Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Ο έρωτας των λέξεων

 Τα ποιήματά της τα κοίταζε με περιέργεια. Με άλλο φως ανέπνεαν τώρα τα μάτια της. Σε μαγικά ταξίδια ταξίδευε ο νους της.
          Με τα ακροδάχτυλά της τα άγγιζε, τα χάιδευε, τα νανούριζε, σα να ήταν παιδιά της. Εκείνη άλλωστε τα είχε γεννήσει. Εκείνη ήταν που είχε τοποθετήσει ευλαβικά σχεδόν τις λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη. Εκείνη ήταν που τις παρατηρούσε να κάνουν πράξη έναν αιώνιο έρωτα, που τις συνδύαζε με τρόπο απαράμιλλο, με τρόπο μοναδικό.
          Και ξαφνικά, κόλλησε τα χείλη της πάνω στο χαρτί, πάνω στις λέξεις, στο μελάνι της ψυχής της. Κόκκινο φιλί έδωσε στις γαλάζιες λέξεις, φιλί του πάθους, φιλί της βροχής, φιλί μιας άλλης εποχής, της εποχής των σταλακτιτών της αγάπης.
          Το όραμά της ήταν τώρα πια το φως. Το φως και η θωπεία του. Το φως και η λευκότητα των ονείρων της. Το φως και οι λεκτικές εκδοχές του. Αυτή, η μικρή, η ελάχιστη στάλα του κόσμου, το κορίτσι των ανθισμένων χαμόγελων, μπορούσε τώρα πια να πραγματεύεται τα όνειρα. Να καταλύει την καθημερινότητα με τη δύναμη μιας θεϊκής εντολής, μιας θεόσταλτης εξουσίας, μιας αποφασιστικότητας που γειτνίαζε με την αλήθεια.
          Ζούσε τον έρωτα των λέξεων. Τα μάτια της δεν ήταν πια αβέβαια. Το βλέμμα της ήταν τώρα μεταφορικό, γυμνό, ανίκητο. Το βλέμμα της θωρούσε τον κόσμο καθάριο. τον έντυνε από τη μια άκρη της απεραντοσύνης ως την άλλη με ένα πρωτόγνωρο λεκτικό χάδι. Τη στιγμή εκείνη ανακάλυπτε τα πιο εσώτερα, τα πιο βαθιά της λόγια. Κάνοντας ποίηση με ένα φιλί στις λέξεις. Κάνοντας ποίηση για την ίδια, για τα όνειρά της, για όσους είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν τη σιωπή τους στο άκουσμα των λέξεών της. Κάνοντας κτήμα της την ποίηση μετρούσε βήματα στην απεραντοσύνη του ανθρώπινου λόγου.
          Γιατί επρόκειτο πλέον να ζει τα ποιήματά της. Να ζει με αυτά και από αυτά. Να ζει γι’ αυτά. Να τα δει να ανδρώνονται στα χείλη της. Να τα παρακολουθήσει βουβή να γεμίζουν τη σιωπή της. Να τα βιώσει να ενσαρκώνουν τα πιο μύχια, τα πιο αισθαντικά όνειρά της
          Η μικρή κοριτσίστικη στάλα δεν ήταν πια το ελάχιστο του σύμπαντος. Ήταν μια θάλασσα πλατιά, μια υγρή γαλάζια απεραντοσύνη. Είχε γίνει ένα με την περιπέτεια της γραφής. Το σώμα των λέξεων ήταν το δικό της σώμα τώρα. Την ένιωθε πλέον τη συνέχεια της ζωής. Την αισθάνονταν την αποστολή της. Να γεμίσει το κενό με τον έρωτα των λέξεων. Να συναισθανθεί τη δημιουργία των ποιημάτων. Των μικρών αυτών ωκεάνιων σταγόνων που έρχονταν να διαλύσουν το σκοτάδι της νύχτας με τον τριαδικό έρωτά τους. Σάρκα των χειλιών της, πνεύμα των ονείρων της, ψυχή των βιωμάτων της.
          Γιατί έτσι ενσαρκώνεται ο έρωτας των λέξεων.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Δεν υπάρχουν σχόλια: