Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τετάρτη, 29 Δεκεμβρίου 2010

Το βλέμμα της βροχής

   
   Πρόκειται για μία ιστορία νοτισμένη από τις στάλες μιας άγριας, μιας ανελέητης λήθης. Μία διαδοχή γεγονότων που ξεκίνησε από τα σύννεφα του χειμωνιάτικου ουρανού με προορισμό τα μάτια της γυναίκας.
   Η γυναίκα εκείνη έστεκε αντίκρυ στο κλειστό παράθυρο παρακολουθώντας τις στάλες της βροχής να σβήνουν στο πάτωμα της αυλής.
   Είναι η γυναίκα που κάποτε ενσάρκωσε την απουσία στα μάτια ενός άντρα. Εκείνη που διέφυγε από τα δεσμά ενός άντρα γλυκού και βίαιου συνάμα. Η γυναίκα της φυγής. Ακόμη και τώρα που στέκει δίπλα στο παράθυρο της βροχής, η γυναίκα δεν έχει βρει τις λέξεις, για να περιγράψει με ακρίβεια τη φυγή της.
   Ήταν όμως φυγή κι όχι πτώση. Ποτέ της δεν έφτασε σε κάποιον δεδομένο προορισμό σε αντίθεση με τη βροχή που μοιραία οδηγείται πάντα στο έδαφος. Όμως η γυναίκα σκέφτεται πως το ίδιο συμβαίνει και με τα δάκρυά της. Αυτά για τα οποία δε γνωρίζει ακόμη την αιτία που τα κάνει να κυλούν κάτω από τον ίσκιο των βλεφάρων της.
   Η γυναίκα σκέφτεται πως η βροχή τελειώνει, όταν η σιωπή αποσπά τα βλέφαρά της από το φως του μέλλοντος, από το βλέμμα της καρδιάς. Από εκείνο το παιδικό όνειρο που επανέρχεται χρόνια και χρόνια στα μάτια της για μια ζωή επανδρωμένη με το γαλάζιο της θάλασσας που ερωτεύεται το τυχαίο των παιδικών συνειρμών που ακόμη κι ο θεός δυσκολεύεται να κατανοήσει.
   Τότε συμβαίνει η γυναίκα αυτή να ταυτίζεται με τη βροχή και να αδημονεί για το βρόχινο ποίημα που η βροχή γράφει τα φθινοπωρινά απογεύματα στα γυάλινα παράθυρα ενός καλοκαιριού που έγινε αφήγηση στα χείλη εραστών του μεσονυκτίου. Εραστών που ερωτεύθηκαν την ιστορία που επρόκειτο να πραγματώσουν και τελικά κατάφεραν να την υπερβούν ξαναγράφοντάς την σε εκδοχή για κάθε εποχή.
   Γιατί έμαθαν πως κι η βροχή δακρύζει, όταν το βλέμμα της πυκνώνει μπροστά από την απεραντοσύνη ενός λιακωτού που ξεχάστηκε στη μοναξιά του κι απέμεινε γυμνό να αναμένει τους εραστές και τα παιδιά μιας άλλης, μιας φιλόξενης ζωής, μιας αληθινά τρυφερής σιωπής.
   Κι έπειτα, η γυναίκα σταματά να αναζητά τους λόγους της φυγής και ταυτίζεται με το γεγονός της βροχής, με την κατάσταση της βρόχινης θωπείας που εξαντλείται στο ακέραιο ενός φιλιού ακριβώς, για να δημιουργήσει την αρχή μιας απροσδόκητης επανόδου στην ένωση δύο κειμένων, που σα να γράφτηκαν σε διαφορετικό χρόνο από διαφορετικά χέρια κι όμως ενώνονται τόσο εύκολα, τόσο απρόσμενα, λέξη με λέξη, φιλί με φιλί, σελίδα με σελίδα ξεφυλλίζοντας την απεραντοσύνη μιας ενιαίας φαντασίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 18 Δεκεμβρίου 2010

Ένας ωκεανός αισθήματα


Καταμεσής Φθινοπώρου. Στις άκρες ενός δειλινού, μία γυναίκα νέα και όμορφη είναι καθισμένη σε ένα εβένινο γραφείο. Στα φιλντισένια δάχτυλά της κρατάει ένα μολύβι. Γράφει πάνω σε ένα μικρό άσπρο χαρτί.
          Για την ακρίβεια συμπληρώνει το νόημα μιας λέξης. Είναι η λέξη ωκεανός.
          Η γυναίκα θωπεύει με τη μνήμη της την αγέννητη ακόμη φράση και το χέρι κινείται πάνω στο λευκό του χαρτιού.
          Η σκέψη είναι αβίαστη, πρωτογενής, αυτόματη σχεδόν στα χείλη. Τη γράφει προφέροντάς την ταυτόχρονα. Είναι μια ολοκληρωμένη πρόταση: «Τα μεγάλα κύματα του ωκεανού με συνάρπασαν».
          Τα μάτια της φωτίζονται στο χρώμα του δειλινού.
          Όπως τότε, τη μέρα που για πρώτη φορά ο ωκεανός φίλησε τα γυμνά πόδια της με ένα απέραντο νερένιο, ωκεάνιο φιλί. Τότε, τη μέρα που η ίδια χάρισε στην ωκεάνια απεραντοσύνη τη χαρά της επαφής με την ηλιοκαμένη επιδερμίδα της.
          Τότε που δεν επέτρεψε στο ωκεάνιο φιλί να την αγγίξει παρά μόνο μέχρι τα γόνατα. Τότε που η ίδια αισθάνθηκε την ωκεάνια σιωπή να κατακλύζεται από το είναι της.
          Τότε που είδε τα όνειρά της να βηματίζουν στην επιφάνεια της γαλάζιας ύπαρξης του ωκεανού.
          Και να που τώρα η επαφή επανέρχεται στο βλέμμα της με τη βοήθεια της γραφής. Γιατί η πρόταση κατακλύζει το βλέμμα της και το χαμόγελο επανέρχεται στα χείλη της με τη δύναμη του δειλινού που προοιωνίζει μια θάλασσα αισθημάτων, έναν ωκεανό αισθήματα, ικανά να φωτίσουν τη νύχτα που σε λίγο θα καλύψει με σκοτάδι το δωμάτιο δίπλα στη θάλασσα που περικλείει την ύπαρξή της και τη γέννηση της γραφής.
          Μεστή από χαρά η γυναίκα σηκώνεται από το γραφείο και πηγαίνει στο παράθυρο που βλέπει προς τη θάλασσα. Εκεί, συγκεντρώνει το βλέμμα της και ένα επιφώνημα ευτυχίας ξεκινά από τα χείλη της για συναρπαστικό ταξίδι στην ωκεάνια απεραντοσύνη.
          Τώρα πια η πρόταση ταξιδεύει. Από τη μνήμη της στο ωκεάνιο κορμί. Από τη φαντασία της στα κύματα της θάλασσας που κάποτε την υποδέχτηκαν με χαρά.
          Είναι η στιγμή της επανασύνδεσης, η στιγμή της γραφής ενός κοινού, ενός γνώριμου παρελθόντος. Η γυναίκα και ο ωκεανός. Τα κύματα των απέραντων αισθημάτων, τα βιώματα του υγρού φιλιού της κοινής εμπειρίας, της κοινής απόλαυσης.
          Έπειτα, η γυναίκα επιστρέφει στο γραφείο. Κοιτάζει για ώρα το λευκό χαρτί. Στα μάτια της κυλούν δάκρυα, δάκρυα χαράς. Η ωκεάνια γραμμή του μέλλοντος έχει εξορίσει τη λήθη από την ψυχή της.
          Η νύχτα απλώνει τα χάδια της παντού στο κορμί της και τα όνειρα παίρνουν τη θέση που τους αξίζει.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 20 Νοεμβρίου 2010

