη της θάλασσας. Φως λανθάνει στη γυμνή σας παλάμη που φωτίζεται διάπλατα από το φως του ήλιου και αρθρώνει λόγο ακριβώς στη γραμμή της ζωής σας.
Η παλάμη σας γράφει διλήμματα και αναζητήσεις στο γαλάζιο της θάλασσας, τόσο φανερά, τόσο απρόσμενα, τόσο απροκάλυπτα, όπως ένα φιλί που κοιμάται στα μάτια σας.
Μια ηλιαχτίδα τολμά να ακολουθήσει τη γραμμή της λογικής σας έως εκεί που αυτή χωρίζεται απότομα στα δύο. Εκεί στο σταυροδρόμι της παλάμης σας, στο σταυροδρόμι της ζωής σας, στο σημείο όπου διαχωρίζονται η λογική και η φαντασία σας, εκεί όπου τα συναισθήματα μπερδεύονται, απομακρύνονται και κοιτούν τρυφερά το ένα το άλλο.
Εκείνο το σταυροδρόμι είστε εσείς. Είστε το παρελθόν σας, το ηλιόφωτο παρόν, το απρόσμενο μέλλον σας, η διαίσθηση των μύχιων σκέψεών σας. Εκεί είστε συμπυκνωμένη αλλά ολόκληρη, πλήρης στη θωριά σας, στο βλέμμα σας, στις λέξεις που πρόκειται να προφερθούν για σας. Εκεί είστε η μνήμη σας, η μνήμη ενός κοριτσιού ανελέητου, που κάποτε, από ένα τυχαίο γεγονός διαχωριστήκατε στα δύο. Σε δύο κομμάτια, σε δύο σώματα, σε δύο φιλιά.
Απλώνετε την παλάμη σας στον ήλιο κι εκείνος προσκυνά την ομορφιά της. Οι ηλιαχτίδες του ταλαντεύονται στο κορμί σας αναζητώντας την πηγή της σιωπής των χειλιών σας. Αναζητώντας το δίλημμα της γυμνής παλάμης του αριστερού σας χεριού.
Μέσα στην ομορφιά σας, μέσα στο βλέμμα σας, μέσα στη λήθη του παρελθόντος σας, έχετε ξεχάσει τι σας συνέβη. Έχετε ξεχάσει γιατί σας αγαπά ο ήλιος.
Γιατί κάποτε βιώθηκε από εσάς μία μεταστροφή, μία απώθηση, μία απόκλιση από τις συνηθισμένες εκδοχές της ανθρώπινης πραγματικότητας.
Αφεθήκατε να ζείτε, να αισθάνεστε, να βλέπετε, αλλά να μην επιχειρείτε.
Και γρήγορα οδηγηθήκατε στο μεταίχμιο των δρόμων της τρυφερής σας παλάμης. Το φως ήταν πια μία σχισμή γνώσης ανάμεσα στα μάτια σας.
Γίνατε το κορίτσι με την ανεπαίσθητη δοξασία της μοναξιάς. Γίνατε η αθέατη απεραντοσύνη του χθες των ημερών σας.
Ακόμη και τώρα που εκθέτετε το σώμα σας στο φως του ήλιου, δε γνωρίζετε ποιο είναι ακριβώς το δίλημμα της γυμνής σας παλάμης.
Κι όμως, υπήρξατε πάντοτε το κορίτσι μιας προσιτής στους άλλους παρουσίας. Μιας παρουσίας που μετεξελίχθηκε σε απουσία.
Καθώς απολαμβάνετε τη θέα του καλοκαιριού, έρχεται στη μνήμη σας η ύπαρξη του κοριτσιού αυτού.
Είστε τώρα στα μάτια της φαντασίας σας το κορίτσι εκείνο που η μητέρα του το πρόσεχε με μία σπανιότητα μοναδική. Είστε το κορίτσι που η μητέρα είχε ως πρώτη προτεραιότητα στη ζωή της. Κι αισθανθήκατε πως αυτό χάθηκε, όταν η μητέρα σας κατάλαβε πως έχετε πια μεγαλώσει και ανήκετε πλέον στον κόσμο και στη ζωή σας.
