Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Ο σκονισμένος καθρέπτης


[Βράδυ στις απαρχές της Άνοιξης. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Δέκα δευτερόλεπτα μετά το άνοιγμα της σκηνής, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Είκοσι δευτερόλεπτα μετά ακούγεται η φωνή του αφηγητή.]

Αφηγητής: Τότε, τη μέρα που σε έλουζε ο ήλιος στην αμμουδιά και η χρυσή καλοκαιρινή άμμος ήταν ένα χάδι στο βρεγμένο κορμί σου. Τότε,  που είχες δυο στήθη κόκκινα και χείλη ερωτευμένα με τις ηλιαχτίδες. Θα το θυμάσαι που ήσουν ξυπόλητη, ντυμένη με ένα χαμόγελο αθανασίας. Ένα πρόσωπο καθάριο, αδιαίρετο. Πρέπει να θυμάσαι το γαλάζιο ουρανό που έμενε άφωνος από τη νοτισμένη παρουσία σου. Τότε, τη μέρα που κι ένα τυχαίο άγγιγμα ήταν μια επαλήθευση της αιωνιότητας.

[Παύση για δέκα δευτερόλεπτα. Η όμορφη γυναίκα ανοίγει τα μάτια. Ανασηκώνεται και κάθεται στο κρεβάτι με το πρόσωπο προς το κοινό. Για λίγο ακόμη, σιωπή. Έπειτα, ο αφηγητής συνεχίζει το μονόλογό του.]

Αφηγητής: Θυμάσαι κι εκείνο το λόγο που σου είχε ψιθυρίσει ένας γέρος ψαράς με άσπρα γένια; Έλεγε πως γνώριζε πολλά. Πως πολλά είχε δει στη ζωή του. Όμως τίποτα σαν τα μάτια σου. Τα μάτια σου –έλεγε - είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Ταλαντεύονται από το ίδιο χαμόγελο. Βαθιά μέσα τους ανακαλύπτει κανείς ένα κοράλι και τις φωταψίες των γυμνών ονείρων. Τα μάτια σου, έλεγε, είναι η ίδια η απεραντοσύνη. Το γλαυκό των οριζόντων.

[Η γυναίκα ακούει τα λόγια. Ανασηκώνει τα χέρια της. Τα φέρνει στο πρόσωπό της με μία κίνηση θηλυκά απαλή. Αγγίζει ελαφρά τα μάτια της. Για λίγο μόνο. Έπειτα κατεβάζει τα χέρια. Φαίνεται πως θα ήθελε να μιλήσει. Να μιλήσει προς αυτή την άγνωστη φωνή που ακούγεται από τη θάλασσα και που χαϊδεύει την ύπαρξή της. Τα χείλη της όμως μοιάζουν να αρνούνται. Η γυναίκα εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ακούει ξανά τη φωνή του αφηγητή να λέει.]

Αφηγητής: Κι εκείνον το νεαρό με τις δυνατές πλάτες και τα σκισμένα από την αρμύρα χείλη τον θυμάσαι; Που ώρες ολόκληρες καθόταν πάνω στον ψηλό βράχο και σε κοιτούσε με μάτια διάπλατα, σα να ήσουν ένα θαύμα. Ένα απροσδόκητο καλοκαιρινό θαύμα. Θυμάσαι τι έγραψε κάποιο απομεσήμερο στην άμμο; Εκείνα τα λόγια που το κύμα δεν έσβηνε ποτέ τα δειλινά;

«Ο έρωτας έχει το σχήμα της σκιάς σου»

[Παύση για τριάντα δευτερόλεπτα. Η γυναίκα σηκώνεται από το κρεβάτι. Περπατά πάνω-κάτω μέσα στο δωμάτιο. Είναι γυμνόποδη. Τα λευκά της πόδια γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο. Ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη της. Σταματά στη μέση σχεδόν του δωματίου. Ακούει πάλι τον αφηγητή να μιλά. Η φωνή του την παροτρύνει τώρα.]

Αφηγητής: Στο παράθυρο πήγαινε. Εκεί στάσου, δίπλα στο τζάμι. Κοίτα έξω. Τι όμορφο φεγγάρι. Τι θηλυκό φεγγάρι απόψε!

[Η γυναίκα πηγαίνει και στέκεται αντίκρυ στο τζάμι. Κοιτάζει έξω. Κοιτάζει τον ορίζοντα, την απεραντοσύνη του μοναχικού ουράνιου φωτός. Η φωνή του αφηγητή συνεχίζει, δυνατότερα τώρα.]

Αφηγητής: Κοίτα, κοίτα το φεγγάρι. πιο φωτεινό κι από λιόγερμα. Το φως του χρυσώνει τα μαλλιά σου. Το ξέρεις πως τις νύχτες το τζάμι ραγίζει καμιά φορά. Για να περνά πιο άνετα η μεγάλη ασημένια αχτίδα του φεγγαριού και να λούζει το όμορφο πρόσωπό σου.

[Μικρή παύση. Η γυναίκα συνεχίζει να κοιτάζει έξω. Ανασηκώνει το αριστερό της χέρι κι αγγίζει το τζάμι με την παλάμη της. Αγγίζει το τζάμι, όπως θα άγγιζε ένα πρόσωπο, όπως θα άγγιζε το φεγγάρι. Όπως αγγίζουν τα χάδια των εραστών. Ο αφηγητής μιλά ξανά.]

Αφηγητής: Το ξέρεις πως όλοι σε κοιτούν εσένα. Το φεγγάρι. Η σιωπή. Τα κοχύλια που ακόμη είναι πιασμένα στα μαλλιά σου. Κι ο έρωτας με την αμείλικτη ευεργεσία του. Κι ακόμη, η ανάσα της θάλασσας. Ο κόσμος όλος συγκεντρωμένος σε ένα βλέμμα θαυμασμού επάνω σου.

[Η νεαρή γυναίκα εγκαταλείπει ξαφνικά το παράθυρο. Αρχίζει πάλι να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο. Κάποιες στιγμές απλώνει τα χέρια, σα να επρόκειτο να αγκαλιάσει ένα παιδί. Η φωνή ακούγεται και πάλι.]

Αφηγητής: Το ξέρεις πως ολόκληρο τον κόσμο αγκαλιάζεις εσύ. Όλη η πλάση ένα απαλό χάδι στο αλαβάστρινο στήθος σου. Γυναίκα του έρωτα, γυναίκα των ονείρων, όλος ο κόσμος θα ήθελε να μάθει το όνομά σου. Αυτό το κρυμμένο μυστικό. Αυτό το μεθυστικό μυστικό του φεγγαρόφωτος.

[Παύση είκοσι δευτερόλεπτα. Η γυναίκα προσπαθεί ξανά να μιλήσει. Τούτη τη φορά τα χείλη ανοίγουν. Και πάλι όμως δίχως να προφέρουν ούτε μια συλλαβή. Η γυναίκα εγκαταλείπει τότε κάθε προσπάθεια να μιλήσει. Κάνει αυτό που της ορίζει η φωνή.]

Αφηγητής: Το κερί. Το κερί πάνω στο κομοδίνο. Άναψέ το. Θέλω να δω, το όνομα θέλω να αντικρίσω στον καθρέπτη.

[Η γυναίκα το κάνει. Πηγαίνει στο κομοδίνο, ανοίγει το συρτάρι και βγάζει ένα κουτί σπίρτα. Ανάβει το κερί. Έξω το φεγγάρι σκεπάζεται τώρα από τα σύννεφα. Τώρα, μόνο το φως του κεριού φωτίζει μέσα στο σκοτάδι. Επικρατεί πλήρης σιωπή. Η γυναίκα στέκεται ακίνητη μπροστά στο παλιό κομοδίνο. Πιο ψηλά πάνω από αυτό είναι κρεμασμένος ο καθρέπτης. Η γυναίκα ανασηκώνει το κεφάλι της, για αντικρίσει το είδωλό της στο σκονισμένο καθρέπτη. Βλέπει τότε να σχηματίζεται στη σκόνη του καθρέπτη ένα γυναικείο όνομα. Βλέπει κι αυτή μαζί με τον κόσμο το όνομά της. Το κοιτάζει και χαμογελά. Ανοίγει τα χείλη κι επιτέλους προφέρει. Προφέρει το όνομά της μέσα στην απεραντοσύνη του μικρού δωματίου. Σε λίγο το φεγγαρόφωτο εισβάλλει ξανά στο δωμάτιο, πιο έντονο τώρα. Τώρα όλοι γνωρίζουν. Το μυστικό χάθηκε. Έξω, η θάλασσα είναι τώρα ήσυχη. Η φωνή δεν ακούγεται πια. Τώρα ακούγεται μόνο η ανάσα της γυναίκας.]

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Η λειτουργική φύση του δημιουργού στη Rock ποίηση

  Γνωρίζουμε ότι η γλώσσα όπως και η μουσική είναι ένα έντεχνο σώμα συνηθειών κοινό σε όλους τους συγγραφείς μιας συγκεκριμένης εποχής.
          Ειδικότερα, είναι αρχικά χρήσιμο να επισημανθεί ότι σε κάθε έντεχνη δημιουργία της ποιητικής της Rock η στιχουργική γραφή εκδηλώνει δύο βασικά χαρακτηριστικά: πρώτον, ότι η ποιητική γλώσσα αναφέρεται σε ένα καθαρό ή μεταφορικό σημαίνον, το οποίο ποτέ δεν είναι ανεπίκαιρο, και δεύτερον, ότι αποδίδει τη σχέση που διατηρεί ο δημιουργός των στίχων με την κοινωνία και τον ενσυνείδητο προορισμό του.
          Κατά συνέπεια, στην ποίηση της Rock ο στίχος δεν είναι ο τόπος μιας κοινωνικής δέσμευσης, αλλά εκ φύσεως ένα κοινωνικό αντικείμενο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει τα συναφή με το βάθος κάθε αντικειμένου υπαρξιακά συναισθήματα. Γι' αυτό άλλωστε ακόμη και ο μοναχικός λόγος των τροβαδούρων της Rock είναι προορισμένος να αναλώνεται άμεσα από ένα - ολιγάριθμο έστω - κοινό. Με άλλα λόγια, η ποιητική γραφή καθίσταται πρωταρχικά ένα ενέργημα κοινωνικής αλληλεγγύης κι ένα όργανο αλήθειας, στο οποίο το φαντασιακό στοιχείο ακραγγίζει το πραγματικό.
         Τα παραδείγματα που έπονται, θα καταδείξουν την αντικειμενικότητα των συλλογισμών αυτών.
          Στο LP των Jethro Tull «Aqualang» παρατηρείται έντονα η εκλογή μιας συγκεκριμένης ανθρωπιστικής συμπεριφοράς, η ένθερμη υποστήριξη ενός αγαθού. Αυτού της ανθρώπινης ισότητας. Κι ακόμη περισσότερο, η δυσφορία για την προβληματική κοινωνική συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου και για την εκμετάλλευση του Θεού μετατρέπεται σε κοινωνική καταγγελία:

«People-what have you done?
locked him in his golden cage
made him bend to your religion
him resurrected from the grave»
(My God)

* * *

«Oh father high in heaven
smile down upon your son
who's busy with his money games
his women and his gun»
(Hymn 43)

          Στο «Aqualang» ακρογωνιαίος λίθος της ποιητικής γραφής των Jennie και Ian Anderson είναι η χρήση του ενεστώτα χρόνου. Χάρη σ' αυτόν η πραγματικότητα δεν είναι ούτε μυστηριώδης ούτε παράλογη. Ο ενεστώτας, ιστορικός και αφηγηματικός, σηματοδοτεί εδώ μια διπλή δημιουργία: δηλαδή, και επισημαίνει και επιβάλλει την κατακραυγή του δημιουργού. Ο ενεστώτας είναι τελικά η έκφραση μιας τάξης, μιας διηγηματικής εξοικείωσης:
«Sitting on a park bench
eyeing up little girls
with bad intent»

* * *

«Aqualang my friend
don't start away uneasy
you poor old son
you see it's only me»
(Aqualang)

          Στην ποίηση του Jim Morrison οι λέξεις άλλοτε πληγώνουν κι άλλοτε συγκινούν τους θαυμαστές των Doors. Οι νοηματικές αιχμές απαντώνται σχεδόν πάντα στους τελευταίους στίχους:

«And I'll say it again
I need a brand new friend»
(Hyacinth house)

* * *

«Tomorrow we end near the town
of my birth.
I want to be ready»
(The celebration of the lizard)

* * *

«Television children dead
bullet strikes the helmer's head
and it's all over, the war is over»
(Unknown soldier)

          Τραγουδώντας με μία απαράμιλλη εγγενή σεξουαλικότητα, ο Jim Morrison αγνοεί την υποταγή στο ηθικό πεπρωμένο και κραυγάζει:

«Θέλουμε τον κόσμο
και τον θέλουμε τώρα.»