Το δίλημμα μιας εφηβικής παλάμης

Ακριβώς στη μέση του καλοκαιριού. Μια μελλοντική αφήγηση που γεννιέται στα χείλη σας, στα μάτια σας, στη γυμνή, στη μυστηριώδη παλάμη σας, στο είναι του κόσμου σας. Μια αφήγηση για την παλάμη σας και τη διλημματική γραμμή της ζωής σας.
        Μια γραφή γι’ αυτό το απέραντο σημείο του κόσμου. Μια θάλασσα λέξεων που κατακλύζει το είναι σας. Που ανεβαίνει από τα χείλη σας στη μικρή εκείνη ελίτσα ακριβώς κάτω από το αριστερό σας μάτι, που κοιτάζει το φως και προσδιορίζει την ύπαρξή σας.
         Η αφήγηση ξεκινά κάποια απροσδιόριστη χρονική στιγμή αυτής της ηλιόλουστης μέρας στη μέση του καλοκαιριού.
Λέει:
         Είστε ξαπλωμένη πάνω στην καυτή άμμο του καλοκαιριού, ανάσκελα με το σώμα σας κατάσαρκα στον ήλιο. Η άμμος αναγνωρίζει το σχήμα του κορμιού σας και σας δέχεται γλυκά στο χρυσαφένιο περίγραμμά της. Σας περικλείει με την απαλότητά της από άκρη σε άκρη. Πληθαίνει τη γύμνια σας και ποθεί την απαλή επιδερμίδα σας.
         Γυμνή απεραντοσύνη ενεδρεύει στα αλμυρά χείλη της θάλασσας. Φως λανθάνει στη γυμνή σας παλάμη που φωτίζεται διάπλατα από το φως του ήλιου και αρθρώνει λόγο ακριβώς στη γραμμή της ζωής σας.
Η παλάμη σας γράφει διλήμματα και αναζητήσεις στο γαλάζιο της θάλασσας, τόσο φανερά, τόσο απρόσμενα, τόσο απροκάλυπτα, όπως ένα φιλί που κοιμάται στα μάτια σας.
Μια ηλιαχτίδα τολμά να ακολουθήσει τη γραμμή της λογικής σας έως εκεί που αυτή χωρίζεται απότομα στα δύο. Εκεί στο σταυροδρόμι της παλάμης σας, στο σταυροδρόμι της ζωής σας, στο σημείο όπου διαχωρίζονται η λογική και η φαντασία σας, εκεί όπου τα συναισθήματα μπερδεύονται, απομακρύνονται και κοιτούν τρυφερά το ένα το άλλο.
Εκείνο το σταυροδρόμι είστε εσείς. Είστε το παρελθόν σας, το ηλιόφωτο παρόν, το απρόσμενο μέλλον σας, η διαίσθηση των μύχιων σκέψεών σας. Εκεί είστε συμπυκνωμένη αλλά ολόκληρη, πλήρης στη θωριά σας, στο βλέμμα σας, στις λέξεις που πρόκειται να προφερθούν για σας. Εκεί είστε η μνήμη σας, η μνήμη ενός κοριτσιού ανελέητου, που κάποτε, από ένα τυχαίο γεγονός διαχωριστήκατε στα δύο. Σε δύο κομμάτια, σε δύο σώματα, σε δύο φιλιά.
Απλώνετε την παλάμη σας στον ήλιο κι εκείνος προσκυνά την ομορφιά της. Οι ηλιαχτίδες του ταλαντεύονται στο κορμί σας αναζητώντας την πηγή της σιωπής των χειλιών σας. Αναζητώντας το δίλημμα της γυμνής παλάμης του αριστερού σας χεριού.
Μέσα στην ομορφιά σας, μέσα στο βλέμμα σας, μέσα στη λήθη του παρελθόντος σας, έχετε ξεχάσει τι σας συνέβη. Έχετε ξεχάσει γιατί σας αγαπά ο ήλιος.
Γιατί κάποτε βιώθηκε από εσάς μία μεταστροφή, μία απώθηση, μία απόκλιση από τις συνηθισμένες εκδοχές της ανθρώπινης πραγματικότητας.
Αφεθήκατε να ζείτε, να αισθάνεστε, να βλέπετε, αλλά να μην επιχειρείτε.
Και γρήγορα οδηγηθήκατε στο μεταίχμιο των δρόμων της τρυφερής σας παλάμης. Το φως ήταν πια μία σχισμή γνώσης ανάμεσα στα μάτια σας.
Γίνατε το κορίτσι με την ανεπαίσθητη δοξασία της μοναξιάς. Γίνατε η αθέατη απεραντοσύνη του χθες των ημερών σας.
Ακόμη και τώρα που εκθέτετε το σώμα σας στο φως του ήλιου, δε γνωρίζετε ποιο είναι ακριβώς το δίλημμα της γυμνής σας παλάμης.
Κι όμως, υπήρξατε πάντοτε το κορίτσι μιας προσιτής στους άλλους παρουσίας. Μιας παρουσίας που μετεξελίχθηκε σε απουσία.
Καθώς απολαμβάνετε τη θέα του καλοκαιριού, έρχεται στη μνήμη σας η ύπαρξη του κοριτσιού αυτού.
Είστε τώρα στα μάτια της φαντασίας σας το κορίτσι εκείνο που η μητέρα του το πρόσεχε με μία σπανιότητα μοναδική. Είστε το κορίτσι που η μητέρα είχε ως πρώτη προτεραιότητα στη ζωή της. Κι αισθανθήκατε πως αυτό χάθηκε, όταν η μητέρα σας κατάλαβε πως έχετε πια μεγαλώσει και ανήκετε πλέον στον κόσμο και στη ζωή σας.
Φόβο. Θα έπρεπε να είχατε νιώσει φόβο. Γιατί πως αλλιώς να εξηγηθεί πως ακόμη κι ένα απλό τηλεφώνημα του πατέρα σας στο τέλος της μέρας ήταν τόσο σημαντικό για σας.
Νιώσατε την απόλυτη αγάπη και μετά φόβο, που σας μετέτρεψε σε κλειστό μαργαριτάρι.
Κλειστή. Πάντα ήσασταν κλειστή. Κλειστή σε όλα εκτός από το φως του ήλιου.
Και χωρίς να το καταλάβετε, θεσπίσατε κριτήρια αγάπης. Την αναμονή, την επιμονή και το έμπρακτο ενδιαφέρον των άλλων για σας. Κριτήρια που ικανοποιούν το είναι σας, αλλά δεν ανανεώθηκαν ποτέ.
Κι όπως και σήμερα κάτω από τον καυτό ήλιο, δεν αισθανθήκατε ποτέ καμία κακία, παρά μόνο παροδικά, στιγμιαία σχεδόν για κάποιες ακραίες ανθρώπινες συμπεριφορές.
Και φτάσατε εδώ, στο σταυροδρόμι της παλάμης σας, διαπιστώνοντας πως τα κριτήριά σας δεν επαρκούν, για να σας πουν ποια ζωή να ζήσετε.
Καθώς ανασαίνετε πάνω στη χρυσή άμμο του καλοκαιριού, δε γνωρίζετε πώς να προστατευθείτε από το μέλλον.
Μια γαλανή φωνή τότε, η φωνή της θάλασσας, σας καλεί να εισέλθετε στο σώμα της.
Το κάνετε. Περπατώντας στην άμμο εισέρχεστε στο κορμί της θάλασσας και λούζεστε ολόκληρη στο νερένιο χάδι της. Κι έχετε πάντα ζωγραφισμένο στο βλέμμα σας εκείνο το αιώνιο δίλημμα. Να πάτε στα βαθιά ή να παραμείνετε στα ρηχά.
Διαλέγετε το δεύτερο. Διαλέγετε το εύκολο νόημα της ζωής αδικώντας τον εαυτό σας. Αδικώντας την ομορφιά σας και τελικά την ίδια την αγάπη του ήλιου στα μάτια σας.
Καθώς πλέετε στη θάλασσα, την ίδια στιγμή νιώθετε να συνεχίζεται η πραγματικότητα της ζωής σας. Νιώθετε να αναλώνεστε μεταξύ αυγής και δειλινού αναμένοντας κάτι τυχαίο να εξηγήσει το ανεξήγητο της παλάμης σας.
Το βλέπετε στη θάλασσα πως έπρεπε να το τολμήσετε, πως έπρεπε να διαλέξετε την ευθεία προέκταση της γραμμής της ζωής σας. Πως έπρεπε, πως πρέπει να το τολμήσετε ακόμη και τώρα να κολυμπήσετε στα βαθιά. Να το κάνετε τώρα, πριν είναι πια πολύ αργά. Να ζήσετε μία ζωή σε τεντωμένο σχοινί, σε απόσταση βολής από το άγνωστο, από το απρόβλεπτο.
Να αγαπήσετε την προσπάθεια για το τίποτα, για το έτσι, για το χωρίς λόγο γίγνεσθαι.
Καθώς βγαίνετε από το σώμα της θάλασσας και πατάτε στην άμμο, ξαφνιάζεστε βλέποντας ένα μικρό ξανθό παιδί να χαράζει στην άμμο τη φράση της ζωής σας: το απέραντο βλέμμα των λέξεων.
Μένετε εκεί, όρθια πάνω στην ξανθή άμμο του καλοκαιριού κοιτώντας τη γραφή του μικρού παιδιού να προκαλεί αιώνες θαλάσσιου κυματισμού και να μην ενδιαφέρεται πότε θα σβηστεί από το σώμα της άμμου.
Γιατί υπήρξε στα μάτια σας. Κι έτσι θα υπάρχει για πάντα στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

Το φόρεμα

Βροχερό πρωινό. Ακριβώς τη στιγμή που δύο ηλιαχτίδες προσπόρισαν τη χθεσινή σιωπή. Ήρθε. Απρόσκλητη, αέρινη, ηλιόλουστη στο φως των ματιών της. Χαμογελώντας όπως πάντα. Η κοπέλα που έκανε τη σιωπή να μιλάει. Η κοπέλα που μπορούσε να φορά το χαμόγελο στα μάτια της. 
Κρατούσε στα χέρια της με πάθος ένα φόρεμα. Το φόρεμα που έντυνε τα όνειρά της έναν ολόκληρο μήνα. Το άγγιζε, το βίωνε, σα να επρόκειτο να το φέρει στην πιο ιδεώδη στιγμή του μέλλοντος. Ήταν στα χέρια της. Το φόρεμα με τη γαλανή επιθυμία των ματιών της.
          Θα έπρεπε να περπατήσει γυμνόποδη στην άμμο φορώντας μόνο αυτό. Θα έπρεπε φορώντας το να γίνει το αμμουδερό ιχνογράφημα κάθε αγάπης, κάθε προσδοκίας, κάθε ερωτικού κυματισμού.
          Γυμνή από κάθε αρνητικό συναίσθημα και η ίδια, γυμνή μέσα στη γυμνότητα του φορέματος.
          Κι εκεί, στην άκρη της θάλασσας, θα ήταν επιτέλους έτοιμη να αντιπαρατεθεί με τον ήλιο. Μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο φυσικές ομορφιές. Μια αναμέτρηση ανάμεσα στις λέξεις που περιγράφουν την καθεμιά τους.
          Μια αναμέτρηση της ομορφιάς με την ομορφιά.
          Κι όταν τα χρώματα του δειλινού θα έβαφαν τον ουράνιο καμβά, δε θα υπήρχε τίποτα στον κόσμο, που να μπορεί να αντισταθεί στο λιόγερμα του φορέματος με το γυμνό αλαβάστρινο κορμί.
          Καθώς έτσι γίνεται, όταν η ζωή ενδίδει στις λογοτεχνικές εκδοχές της ομορφιάς. Κι είναι τότε που η θάλασσα ενδυναμώνει το παραλήρημά της κι υποδέχεται στη γλαυκότητα των κυμάτων της το άγνωρο, το πρωτότυπο, το μοναδικό.
          Δεν υπάρχουν τότε λέξεις, δεν υπάρχουν φωτογραφίες, που να αντέχουν να αποδώσουν την τελειότητα ενός κορμιού που αγναντεύει το μέλλον τρέχοντας στην άμμο του καλοκαιριού.
          Κι η πλάση ξαναβρίσκει την πίστη της στην ομορφιά. Και χαμογελώντας στα χείλη του ανέμου της χαράζει φιλιά στο θηλυκό κορμί και κεντά με δάκρυα χαράς το φόρεμα που τόσο πολύ είχε πεθυμήσει να επιθυμηθεί.
          Το φόρεμα που το κορίτσι κρατούσε ένα βροχερό πρωινό με τη βεβαιότητα της εφηβείας.
          Το φόρεμα που επρόκειτο για λίγο να στολίσει μία ντουλάπα με τα όνειρά του, πριν ξεχυθεί στο θηλυκό σώμα και συνοδεύσει στην άμμο τα γυμνά του βήματα, τις γυμνές του λέξεις και τα ερωτικά βλέμματά του στον ήλιο.
          Το φόρεμα που θα έπαυε να είναι ένα απλό χρηστικό αντικείμενο και θα γίνονταν ένα με τη θηλυκότητα που το επέλεξε ανάμεσα σε τόσα άλλα.
          Γιατί είναι γραφτό, ένα αντικείμενο πάντοτε, μία λέξη μόνο, ένα βλέμμα, ένα φιλί να υπερβαίνει τα ανθρώπινα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 19 Αυγούστου 2010

Μαργκερίτ Ντυράς

Στα χείλη της η λέξη απεραντοσύνη. Η απεραντοσύνη των λέξεων και των αισθημάτων.

Γράφοντας λέξεις σε β΄ πληθυντικό πρόσωπο και στοχεύοντας σε κάθε ερωτική εκδοχή, η Μαργκερίτ Ντυράς προκαλεί αιώνες γραφής. Πρόκειται για μια καινοτομία που δημιουργεί από μόνη της μια λογοτεχνική αισθαντικότητα. Για μια οραματική συμφωνία ανάμεσα στη δομή, στην έκφραση και στο νόημα ενός έργου. Για έναν διάλογο που η σημασία της πραγμάτωσής του έγκειται στη βαρύτητα που προσδίδει στο περιεχόμενο η χρήση του προσώπου αυτού.

Έτσι, η γραφή μεταβάλλεται από ένα ολομόναχο υποκείμενο σε ένα ενεργούμενο υποκείμενο που γεμίζει το κενό διαπερνώντας τη σκοτεινή του αντίσταση. Τότε έρχονται τα πρόσωπα, οι χαρακτήρες, με τα θραύσματα των ονείρων και της ζωής τους κι επικάθονται στη θεατρική πραγματικότητα της Ντυράς.

Μιλώντας για τον έρωτα, για το ασυντέλεστο της πράξης αυτής, για την απεραντοσύνη των γήινων εκφάνσεών του, η Ντυράς μας πηγαίνει πολύ μακριά, πέρα από προκαταλήψεις αιώνων, σε συσχετισμούς ανυποψίαστους. Γιατί για τη ίδια ο έρωτας προηγείτο πάντοτε όπως και κάθε προσπάθεια της τέχνης να αποτυπώσει την ανθρώπινη ευαισθησία με τρόπο καθολικό, συμβολικό και ελεύθερο.

Στην πρόθεσή της τίποτα δεν άλλαξε από τα πρώτα της έργα μέχρι το τέλος. Στόχος της η συσσώρευση των συναισθημάτων. Γιατί τα συναισθήματα δημιουργούν αντιθέσεις και οι αντιθέσεις δρομολογούν πράξεις με περιεχόμενο. Και μαζί και η σιωπή. Τα διάκενα σιωπής που επωάζουν κάθε αυτάγγελτη παρουσία.

Κι όλα συντελούνται κοντά στη θάλασσα, δίπλα της, μέσα της, στα χείλη της και στις ακρογιαλιές της. Εκεί συνταιριάζονται λέξεις και παύσεις, κύματα λεγόμενου λόγου κι αρθρωμένων κραυγών που ενώνονται ερωτικά κι αράγιστα. Που αναγκάζουν τον αναγνώστη να στέκει πρόθυμος πελάτης του φυλλομετρήματος των έργων της.

Βέβαια, στα κείμενά της είναι διάχυτη και η απλότητα. Η απλότητα στη σύλληψη της υπόθεσης αλλά και της συντακτικής δομής των φράσεων. Με τρόπο ασυνήθιστο. Με τεχνοτροπία υπέρ του υπερρεαλισμού και υπέρ του μετέωρου λόγου της μεταπολεμικής πεζογραφίας. Με περίγραμμα προσωπικό και γέννηση από το τίποτα, οι σκέψεις σωματώνονται κι ακτινοβολούν σαν τη χαραυγή.

Το σημαντικότερο όμως είναι πως κάθε έργο της στέκει αυτάρκες ενώ ταυτόχρονα ανοίγει το μέλλον. Γιατί η γραφή είναι οριστική, μόνο όταν δεν ανατρέπεται από κάποια απαιτητικότερη εκδοχή της. Κι είναι αυτό που συντελέστηκε από το μεθυσμένο χέρι της Μαργκερίτ Ντυράς σε εκδοχή αυθεντικής δημιουργίας κι όχι απλής προσθήκης.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 4 Ιουλίου 2010

Before your eyes

And you 're away

further than the kiss
further than the world
further than the words

My bed is narrow
it doesn't hold the clouds
the seashore
the sun
the photos in black and white
the love's burden

Harsh beards grow quickly
brows grow
desires are multiply

But you always live
in a swaying
in an anti-narrative gap
in a strange desertion
from the acceptable versions
of reality

I remember that before your eyes
a word sought to take place
at the window of a poem

                           Yannis Politopoulos

Κυριακή, 27 Ιουνίου 2010

Η αρχή της γραφής

          
          Η γραφή ξεκίνησε από τα χέρια της. Από τα τρυφερά χέρια της κοπέλας με τα γαλανά μάτια. Για την ακρίβεια, ξεκίνησε από τα ακροδάχτυλα του δεξιού χεριού της.
          Με αφορμή την απερίγραπτη ομορφιά της λέξεις ξεχύθηκαν στις λεπτές φλέβες της, λέξεις αιμάτινες, λέξεις ερωτικές, λέξεις απροσδόκητες, λέξεις σιωπηλές για τον κόσμο, για τον έρωτα, για τη φαιδρότητα των πραγμάτων.
          Κι άρχισαν να ανεβαίνουν προς τους ώμους της γυμνώνοντας τα όνειρά της. Όνειρα που προκαλούν την αέναη γέννηση της γραφής. Όνειρα καρφιτσωμένα στο σάρκινο ποίημα της παρουσίας της, της ζωής της. Όνειρα που λαμπυρίζουν γυμνά στο σκοτάδι της καθημερινότητας των ανθρώπων.
          Κι έπειτα, οι λέξεις προχώρησαν. Ζωγράφισαν το λαιμό της με λουλούδια εποχής, με ανοιξιάτικα χρώματα κι έφτασαν στα χείλη της όπου έδωσαν φιλί τρυφερό γεμάτο απεραντοσύνη.
          Λέξεις στα χείλη της, λέξεις στα μάτια της, λέξεις παντού στο πρόσωπό της.
          Λέξεις του πόθου για το κορίτσι του πόθου. Λέξεις που ταιριάζουν στη ζωή της. Λέξεις που γράφονται μόνο για εκείνη στο παράθυρο του έρωτα. Στο σκηνικό των ονειρικών νυχτών της σιωπής της.
          Κι από το όμορφο πρόσωπο οι λέξεις προχώρησαν στην καρδιά της και εισχώρησαν βαθιά μέσα της γράφοντας το καινούριο σενάριο ενός αιώνιου καλοκαιριού. Το σενάριο μιας θωπείας που δεν επιτρέπει σε καμιά σιωπή να σιωπήσει.
          Λέξεις ποταμός που κυλούν στα θεϊκά της πόδια αγναντεύοντας το μέλλον. Λέξεις ωκεανός που χορεύουν στον κυματισμό των μακριών μαλλιών της. Λέξεις βροχή που ποτίζουν τη χαρά των φιλιών της, την αγκαλιά των νυχτερινών ερώτων της. Λέξεις που ομορφαίνουν από την ομορφιά της.
Οι λέξεις που η κοπέλα γράφει στο χαρτί της ζωής κι έχουν κάτι από το μεθυστικό άρωμά της, κάτι από τη φυσική βεβαιότητα της θηλυκής ματιάς της, ένα φιλί παντοδύναμο που ανατέλει στα όνειρα των αγοριών.
Οι ακούραστες λέξεις, η ακούραστη γραφή, η συμφωνία και η ασυμφωνία τους, η σιωπή τους, η περιπλάνησή τους στο σώμα της, το βλέμμα τους που συναντά το δικό της σ’ ένα παιχνίδισμα φωτός.
Η κοπέλα των ονείρων είναι η κοπέλα των γυμνών, των απροστάτευτων λέξεων.
Των λέξεων εκείνων που δε γεννήθηκαν ακόμη περιμένοντας τη διαταγή της ή την παράκλησή της.
Των λέξεων που ερωτεύονται στο πρόσωπό της και μεγαλουργούν στα βλέφαρά της σαν απόλυτος έρωτας, σαν έρωτας που υφαίνει το πέπλο της θηλυκότητας.
Των λέξεων που προφέρονται από τα χείλη του κοριτσιού με τα γαλανά μάτια μέχρι την άκρη του κόσμου.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Τρίτη, 8 Ιουνίου 2010

Το καλοκαίρι



 Μια ζεστή καλοκαιρινή ημέρα η γαλάζια θάλασσα είναι ελκυστική με απαλά κύματα που διαδέχονται το ένα το άλλο στο ρυθμό του τρυφερού ανέμου. Η θάλασσα είναι η αναζήτηση, ο ερχομός, ο έρωτας.
          Ένα αγόρι είναι όρθιο μπροστά στη γαλάζια θάλασσα. Θα μπει μέσα της. Μόνο.
          Και να, έρχεται το κορίτσι, δύο μέτρα πιο μακριά πάνω στην υγρή αμμουδιά. Κι είναι έτοιμο να εισέλθει κι αυτό στο γαλάζιο υδάτινο σώμα.
          Ο αέρας ανάμεσά τους άγνωστος ακόμη. Κι όμως σ’ αυτόν αναπνέουν και οι δύο. Σ’ αυτόν αναπνέουμε όλοι μας.
          Άγνωστη ιστορία δύο παιδιών. Σε απόσταση χαδιού από τον ελαφρύ κυματισμό της θάλασσας.
 Γνωστά σώματα με άγνωστη αφή και γεύση. Τα βλέμματά τους κοινά μπροστά στο ίδιο γαλάζιο. Μπροστά στην αμοιβαιότητα του βλέμματος ο έρωτας είναι ήδη υπαρκτός.
          Έτσι αρχίζει η ιστορία τους. Στην αρχή το βλέμμα, μετά χρυσαφένιες γραμμές ανέμου, ψυχής και φιλιών. Έπειτα, διαδοχικές εικόνες ενός αθώου, ενός ανθρώπινου παιχνιδιού με τα κύματα και το γαλάζιο φως της θάλασσας.

          Το κορίτσι στη θάλασσα.
 Υγρότητα, θωπεία, έρωτας.
          Το αγόρι στη θάλασσα.
 Σιωπή, κυματισμός, έρωτας.
          
          Η ερωτική ιστορία τους αποκτά τώρα παρελθόν δευτερολέπτων.                       Κοιτάζονται. Δε μιλούν ούτε αγγίζονται. Στο κοινό βλέμμα τους πραγματώνεται ο πόθος.
          Το αγόρι βουτά στο κύμα. Χάνεται μέσα του. Κυματίζει τον πόθο του στη θάλασσα.
          Το κορίτσι βουτά κι εκείνο. Βυθίζεται στο γαλάζιο. Έπειτα βγαίνει στην επιφάνεια. Τα μαλλιά του συνομιλούν με τον άνεμο. Τα μάτια του ακτινοβολούν στην απεραντοσύνη.
          Η πράξη τους είναι τώρα γυμνή στο φως του καλοκαιρινού ήλιου. Η πράξη τους είναι γυμνή, αγίνωτη, ανώνυμη. Γιατί οι πραγματικοί έρωτες δεν ονομάζονται.
          Το κορίτσι βγαίνει πρώτο. Πατά γυμνόποδο στην άμμο και ξαπλώνει πάνω της. Το αγόρι ακολουθεί. Πλησιάζει το κορίτσι σιωπηλά.
          Το κοιτάζει φευγαλέα αλλά ηδονικά. Πέφτει δίπλα του στην καλοκαιρινή άμμο. Κυλιούνται ταυτόχρονα πάνω στην καυτή άμμο. Ερωτοτροπούν με τη θάλασσα, με τον ήλιο, με τη ζωή. Ενώνονται με τη φύση.
          Έπειτα πραγματώνουν την αμοιβαία έλξη. Φιλιούνται. Γυμνά χείλη σε γυμνά χείλη. Φως και γαλάζια αμοιβαία απεραντοσύνη. Φιλί.
          Τα χείλη ανασύρουν τον έρωτα στην επιφάνεια. Στην επιφάνεια των σωμάτων. Στην επιφάνεια των πραγμάτων.
          Το φιλί δίδεται. Το φιλί πραγματώνεται στους αιώνες. Ο πόθος ανάβει. Τώρα έφτασε στα χέρια. Έπειτα προχωρά στα μάτια. Κυριεύει τα βλέμματα. Κυριεύει τα σώματα.
          Το φιλί είναι ηλιόφωτο, καυτό και υγρό ταυτόχρονα. Το φιλί είναι τώρα πλέον κύμα ζωής.
          Δεν αργεί να φτάσει στις ψυχές τους. Το αγόρι και το κορίτσι είναι μαζί, για τώρα, για αύριο, για όσο θα υπάρχει το γαλάζιο σώμα της θάλασσας, για πάντα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 29 Μαΐου 2010

Ο έρωτας των λέξεων

 Τα ποιήματά της τα κοίταζε με περιέργεια. Με άλλο φως ανέπνεαν τώρα τα μάτια της. Σε μαγικά ταξίδια ταξίδευε ο νους της.
          Με τα ακροδάχτυλά της τα άγγιζε, τα χάιδευε, τα νανούριζε, σα να ήταν παιδιά της. Εκείνη άλλωστε τα είχε γεννήσει. Εκείνη ήταν που είχε τοποθετήσει ευλαβικά σχεδόν τις λέξεις τη μία δίπλα στην άλλη. Εκείνη ήταν που τις παρατηρούσε να κάνουν πράξη έναν αιώνιο έρωτα, που τις συνδύαζε με τρόπο απαράμιλλο, με τρόπο μοναδικό.
          Και ξαφνικά, κόλλησε τα χείλη της πάνω στο χαρτί, πάνω στις λέξεις, στο μελάνι της ψυχής της. Κόκκινο φιλί έδωσε στις γαλάζιες λέξεις, φιλί του πάθους, φιλί της βροχής, φιλί μιας άλλης εποχής, της εποχής των σταλακτιτών της αγάπης.
          Το όραμά της ήταν τώρα πια το φως. Το φως και η θωπεία του. Το φως και η λευκότητα των ονείρων της. Το φως και οι λεκτικές εκδοχές του. Αυτή, η μικρή, η ελάχιστη στάλα του κόσμου, το κορίτσι των ανθισμένων χαμόγελων, μπορούσε τώρα πια να πραγματεύεται τα όνειρα. Να καταλύει την καθημερινότητα με τη δύναμη μιας θεϊκής εντολής, μιας θεόσταλτης εξουσίας, μιας αποφασιστικότητας που γειτνίαζε με την αλήθεια.
          Ζούσε τον έρωτα των λέξεων. Τα μάτια της δεν ήταν πια αβέβαια. Το βλέμμα της ήταν τώρα μεταφορικό, γυμνό, ανίκητο. Το βλέμμα της θωρούσε τον κόσμο καθάριο. τον έντυνε από τη μια άκρη της απεραντοσύνης ως την άλλη με ένα πρωτόγνωρο λεκτικό χάδι. Τη στιγμή εκείνη ανακάλυπτε τα πιο εσώτερα, τα πιο βαθιά της λόγια. Κάνοντας ποίηση με ένα φιλί στις λέξεις. Κάνοντας ποίηση για την ίδια, για τα όνειρά της, για όσους είχαν τη δυνατότητα να προσφέρουν τη σιωπή τους στο άκουσμα των λέξεών της. Κάνοντας κτήμα της την ποίηση μετρούσε βήματα στην απεραντοσύνη του ανθρώπινου λόγου.
          Γιατί επρόκειτο πλέον να ζει τα ποιήματά της. Να ζει με αυτά και από αυτά. Να ζει γι’ αυτά. Να τα δει να ανδρώνονται στα χείλη της. Να τα παρακολουθήσει βουβή να γεμίζουν τη σιωπή της. Να τα βιώσει να ενσαρκώνουν τα πιο μύχια, τα πιο αισθαντικά όνειρά της
          Η μικρή κοριτσίστικη στάλα δεν ήταν πια το ελάχιστο του σύμπαντος. Ήταν μια θάλασσα πλατιά, μια υγρή γαλάζια απεραντοσύνη. Είχε γίνει ένα με την περιπέτεια της γραφής. Το σώμα των λέξεων ήταν το δικό της σώμα τώρα. Την ένιωθε πλέον τη συνέχεια της ζωής. Την αισθάνονταν την αποστολή της. Να γεμίσει το κενό με τον έρωτα των λέξεων. Να συναισθανθεί τη δημιουργία των ποιημάτων. Των μικρών αυτών ωκεάνιων σταγόνων που έρχονταν να διαλύσουν το σκοτάδι της νύχτας με τον τριαδικό έρωτά τους. Σάρκα των χειλιών της, πνεύμα των ονείρων της, ψυχή των βιωμάτων της.
          Γιατί έτσι ενσαρκώνεται ο έρωτας των λέξεων.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 9 Μαΐου 2010

Το κορίτσι της έμπνευσης

Θα την είχατε γνωρίσει τυχαία. Μία καστανή κοπέλα με την εικόνα της προσμονής στα σφαλιστά χείλη της. Μία κοπέλα χωρίς αυτοπεποίθηση, απόρροια της απίστευτης ομορφιάς της.
          Ένα κορίτσι με παρελθόν γυναίκας ζωγραφισμένο στα μάτια του προσώπου του. Με παρελθόν ονείρου βγαλμένο από το φλογερό ηλιοβασίλεμα μιας αέναης εφηβείας.
          Ένα κορίτσι που επρόκειτο να βιώσει την ικμάδα των λέξεων, την απεραντοσύνη του λευκού χαρτιού που πληθαίνει τις λέξεις σας στην κίνηση των λεπτών δαχτύλων της που θωπεύουν το φως.
          Θα ήταν το κορίτσι της έμπνευσης, το κορίτσι της γραφής, το κορίτσι των παιδικών της ονείρων που ταξιδεύουν ανατολικά του έρωτα. Στις ποιητικές εκδοχές των στιγμών της θα ήταν η ερωτική έμπνευση του συγγραφέα που θα την είχε τοποθετήσει γυμνή απέναντι στο βλέμμα της σκέψης του.
          Γυμνή ντυμένη το φως. Ντυμένη το σπαραγμό της ψυχής των λέξεων. Γυμνή φορώντας το μανδύα των γραμμάτων που ερωτοτροπούν τη στιγμή που οι λέξεις συνδυάζουν τη συντριβή της ανυπαρξίας.
          Η κοπέλα που θα είχατε γράψει ποιήματα στα πόδια της, στα στήθη της, στον ομφαλό της ζωής της. Η θεά της έμπνευσης, η θεά της γραφής, η ημιτελής αυγή της μνήμης που σιωπά στον ερχομό των κυμάτων.
          Το κορίτσι των τεσσάρων εποχών της γραφής. Το κορίτσι με τα λόγια φιλιά στα κόκκινα χείλη του. Η φεγγαρολουσμένη της γραφής που πληθαίνει το φως αγνοώντας το σκοτάδι της πεζότητας.
          Το όμορφο κορίτσι που θα είχατε γράψει στην παλάμη του την άκρη των λέξεων.
          Καθώς λικνίζονται τα βλέφαρα των προτάσεών σας στην αύρα του βλέμματος. Καθώς οργανώνονται οι συλλαβές στο πρόχειρο του μετώπου, στο πρόχειρο των χειλιών. Της μιας στιγμής ερωμένη των λέξεων. Της μιας στιγμής προσφορά στο φως που αγγίζει τα χείλη και η μνήμη πορεύεται τον αιώνιο δρόμο της ποιητικής απεραντοσύνης.
          Θα την είχατε ντύσει με χιλιάδες φράσεις στον ερχομό της έμπνευσης. Θα την είχατε δημιουργήσει ολότελα από την αρχή, ολοκληρωτικά κι απόλυτα. Ένα πλάσμα της φαντασίας. Ένα πλάσμα τέλειο. Ένα ποίημα της θηλυκότητας ταιριαστό σε όλα τα χείλη. Μια σειρά κατακόκκινων λέξεων που θα εφάρμοζε και στο ελάχιστο, στο παραμικρό μόριο του κορμιού της. Μια απέραντη φεγγαρένια σειρά λέξεων για τα πάντα στη ζωή.
          Το κορίτσι που δε θα μπορούσε να αρνηθεί τον έρωτα των λέξεων. Το κορίτσι που θα είχαν ονειρευτεί όλοι οι άνθρωποι που επιχείρησαν το ταξίδι της γραφής.
          Το κορίτσι χωρίς όνομα αλλά με όλα τα ονόματα μαζί. Το κορίτσι που πληθαίνει τη γραφή τις νύχτες.
Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 18 Απριλίου 2010

Το αέναο ταξίδι


Έφευγε πάντα, για να επιστρέφει. Έφευγε, για να χάνεται στο βλέμμα της.
Βίωνε τη φυγή ως λήθη ενάντια στις στιγμές που απέπνεαν μια καθημερινότητα επαναλαμβανόμενη.
          Στα ταξίδια, με άλλο φως ανέπνεαν τα μάτια της. Με άλλο φως επενδύονταν οι εικόνες που εφορμούσαν στα μύχια εκείνων των παλιών εφηβικών της ονείρων.
          Στα ταξίδια, στην άκρη του κόσμου, στην άκρη των ονείρων της, δεν ένιωθε ποτέ μόνη. Δεν υπήρξε ποτέ μόνη. Ποτέ μόνη, ούτε η ίδια ούτε η εικόνα της στα μάτια κανενός άντρα.
          Στις περιπλανήσεις της κρατούσε σφιχτά στα χέρια της ένα ανθισμένο χαμόγελο που χωρούσε στα χείλη του την πραγμάτωση μιας διαρκώς επιστρέφουσας φυγής.
          Κι ένιωθε σα να επρόκειτο να καταπιαστεί με το άγουρο, με το αναπότρεπτο.
          Σε μια στιγμή γοητευτικού ταξιδιού στο απέραντο των ονείρων κατάλαβε.
          Τότε ήταν που βίωσε την επιθυμία που συνοδεύει τη ζωή της. Να καταλύει, ήθελε από τη στιγμή εκείνη την καθημερινότητα με τη δύναμη μιας θεϊκής εντολής, μιας θεόσταλτης εξουσίας, που μετουσιώνονταν στα ταξίδια της σε αποφασιστικότητα που πάντα γειτνίαζε με την αλήθεια.
Καθώς πλέει πάντα στη θάλασσα ενός ταξιδιού, την ίδια στιγμή νιώθει να συνεχίζεται η πραγματικότητα της ζωής της.
Βιώνοντας το ταξίδι, δε νιώθει ποτέ να αναλώνεται μεταξύ αυγής και δειλινού αναμένοντας κάτι τυχαίο να εξηγήσει το ανεξήγητο του προορισμού.
Το ταξίδι είναι που την κάνει να βλέπει πως σωστά έπρεπε να το τολμήσει, πως σωστά διάλεξε την ευθεία προέκταση της γραμμής της ζωής της. Πως έπρεπε, πως πρέπει να το τολμά ακόμη και τώρα. Να ζει μία ζωή σε τεντωμένο σχοινί, σε απόσταση βολής από το άγνωστο, από το απρόβλεπτο.  
Αγαπώντας την προσπάθεια για το τίποτα, για το έτσι, για το χωρίς λόγο γίγνεσθαι.
Καθώς βγαίνει κάθε φορά από το σώμα του ταξιδιού κι επιστρέφει στο κομμάτι της ζωής της που μοιράζεται με τους άλλους, μια βαθιά σιωπή ενυδατώνει το βλέμμα της. Είναι η σιωπή του άχρονου μέλλοντος που παίρνει αξία από τις μικρές σκέψεις που στα ταξίδια της αποτέλεσαν το λίγο ή το πολύ του κόσμου της. Ενός κόσμου όμορφου, ζωντανού, πολύχρωμου.
Γιατί ο κόσμος αυτός υπήρξε στα μάτια της. Υπάρχει στα μάτια της.
Κι έτσι θα υπάρχει για πάντα στην απεραντοσύνη της αιωνιότητας.
Ο κόσμος ο ολότελα δικός της. Ο κόσμος όπου φυγή κι επιστροφή ταυτίστηκαν στα βήματά της. Σε μια φυγή αέναη που διαρκώς επιστρέφει.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Κυριακή, 4 Απριλίου 2010

Το γυμνό βλέμμα


Όλες οι ιστορίες πραγματώνονται σε χώρους απρόσκλητους, απέραντους. Ξεκινά κανείς από την ενδόμυχη απεραντοσύνη, από την αμηχανία της σκέψης να ενσαρκωθεί λεκτικά.
         Κι ο χρόνος παραμένει πάντα το απροσδιόριστο φως της σιωπής. Έτσι, η γραφή πραγματώνει την πορεία της από την ανυπαρξία προς τον έρωτα.
         Πρόκειται, φυσικά, για μία επαναλαμβανόμενη δημιουργία. Ειδικότερα, είναι η σκέψη που προτρέχει, οι λέξεις που έπονται, οι λέξεις που ζευγαρώνουν, που κατρακυλούν, που αξιώνουν.
        Το βλέμμα παραμένει καρφιτσωμένο, απορημένο στην αγνότητα της προϊδέασης. Το βλέμμα που κάποτε ξεστρατίζει από τα χείλη του.
        Το βλέμμα είναι γυμνό. Οι λέξεις γυμνές. Και τότε, ξαφνικά, η σιωπή μιλά, αισθάνεται, βιώνει, αναιρεί, υπόσχεται, ερωτεύεται, δημιουργεί.
        Η λευκότητα του χαρτιού υποκύπτει στην υπέρβαση, ενδίδει στη γλαυκότητα, στη θωπεία.
Το κείμενο ραγίζει, η ψυχή αναδεύεται. Τίποτα δεν αντιστέκεται, Όλα απλώνουν αρμούς στις παρυφές της λογικής.
         Ο κόσμος εσωτερικεύεται χωρίς μυστικά. Όπως ο έρωτας, όπως η αρχική σιωπή, όπως η απέριττη ομορφιά που πριν βίωνε τη μοναξιά ανατολικά της ενστάλλακτης απεραντοσύνης των σκέψεων.
         Τότε η σιωπή είναι το τελικό, το γυμνό, το απροστάτευτο βλέμμα της γραφής.
         Συμβαίνει. Κείμενο με αυθεντική ζωή απεραντοσύνης, κείμενο που εκτείνεται ως τα έσχατα μιας ανυπόδητης περιπλάνησης. Κείμενο που τραυλίζει το ακαθόριστο σχήμα της σημασίας των αρχικών λέξεων. Κείμενο της γραφής που γράφει συμβαίνοντας, που γράφει τα χείλη του πόθου του και προαναγγέλει στο φως μία ακόμη λεκτική δημιουργία.
          Στο μεταίχμιο της ζωής, στο μεταίχμιο του φωτός, στο μεταίχμιο των κυμάτων η εσωκειμενική ζωή ανδρώνει την απόκρυφη κι απόκρυμνη απόληξη της σκέψης που εκβάλει στις παρυφές της αφήγησης, στις παρυφές των στίχων μιας ποιητικής δοκιμής που για πρώτη φορά χαμογελά στον κόσμο.
          Νέο, νέο σε ηλικία παραμένει πάντα το κείμενο. Άγουρο στα χείλη, γυμνό στο βλέμμα του, στο πρώτο αθώο του βλέμμα απέναντι στο σκοτάδι του τοκετού της τέχνης.
          Και δεν υφίσταται πια χρόνος ούτε χώρος. Οι συνιστώσες του κειμένου παραμένουν πάντα προς ανακάλυψη, πάντα προς κατάκτηση, όπως η γαλάζια απεραντοσύνη του συναισθήματος.
         Για το χωρίς προφανή λόγο φως που ενδύει τα μάτια, η γραφή ενεργοποιεί τη διαδικασία της ανάγνωσης κι έπειτα τη μοναχική διεργασία της φαντασίας.
          Το γυμνό βλέμμα πίπτει επί του νοήματος, που άλλο στην αρχή κι άλλο τελικά ζωντανεύει τη ζωή.


Γιάννης Πολιτόπουλος

Σάββατο, 20 Μαρτίου 2010

Ο σκονισμένος καθρέπτης


[Βράδυ στις απαρχές της Άνοιξης. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Δέκα δευτερόλεπτα μετά το άνοιγμα της σκηνής, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Είκοσι δευτερόλεπτα μετά ακούγεται η φωνή του αφηγητή.]

Αφηγητής: Τότε, τη μέρα που σε έλουζε ο ήλιος στην αμμουδιά και η χρυσή καλοκαιρινή άμμος ήταν ένα χάδι στο βρεγμένο κορμί σου. Τότε,  που είχες δυο στήθη κόκκινα και χείλη ερωτευμένα με τις ηλιαχτίδες. Θα το θυμάσαι που ήσουν ξυπόλητη, ντυμένη με ένα χαμόγελο αθανασίας. Ένα πρόσωπο καθάριο, αδιαίρετο. Πρέπει να θυμάσαι το γαλάζιο ουρανό που έμενε άφωνος από τη νοτισμένη παρουσία σου. Τότε, τη μέρα που κι ένα τυχαίο άγγιγμα ήταν μια επαλήθευση της αιωνιότητας.

[Παύση για δέκα δευτερόλεπτα. Η όμορφη γυναίκα ανοίγει τα μάτια. Ανασηκώνεται και κάθεται στο κρεβάτι με το πρόσωπο προς το κοινό. Για λίγο ακόμη, σιωπή. Έπειτα, ο αφηγητής συνεχίζει το μονόλογό του.]

Αφηγητής: Θυμάσαι κι εκείνο το λόγο που σου είχε ψιθυρίσει ένας γέρος ψαράς με άσπρα γένια; Έλεγε πως γνώριζε πολλά. Πως πολλά είχε δει στη ζωή του. Όμως τίποτα σαν τα μάτια σου. Τα μάτια σου –έλεγε - είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Ταλαντεύονται από το ίδιο χαμόγελο. Βαθιά μέσα τους ανακαλύπτει κανείς ένα κοράλι και τις φωταψίες των γυμνών ονείρων. Τα μάτια σου, έλεγε, είναι η ίδια η απεραντοσύνη. Το γλαυκό των οριζόντων.

[Η γυναίκα ακούει τα λόγια. Ανασηκώνει τα χέρια της. Τα φέρνει στο πρόσωπό της με μία κίνηση θηλυκά απαλή. Αγγίζει ελαφρά τα μάτια της. Για λίγο μόνο. Έπειτα κατεβάζει τα χέρια. Φαίνεται πως θα ήθελε να μιλήσει. Να μιλήσει προς αυτή την άγνωστη φωνή που ακούγεται από τη θάλασσα και που χαϊδεύει την ύπαρξή της. Τα χείλη της όμως μοιάζουν να αρνούνται. Η γυναίκα εγκαταλείπει την προσπάθεια. Ακούει ξανά τη φωνή του αφηγητή να λέει.]

Αφηγητής: Κι εκείνον το νεαρό με τις δυνατές πλάτες και τα σκισμένα από την αρμύρα χείλη τον θυμάσαι; Που ώρες ολόκληρες καθόταν πάνω στον ψηλό βράχο και σε κοιτούσε με μάτια διάπλατα, σα να ήσουν ένα θαύμα. Ένα απροσδόκητο καλοκαιρινό θαύμα. Θυμάσαι τι έγραψε κάποιο απομεσήμερο στην άμμο; Εκείνα τα λόγια που το κύμα δεν έσβηνε ποτέ τα δειλινά;

«Ο έρωτας έχει το σχήμα της σκιάς σου»

[Παύση για τριάντα δευτερόλεπτα. Η γυναίκα σηκώνεται από το κρεβάτι. Περπατά πάνω-κάτω μέσα στο δωμάτιο. Είναι γυμνόποδη. Τα λευκά της πόδια γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο. Ένα χαμόγελο απλώνεται στα χείλη της. Σταματά στη μέση σχεδόν του δωματίου. Ακούει πάλι τον αφηγητή να μιλά. Η φωνή του την παροτρύνει τώρα.]