Φόβο. Θα έπρεπε να είχατε νιώσει φόβο. Γιατί πως αλλιώς να εξηγηθεί πως ακόμη κι ένα απλό τηλεφώνημα του πατέρα σας στο τέλος της μέρας ήταν τόσο σημαντικό για σας.
Νιώσατε την απόλυτη αγάπη και μετά φόβο, που σας μετέτρεψε σε κλειστό μαργαριτάρι.
Κλειστή. Πάντα ήσασταν κλειστή. Κλειστή σε όλα εκτός από το φως του ήλιου.
Και χωρίς να το καταλάβετε, θεσπίσατε κριτήρια αγάπης. Την αναμονή, την επιμονή και το έμπρακτο ενδιαφέρον των άλλων για σας. Κριτήρια που ικανοποιούν το είναι σας, αλλά δεν ανανεώθηκαν ποτέ.
Κι όπως και σήμερα κάτω από τον καυτό ήλιο, δεν αισθανθήκατε ποτέ καμία κακία, παρά μόνο παροδικά, στιγμιαία σχεδόν για κάποιες ακραίες ανθρώπινες συμπεριφορές.
Και φτάσατε εδώ, στο σταυροδρόμι της παλάμης σας, διαπιστώνοντας πως τα κριτήριά σας δεν επαρκούν, για να σας πουν ποια ζωή να ζήσετε.
Καθώς ανασαίνετε πάνω στη χρυσή άμμο του καλοκαιριού, δε γνωρίζετε πώς να προστατευθείτε από το μέλλον.
Μια γαλανή φωνή τότε, η φωνή της θάλασσας, σας καλεί να εισέλθετε στο σώμα της.
Το κάνετε. Περπατώντας στην άμμο εισέρχεστε στο κορμί της θάλασσας και λούζεστε ολόκληρη στο νερένιο χάδι της. Κι έχετε πάντα ζωγραφισμένο στο βλέμμα σας εκείνο το αιώνιο δίλημμα. Να πάτε στα βαθιά ή να παραμείνετε στα ρηχά.
Διαλέγετε το δεύτερο. Διαλέγετε το εύκολο νόημα της ζωής αδικώντας τον εαυτό σας. Αδικώντας την ομορφιά σας και τελικά την ίδια την αγάπη του ήλιου στα μάτια σας.
Καθώς πλέετε στη θάλασσα, την ίδια στιγμή νιώθετε να συνεχίζεται η πραγματικότητα της ζωής σας. Νιώθετε να αναλώνεστε μεταξύ αυγής και δειλινού αναμένοντας κάτι τυχαίο να εξηγήσει το ανεξήγητο της παλάμης σας.
Το βλέπετε στη θάλασσα πως έπρεπε να το τολμήσετε, πως έπρεπε να διαλέξετε την ευθεία προέκταση της γραμμής της ζωής σας. Πως έπρεπε, πως πρέπει να το τολμήσετε ακόμη και τώρα να κολυμπήσετε στα βαθιά. Να το κάνετε τώρα, πριν είναι πια πολύ αργά. Να ζήσετε μία ζωή σε τεντωμένο σχοινί, σε απόσταση βολής από το άγνωστο, από το απρόβλεπτο.
Να αγαπήσετε την προσπάθεια για το τίποτα, για το έτσι, για το χωρίς λόγο γίγνεσθαι.
Καθώς βγαίνετε από το σώμα της θάλασσας και πατάτε στην άμμο, ξαφνιάζεστε βλέποντας ένα μικρό ξανθό παιδί να χαράζει στην άμμο τη φράση της ζωής σας: το απέραντο βλέμμα των λέξεων.
Μένετε εκεί, όρθια πάνω στην ξανθή άμμο του καλοκαιριού κοιτώντας τη γραφή του μικρού παιδιού να προκαλεί αιώνες θαλάσσιου κυματισμού και να μην ενδιαφέρεται πότε θα σβηστεί από το σώμα της άμμου.
Γιατί υπήρξε στα μάτια σας. Κι έτσι θα υπάρχει για πάντα στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.

Γιάννης Πολιτόπουλος