Ο μηχανισμός εξωτερίκευσης του νοήματος στέκεται ολόγυμνος πάνω στη σκηνή όπως κι ο δημιουργός του. Οι κραυγές μοιάζουν με συντακτικές παραλλαγές της γλώσσας, με λεκτικές σχισμές, που ρυθμίζουν θεμελιακά τη γέννηση μιας άγριας και περίεργης αρμονίας. Με αυτόν τον τρόπο, ποίηση και μουσική των Doors κόβουν, ακρωτηριάζουν, αναστρέφουν και τελικά προκαλούν έναν άρτιο κατακερματισμό της σύγχρονης Δυτικής κοινωνίας. Έτσι, οι δύο αυτές εμπειρίες φανερώνουν πως η υπαρξιακή εγκατάλειψη επιβάλλεται με τρόπο μεταφυσικό και η ανθρώπινη ύπαρξη παύει να ρυθμίζεται από τη φυσιολογία της:

«The end of laughter and soft lies
the end of nights we tried to die
this is the end»
(The end)

* * *

«A cold girl will kill you
ιn a darkened room»
(Cars hiss by my window)

Με την εκρηκτική παρουσία των Rolling Stones η μουσική γίνεται πλέον πεπρωμένο. Αρκεί ένα τραγούδι τους, για να καθίσταται ο κόσμος άρτια αιώνιος. Στους στίχους των τραγουδιών του συγκροτήματος η γλώσσα φορτίζεται επικίνδυνα. Η γραφή των Mick Jagger και Keith Richards είναι μία γραφή καθαυτό επαναστατική:

«Hey: Think the time is right for a palace revolution
but where I live the game to play is compromise solution»
(Street fighting man)

* * *

«I ' m free to choose who I see any old time
          I 'm free to bring who I choose any old time
love me, hold me, love me, hold me
I'm free any old time to get what I want»
(I 'm free)

* * *

«Send me dead flowers by the US mail
say it with dead flowers at my wedding
and I won't forget to put roses on your grave
no I won't forget to put roses on your grave»
(Dead flowers)

Ο γραπτός και μουσικός λόγος του συγκροτήματος είναι μία φυσική αναπαράσταση της πραγματικότητας, καθώς με τα λεκτικά και φωνητικά της είδωλα αποδεικνύει πόσο είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε το σημαινόμενο από το ανάφορο. Το συγκρότημα κωδικοποιεί κι ο ακροατής αποκωδικοποιεί. Η σκηνική δράση του τραγουδιστή Mick Jagger απελευθερώνει τους προσωπικούς κόσμους των ανθρώπινων διαθέσεων και συναισθημάτων:

«She said 'my breasts they will always be open
baby, you can rest your heavy head on me
and there will always be a space in my parking lot
when you need a little coke and sympathy»
(Let it bleed)

* * *

«Wild horses couldn't drag me away
Wild, wild horses we'll ride them some day»
(Wild horses)

          Κι αν το πρόσφατο μεταπολεμικό παρελθόν της ανθρωπότητας είναι ουσιαστικά η ιστορία μιας απέραντης συνωμοσίας, η ποίηση του Bob Dylan, του μεγαλύτερου εν ζωή ποιητή της Αμερικής, συνιστά το πρώτο βήμα για την κατάργηση της στοχαστικής ατομικότητας:

«How does it feel
how does it feel
to be without a home
like a complete unknown
like a rolling stone?»
(Like a rolling stone)

Με την ποιητική ενασχόληση του Van Morrison, όποιες κι αν είναι οι συντακτικές της παραλλαγές, η γραφή ξεπερνά την περιοριστική ταυτότητα των απλουστεύσεων, ...δεν είναι παρά..., καθώς σ' αυτή συνδέονται αμιγώς η ρηματική δομή του στοχασμού και η πνευματική δομή του δημιουργού της:

«I saw the light of Ancient Greece towards the one
I saw us standing within reach of the sun
let go into the mystery of life
let go into the mystery
let yourself go»
(The mystery)