Αφηγητής: Στο παράθυρο πήγαινε. Εκεί στάσου, δίπλα στο τζάμι. Κοίτα έξω. Τι όμορφο φεγγάρι. Τι θηλυκό φεγγάρι απόψε!

[Η γυναίκα πηγαίνει και στέκεται αντίκρυ στο τζάμι. Κοιτάζει έξω. Κοιτάζει τον ορίζοντα, την απεραντοσύνη του μοναχικού ουράνιου φωτός. Η φωνή του αφηγητή συνεχίζει, δυνατότερα τώρα.]

Αφηγητής: Κοίτα, κοίτα το φεγγάρι. πιο φωτεινό κι από λιόγερμα. Το φως του χρυσώνει τα μαλλιά σου. Το ξέρεις πως τις νύχτες το τζάμι ραγίζει καμιά φορά. Για να περνά πιο άνετα η μεγάλη ασημένια αχτίδα του φεγγαριού και να λούζει το όμορφο πρόσωπό σου.

[Μικρή παύση. Η γυναίκα συνεχίζει να κοιτάζει έξω. Ανασηκώνει το αριστερό της χέρι κι αγγίζει το τζάμι με την παλάμη της. Αγγίζει το τζάμι, όπως θα άγγιζε ένα πρόσωπο, όπως θα άγγιζε το φεγγάρι. Όπως αγγίζουν τα χάδια των εραστών. Ο αφηγητής μιλά ξανά.]

Αφηγητής: Το ξέρεις πως όλοι σε κοιτούν εσένα. Το φεγγάρι. Η σιωπή. Τα κοχύλια που ακόμη είναι πιασμένα στα μαλλιά σου. Κι ο έρωτας με την αμείλικτη ευεργεσία του. Κι ακόμη, η ανάσα της θάλασσας. Ο κόσμος όλος συγκεντρωμένος σε ένα βλέμμα θαυμασμού επάνω σου.

[Η νεαρή γυναίκα εγκαταλείπει ξαφνικά το παράθυρο. Αρχίζει πάλι να πηγαινοέρχεται στο δωμάτιο. Κάποιες στιγμές απλώνει τα χέρια, σα να επρόκειτο να αγκαλιάσει ένα παιδί. Η φωνή ακούγεται και πάλι.]

Αφηγητής: Το ξέρεις πως ολόκληρο τον κόσμο αγκαλιάζεις εσύ. Όλη η πλάση ένα απαλό χάδι στο αλαβάστρινο στήθος σου. Γυναίκα του έρωτα, γυναίκα των ονείρων, όλος ο κόσμος θα ήθελε να μάθει το όνομά σου. Αυτό το κρυμμένο μυστικό. Αυτό το μεθυστικό μυστικό του φεγγαρόφωτος.

[Παύση είκοσι δευτερόλεπτα. Η γυναίκα προσπαθεί ξανά να μιλήσει. Τούτη τη φορά τα χείλη ανοίγουν. Και πάλι όμως δίχως να προφέρουν ούτε μια συλλαβή. Η γυναίκα εγκαταλείπει τότε κάθε προσπάθεια να μιλήσει. Κάνει αυτό που της ορίζει η φωνή.]

Αφηγητής: Το κερί. Το κερί πάνω στο κομοδίνο. Άναψέ το. Θέλω να δω, το όνομα θέλω να αντικρίσω στον καθρέπτη.

[Η γυναίκα το κάνει. Πηγαίνει στο κομοδίνο, ανοίγει το συρτάρι και βγάζει ένα κουτί σπίρτα. Ανάβει το κερί. Έξω το φεγγάρι σκεπάζεται τώρα από τα σύννεφα. Τώρα, μόνο το φως του κεριού φωτίζει μέσα στο σκοτάδι. Επικρατεί πλήρης σιωπή. Η γυναίκα στέκεται ακίνητη μπροστά στο παλιό κομοδίνο. Πιο ψηλά πάνω από αυτό είναι κρεμασμένος ο καθρέπτης. Η γυναίκα ανασηκώνει το κεφάλι της, για αντικρίσει το είδωλό της στο σκονισμένο καθρέπτη. Βλέπει τότε να σχηματίζεται στη σκόνη του καθρέπτη ένα γυναικείο όνομα. Βλέπει κι αυτή μαζί με τον κόσμο το όνομά της. Το κοιτάζει και χαμογελά. Ανοίγει τα χείλη κι επιτέλους προφέρει. Προφέρει το όνομά της μέσα στην απεραντοσύνη του μικρού δωματίου. Σε λίγο το φεγγαρόφωτο εισβάλλει ξανά στο δωμάτιο, πιο έντονο τώρα. Τώρα όλοι γνωρίζουν. Το μυστικό χάθηκε. Έξω, η θάλασσα είναι τώρα ήσυχη. Η φωνή δεν ακούγεται πια. Τώρα ακούγεται μόνο η ανάσα της γυναίκας.]

Γιάννης Πολιτόπουλος

Πέμπτη, 11 Μαρτίου 2010

Η λειτουργική φύση του δημιουργού στη Rock ποίηση

  Γνωρίζουμε ότι η γλώσσα όπως και η μουσική είναι ένα έντεχνο σώμα συνηθειών κοινό σε όλους τους συγγραφείς μιας συγκεκριμένης εποχής.
          Ειδικότερα, είναι αρχικά χρήσιμο να επισημανθεί ότι σε κάθε έντεχνη δημιουργία της ποιητικής της Rock η στιχουργική γραφή εκδηλώνει δύο βασικά χαρακτηριστικά: πρώτον, ότι η ποιητική γλώσσα αναφέρεται σε ένα καθαρό ή μεταφορικό σημαίνον, το οποίο ποτέ δεν είναι ανεπίκαιρο, και δεύτερον, ότι αποδίδει τη σχέση που διατηρεί ο δημιουργός των στίχων με την κοινωνία και τον ενσυνείδητο προορισμό του.
          Κατά συνέπεια, στην ποίηση της Rock ο στίχος δεν είναι ο τόπος μιας κοινωνικής δέσμευσης, αλλά εκ φύσεως ένα κοινωνικό αντικείμενο, το οποίο μπορεί να προκαλέσει τα συναφή με το βάθος κάθε αντικειμένου υπαρξιακά συναισθήματα. Γι' αυτό άλλωστε ακόμη και ο μοναχικός λόγος των τροβαδούρων της Rock είναι προορισμένος να αναλώνεται άμεσα από ένα - ολιγάριθμο έστω - κοινό. Με άλλα λόγια, η ποιητική γραφή καθίσταται πρωταρχικά ένα ενέργημα κοινωνικής αλληλεγγύης κι ένα όργανο αλήθειας, στο οποίο το φαντασιακό στοιχείο ακραγγίζει το πραγματικό.
         Τα παραδείγματα που έπονται, θα καταδείξουν την αντικειμενικότητα των συλλογισμών αυτών.
          Στο LP των Jethro Tull «Aqualang» παρατηρείται έντονα η εκλογή μιας συγκεκριμένης ανθρωπιστικής συμπεριφοράς, η ένθερμη υποστήριξη ενός αγαθού. Αυτού της ανθρώπινης ισότητας. Κι ακόμη περισσότερο, η δυσφορία για την προβληματική κοινωνική συμπεριφορά του σύγχρονου ανθρώπου και για την εκμετάλλευση του Θεού μετατρέπεται σε κοινωνική καταγγελία:

«People-what have you done?
locked him in his golden cage
made him bend to your religion
him resurrected from the grave»
(My God)

* * *

«Oh father high in heaven
smile down upon your son
who's busy with his money games
his women and his gun»
(Hymn 43)

          Στο «Aqualang» ακρογωνιαίος λίθος της ποιητικής γραφής των Jennie και Ian Anderson είναι η χρήση του ενεστώτα χρόνου. Χάρη σ' αυτόν η πραγματικότητα δεν είναι ούτε μυστηριώδης ούτε παράλογη. Ο ενεστώτας, ιστορικός και αφηγηματικός, σηματοδοτεί εδώ μια διπλή δημιουργία: δηλαδή, και επισημαίνει και επιβάλλει την κατακραυγή του δημιουργού. Ο ενεστώτας είναι τελικά η έκφραση μιας τάξης, μιας διηγηματικής εξοικείωσης:
«Sitting on a park bench
eyeing up little girls
with bad intent»

* * *

«Aqualang my friend
don't start away uneasy
you poor old son
you see it's only me»
(Aqualang)

          Στην ποίηση του Jim Morrison οι λέξεις άλλοτε πληγώνουν κι άλλοτε συγκινούν τους θαυμαστές των Doors. Οι νοηματικές αιχμές απαντώνται σχεδόν πάντα στους τελευταίους στίχους:

«And I'll say it again
I need a brand new friend»
(Hyacinth house)

* * *

«Tomorrow we end near the town
of my birth.
I want to be ready»
(The celebration of the lizard)

* * *

«Television children dead
bullet strikes the helmer's head
and it's all over, the war is over»
(Unknown soldier)

          Τραγουδώντας με μία απαράμιλλη εγγενή σεξουαλικότητα, ο Jim Morrison αγνοεί την υποταγή στο ηθικό πεπρωμένο και κραυγάζει:

«Θέλουμε τον κόσμο
και τον θέλουμε τώρα.»

