Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Η αρχή της γραφής

          
          Η γραφή ξεκίνησε από τα χέρια της. Από τα τρυφερά χέρια της κοπέλας με τα γαλανά μάτια. Για την ακρίβεια, ξεκίνησε από τα ακροδάχτυλα του δεξιού χεριού της.
          Με αφορμή την απερίγραπτη ομορφιά της λέξεις ξεχύθηκαν στις λεπτές φλέβες της, λέξεις αιμάτινες, λέξεις ερωτικές, λέξεις απροσδόκητες, λέξεις σιωπηλές για τον κόσμο, για τον έρωτα, για τη φαιδρότητα των πραγμάτων.
          Κι άρχισαν να ανεβαίνουν προς τους ώμους της γυμνώνοντας τα όνειρά της. Όνειρα που προκαλούν την αέναη γέννηση της γραφής. Όνειρα καρφιτσωμένα στο σάρκινο ποίημα της παρουσίας της, της ζωής της. Όνειρα που λαμπυρίζουν γυμνά στο σκοτάδι της καθημερινότητας των ανθρώπων.
          Κι έπειτα, οι λέξεις προχώρησαν. Ζωγράφισαν το λαιμό της με λουλούδια εποχής, με ανοιξιάτικα χρώματα κι έφτασαν στα χείλη της όπου έδωσαν φιλί τρυφερό γεμάτο απεραντοσύνη.
          Λέξεις στα χείλη της, λέξεις στα μάτια της, λέξεις παντού στο πρόσωπό της.
          Λέξεις του πόθου για το κορίτσι του πόθου. Λέξεις που ταιριάζουν στη ζωή της. Λέξεις που γράφονται μόνο για εκείνη στο παράθυρο του έρωτα. Στο σκηνικό των ονειρικών νυχτών της σιωπής της.
          Κι από το όμορφο πρόσωπο οι λέξεις προχώρησαν στην καρδιά της και εισχώρησαν βαθιά μέσα της γράφοντας το καινούριο σενάριο ενός αιώνιου καλοκαιριού. Το σενάριο μιας θωπείας που δεν επιτρέπει σε καμιά σιωπή να σιωπήσει.
          Λέξεις ποταμός που κυλούν στα θεϊκά της πόδια αγναντεύοντας το μέλλον. Λέξεις ωκεανός που χορεύουν στον κυματισμό των μακριών μαλλιών της. Λέξεις βροχή που ποτίζουν τη χαρά των φιλιών της, την αγκαλιά των νυχτερινών ερώτων της. Λέξεις που ομορφαίνουν από την ομορφιά της.
Οι λέξεις που η κοπέλα γράφει στο χαρτί της ζωής κι έχουν κάτι από το μεθυστικό άρωμά της, κάτι από τη φυσική βεβαιότητα της θηλυκής ματιάς της, ένα φιλί παντοδύναμο που ανατέλει στα όνειρα των αγοριών.
Οι ακούραστες λέξεις, η ακούραστη γραφή, η συμφωνία και η ασυμφωνία τους, η σιωπή τους, η περιπλάνησή τους στο σώμα της, το βλέμμα τους που συναντά το δικό της σ’ ένα παιχνίδισμα φωτός.
Η κοπέλα των ονείρων είναι η κοπέλα των γυμνών, των απροστάτευτων λέξεων.
Των λέξεων εκείνων που δε γεννήθηκαν ακόμη περιμένοντας τη διαταγή της ή την παράκλησή της.
Των λέξεων που ερωτεύονται στο πρόσωπό της και μεγαλουργούν στα βλέφαρά της σαν απόλυτος έρωτας, σαν έρωτας που υφαίνει το πέπλο της θηλυκότητας.
Των λέξεων που προφέρονται από τα χείλη του κοριτσιού με τα γαλανά μάτια μέχρι την άκρη του κόσμου.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Το καλοκαίρι



 Μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα η γαλάζια θάλασσα είναι ελκυστική με απαλά κύματα που διαδέχονται το ένα το άλλο στο ρυθμό του τρυφερού ανέμου. Η θάλασσα είναι η αναζήτηση, ο ερχομός, ο έρωτας.
          Ένα αγόρι είναι όρθιο μπροστά στη γαλάζια θάλασσα. Θα μπει μέσα της. Μόνο.
          Και να, έρχεται το κορίτσι, δύο μέτρα πιο μακριά πάνω στην υγρή αμμουδιά. Κι είναι έτοιμο να εισέλθει κι αυτό στο γαλάζιο υδάτινο σώμα.
          Ο αέρας ανάμεσά τους άγνωστος ακόμη. Κι όμως σ’ αυτόν αναπνέουν και οι δύο. Σ’ αυτόν αναπνέουμε όλοι μας.
          Άγνωστη ιστορία δύο παιδιών. Σε απόσταση χαδιού από τον ελαφρύ κυματισμό της θάλασσας.
 Γνωστά σώματα με άγνωστη αφή και γεύση. Τα βλέμματά τους κοινά μπροστά στο ίδιο γαλάζιο. Μπροστά στην αμοιβαιότητα του βλέμματος ο έρωτας είναι ήδη υπαρκτός.
          Έτσι αρχίζει η ιστορία τους. Στην αρχή το βλέμμα, μετά χρυσαφένιες γραμμές ανέμου, ψυχής και φιλιών. Έπειτα, διαδοχικές εικόνες ενός αθώου, ενός ανθρώπινου παιχνιδιού με τα κύματα και το γαλάζιο φως της θάλασσας.

          Το κορίτσι στη θάλασσα.
 Υγρότητα, θωπεία, έρωτας.
          Το αγόρι στη θάλασσα.
 Σιωπή, κυματισμός, έρωτας.
          
          Η ερωτική ιστορία τους αποκτά τώρα παρελθόν δευτερολέπτων.                       Κοιτάζονται. Δε μιλούν ούτε αγγίζονται. Στο κοινό βλέμμα τους πραγματώνεται ο πόθος.
          Το αγόρι βουτά στο κύμα. Χάνεται μέσα του. Κυματίζει τον πόθο του στη θάλασσα.
          Το κορίτσι βουτά κι εκείνο. Βυθίζεται στο γαλάζιο. Έπειτα βγαίνει στην επιφάνεια. Τα μαλλιά του συνομιλούν με τον άνεμο. Τα μάτια του ακτινοβολούν στην απεραντοσύνη.
          Η πράξη τους είναι τώρα γυμνή στο φως του καλοκαιρινού ήλιου. Η πράξη τους είναι γυμνή, αγίνωτη, ανώνυμη. Γιατί οι πραγματικοί έρωτες δεν ονομάζονται.
          Το κορίτσι βγαίνει πρώτο. Πατά γυμνόποδο στην άμμο και ξαπλώνει πάνω της. Το αγόρι ακολουθεί. Πλησιάζει το κορίτσι σιωπηλά.
          Το κοιτάζει φευγαλέα αλλά ηδονικά. Πέφτει δίπλα του στην καλοκαιρινή άμμο. Κυλιούνται ταυτόχρονα πάνω στην καυτή άμμο. Ερωτοτροπούν με τη θάλασσα, με τον ήλιο, με τη ζωή. Ενώνονται με τη φύση.
          Έπειτα πραγματώνουν την αμοιβαία έλξη. Φιλιούνται. Γυμνά χείλη σε γυμνά χείλη. Φως και γαλάζια αμοιβαία απεραντοσύνη. Φιλί.
          Τα χείλη ανασύρουν τον έρωτα στην επιφάνεια. Στην επιφάνεια των σωμάτων. Στην επιφάνεια των πραγμάτων.
          Το φιλί δίδεται. Το φιλί πραγματώνεται στους αιώνες. Ο πόθος ανάβει. Τώρα έφτασε στα χέρια. Έπειτα προχωρά στα μάτια. Κυριεύει τα βλέμματα. Κυριεύει τα σώματα.
          Το φιλί είναι ηλιόφωτο, καυτό και υγρό ταυτόχρονα. Το φιλί είναι τώρα πλέον κύμα ζωής.
          Δεν αργεί να φτάσει στις ψυχές τους. Το αγόρι και το κορίτσι είναι μαζί, για τώρα, για αύριο, για όσο θα υπάρχει το γαλάζιο σώμα της θάλασσας, για πάντα.

Γιάννης Πολιτόπουλος