* * *

«We gonna ring doorbells and run
we gonna shake up the neighbourhood.
Lord, we're bound to have some fun
We gonna shake up the neighbοurhood
Lord, we're bound to have some fun»
(Street theory)

Συχνά, για να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ορισμένα συγκροτήματα καταφεύγουν σε ποιητές, που κινούνται εκτός των ορίων της «Rock πραγματικότητας», όπως συνέβη με τους Procol Harum, οι οποίοι στο LP «Grand Hotel» χρησιμοποίησαν στίχους του ποιητή Keith Reid:

«I 'm selling my memories
I 'm writing down
if no one will pay me
I 'll burn down the town
I 'll rent out an aircraft
and print on the sky
if God likes my story
then maybe he 'll buy»
(A rum tale)

          Παράλληλα, επειδή η αστική τάξη των μεταπολεμικών χρόνων επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιοκρατική μυθολογία της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης, οι Pink Floyd αποφεύγουν το ηχητικό ή σημασιολογικό σύμβαμα, το οποίο θα συγκέντρωνε σε ένα μόνο σημείο την ουσία της ποιητικής τους προ όφελος μιας όχι σωστά κατανεμημένης απόλαυσης. Στους στίχους τους η ποιητική λέξη είναι μία πράξη χωρίς άμεσο μέλλον, μια κοινωνική πράξη, ένα πρόταγμα, ένα σύνολο από κοινωνικοποιημένα νοήματα:

«This is not how I am
I have became comfortably numb»
(Comfortably numb)

* * *

«So, so you think you can tell
Heaven from Hell,
blue skies from pain
can you tell a green field
from a cold steel rail?
a smile from a veil?
Do you think you can tell?
...
How I wish, how I wish you were here
we 're just two lost souls swimming in a fish bowl
year after year,
running over the same old ground
what have we found?
The same old fears
wish you were here»
(Wish you were here)

          Βέβαια, ακούει κανείς Rock για πολλούς και διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι, γιατί απομυθοποιεί το «Αμερικάνικο όνειρο» κι εμφανίζει διάτρητο το Αμερικανικό κοινωνικό σύστημα, που επιχειρεί να κατακλύσει τη ζωή και τον πολιτισμό μας. Αυτό άλλωστε καταγράφει κι ο Bruce Springsteen στο LP  «Born in the U.S.A»:

«Born down in a dead man's town
the first kick I took when I hit the ground
you end up like a dog that's been beat too much
till you spend half your life just covering up»
(Born in the U.S.A.)

          Ακούει κανείς Rock, γιατί οι στιχουργοί του μιλούν και τραγουδούν συνήθως απλά κι όσο μπορούν αληθινά για έναν τρόπο ζωής στον κόσμο των ευκαιριών, του υλισμού, του καταναλωτισμού και της αποπροσωποίησης. Ενός κόσμου πολύ δυσάρεστου, πολύ αποκλεισμένου, πολύ blue:

«I want somebody to love
I get by with a little help from my friends
yes I get by with a little help from my friends
with a little help from my friends»
(Beatles - A little help from my friends)

* * *

«You could have been more
than a name on the door
on the thirty third floor in the air
more than a credit card
swimming pool in the back yard»
(Joni Mitchell - The arrangement)

* * *

«Woman is the nigger of the world
think about it
do something about it»
(John Lennon - Woman is the nigger of the world)

          Η ουσία της Rock ποίησης είναι να τσακιστεί η συνείδηση του ανθρώπου, που έχει μεταμορφωθεί σε «πράγμα» από τη δομή των σύγχρονων κοινωνιών της Δύσης. Ο ορίζοντας της ποιητικής γλώσσας είναι χωρίς όρια. Διευρύνεται με κάθε νέα δημιουργία ως ανοιχτή οδός προς την πραγματική επικοινωνία, προς το εφικτό όραμα, προς την κυριαρχική βούληση της ανθρωπιστικής φαντασίας. Έτσι, εκπληρώνει το μέγιστο προορισμό της, ο οποίος συνίσταται στη χαρτογράφηση της πραγματικότητας και, συχνά, στην προσπάθεια προς έναν καλύτερο μετασχηματισμό της.

Γιάννης Πολιτόπουλος