Ο μηχανισμός εξωτερίκευσης του νοήματος στέκεται ολόγυμνος πάνω στη σκηνή όπως κι ο δημιουργός του. Οι κραυγές μοιάζουν με συντακτικές παραλλαγές της γλώσσας, με λεκτικές σχισμές, που ρυθμίζουν θεμελιακά τη γέννηση μιας άγριας και περίεργης αρμονίας. Με αυτόν τον τρόπο, ποίηση και μουσική των Doors κόβουν, ακρωτηριάζουν, αναστρέφουν και τελικά προκαλούν έναν άρτιο κατακερματισμό της σύγχρονης Δυτικής κοινωνίας. Έτσι, οι δύο αυτές εμπειρίες φανερώνουν πως η υπαρξιακή εγκατάλειψη επιβάλλεται με τρόπο μεταφυσικό και η ανθρώπινη ύπαρξη παύει να ρυθμίζεται από τη φυσιολογία της:

«The end of laughter and soft lies
the end of nights we tried to die
this is the end»
(The end)

* * *

«A cold girl will kill you
ιn a darkened room»
(Cars hiss by my window)

Με την εκρηκτική παρουσία των Rolling Stones η μουσική γίνεται πλέον πεπρωμένο. Αρκεί ένα τραγούδι τους, για να καθίσταται ο κόσμος άρτια αιώνιος. Στους στίχους των τραγουδιών του συγκροτήματος η γλώσσα φορτίζεται επικίνδυνα. Η γραφή των Mick Jagger και Keith Richards είναι μία γραφή καθαυτό επαναστατική:

«Hey: Think the time is right for a palace revolution
but where I live the game to play is compromise solution»
(Street fighting man)

* * *

«I ' m free to choose who I see any old time
          I 'm free to bring who I choose any old time
love me, hold me, love me, hold me
I'm free any old time to get what I want»
(I 'm free)

* * *

«Send me dead flowers by the US mail
say it with dead flowers at my wedding
and I won't forget to put roses on your grave
no I won't forget to put roses on your grave»
(Dead flowers)

Ο γραπτός και μουσικός λόγος του συγκροτήματος είναι μία φυσική αναπαράσταση της πραγματικότητας, καθώς με τα λεκτικά και φωνητικά της είδωλα αποδεικνύει πόσο είναι απαραίτητο να διαχωρίζουμε το σημαινόμενο από το ανάφορο. Το συγκρότημα κωδικοποιεί κι ο ακροατής αποκωδικοποιεί. Η σκηνική δράση του τραγουδιστή Mick Jagger απελευθερώνει τους προσωπικούς κόσμους των ανθρώπινων διαθέσεων και συναισθημάτων:

«She said 'my breasts they will always be open
baby, you can rest your heavy head on me
and there will always be a space in my parking lot
when you need a little coke and sympathy»
(Let it bleed)

* * *

«Wild horses couldn't drag me away
Wild, wild horses we'll ride them some day»
(Wild horses)

          Κι αν το πρόσφατο μεταπολεμικό παρελθόν της ανθρωπότητας είναι ουσιαστικά η ιστορία μιας απέραντης συνωμοσίας, η ποίηση του Bob Dylan, του μεγαλύτερου εν ζωή ποιητή της Αμερικής, συνιστά το πρώτο βήμα για την κατάργηση της στοχαστικής ατομικότητας:

«How does it feel
how does it feel
to be without a home
like a complete unknown
like a rolling stone?»
(Like a rolling stone)

Με την ποιητική ενασχόληση του Van Morrison, όποιες κι αν είναι οι συντακτικές της παραλλαγές, η γραφή ξεπερνά την περιοριστική ταυτότητα των απλουστεύσεων, ...δεν είναι παρά..., καθώς σ' αυτή συνδέονται αμιγώς η ρηματική δομή του στοχασμού και η πνευματική δομή του δημιουργού της:

«I saw the light of Ancient Greece towards the one
I saw us standing within reach of the sun
let go into the mystery of life
let go into the mystery
let yourself go»
(The mystery)

* * *

«We gonna ring doorbells and run
we gonna shake up the neighbourhood.
Lord, we're bound to have some fun
We gonna shake up the neighbοurhood
Lord, we're bound to have some fun»
(Street theory)

Συχνά, για να επιτύχουν το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα, ορισμένα συγκροτήματα καταφεύγουν σε ποιητές, που κινούνται εκτός των ορίων της «Rock πραγματικότητας», όπως συνέβη με τους Procol Harum, οι οποίοι στο LP «Grand Hotel» χρησιμοποίησαν στίχους του ποιητή Keith Reid:

«I 'm selling my memories
I 'm writing down
if no one will pay me
I 'll burn down the town
I 'll rent out an aircraft
and print on the sky
if God likes my story
then maybe he 'll buy»
(A rum tale)

          Παράλληλα, επειδή η αστική τάξη των μεταπολεμικών χρόνων επιχειρεί να ανατρέψει την ουσιοκρατική μυθολογία της ανθρώπινης ζωής και ύπαρξης, οι Pink Floyd αποφεύγουν το ηχητικό ή σημασιολογικό σύμβαμα, το οποίο θα συγκέντρωνε σε ένα μόνο σημείο την ουσία της ποιητικής τους προ όφελος μιας όχι σωστά κατανεμημένης απόλαυσης. Στους στίχους τους η ποιητική λέξη είναι μία πράξη χωρίς άμεσο μέλλον, μια κοινωνική πράξη, ένα πρόταγμα, ένα σύνολο από κοινωνικοποιημένα νοήματα:

«This is not how I am
I have became comfortably numb»
(Comfortably numb)

* * *

«So, so you think you can tell
Heaven from Hell,
blue skies from pain
can you tell a green field
from a cold steel rail?
a smile from a veil?
Do you think you can tell?
...
How I wish, how I wish you were here
we 're just two lost souls swimming in a fish bowl
year after year,
running over the same old ground
what have we found?
The same old fears
wish you were here»
(Wish you were here)

          Βέβαια, ακούει κανείς Rock για πολλούς και διάφορους λόγους. Ένας από αυτούς είναι, γιατί απομυθοποιεί το «Αμερικάνικο όνειρο» κι εμφανίζει διάτρητο το Αμερικανικό κοινωνικό σύστημα, που επιχειρεί να κατακλύσει τη ζωή και τον πολιτισμό μας. Αυτό άλλωστε καταγράφει κι ο Bruce Springsteen στο LP  «Born in the U.S.A»:

«Born down in a dead man's town
the first kick I took when I hit the ground
you end up like a dog that's been beat too much
till you spend half your life just covering up»
(Born in the U.S.A.)

          Ακούει κανείς Rock, γιατί οι στιχουργοί του μιλούν και τραγουδούν συνήθως απλά κι όσο μπορούν αληθινά για έναν τρόπο ζωής στον κόσμο των ευκαιριών, του υλισμού, του καταναλωτισμού και της αποπροσωποίησης. Ενός κόσμου πολύ δυσάρεστου, πολύ αποκλεισμένου, πολύ blue:

«I want somebody to love
I get by with a little help from my friends
yes I get by with a little help from my friends
with a little help from my friends»
(Beatles - A little help from my friends)

* * *

«You could have been more
than a name on the door
on the thirty third floor in the air
more than a credit card
swimming pool in the back yard»
(Joni Mitchell - The arrangement)

* * *

«Woman is the nigger of the world
think about it
do something about it»
(John Lennon - Woman is the nigger of the world)

          Η ουσία της Rock ποίησης είναι να τσακιστεί η συνείδηση του ανθρώπου, που έχει μεταμορφωθεί σε «πράγμα» από τη δομή των σύγχρονων κοινωνιών της Δύσης. Ο ορίζοντας της ποιητικής γλώσσας είναι χωρίς όρια. Διευρύνεται με κάθε νέα δημιουργία ως ανοιχτή οδός προς την πραγματική επικοινωνία, προς το εφικτό όραμα, προς την κυριαρχική βούληση της ανθρωπιστικής φαντασίας. Έτσι, εκπληρώνει το μέγιστο προορισμό της, ο οποίος συνίσταται στη χαρτογράφηση της πραγματικότητας και, συχνά, στην προσπάθεια προς έναν καλύτερο μετασχηματισμό της.

Γιάννης Πολιτόπουλος