Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Ο έρωτας ως βιωματική υφή


      Αναμφιρήστως, ακρώρεια κι ακροθίνιον των  συνειρμών περί του έρωτα συνιστούν τρεις βασικές προυποθέσεις: το αυτεπίτακτον, το εθελόθυτον και το εθελότρεπτον. Γιατί ο έρωτας είναι κέλευθος και οικειοπραγία. Ένα συναισθηματικό βίωμα πανταχηκινητικόν.
      Ως εγγενές και άπεφθο φυσικό αίσθημα, ο έρωτας γεννιέται θελξίπικρος μα και όβριμος. Η αφορμή σπανίως καταγράφεται και το θέμεθλό του είναι πάντα προς αναζήτηση. Έτσι, ως τέτοια πραγματικότητα καθίσταται ελέγξιμη πάντα κατά προσέγγιση.
       Χαρακτηρίζεται μάλιστα, συχνά, από αμετροέπεια ή ανθρωπιστική λύμη. Καθώς κυριεύει κι ακραγγίζει  τα ανθρώπινα πρόσωπα, ασκεί σε αυτά μια τυχοδιωκτική απληστία κι επιζητά την ανταπόκριση. Κι ασφαλώς, η εσχατολογία του είναι πάντα ειδυλλιακή.
       Για να εγκατασταθεί όμως στη διαχρονία της ζωής και στην όμορη μοίρα δύο ανθρώπων, χρειάζεται ο καθένας να αντιλαμβάνεται πως ερωτεύεται το συγκεκριμένον του άλλου, πως κατανοεί την αλλότρια αγολαγνία, πως επιχαίρει την αρσενική ή θηλυκή ιδιαιτερότητα, πως βιώνει ως πραγματικότητα και ύπαρξη την απουσία και πως περιορίζει τη φιλομυθία καθενός για το έτερο παρελθόν.
       Διότι ο έρωτας είναι λυσιτελής και αποτελεί το λυκαυγές του θαμάσματος της αισθηματικής μεταρσίωσης που πλαστουργείται όπως το λυκαυγές που προπίπτει στη γη. Μορφοποιεί μάλιστα την πρόπτυξη και την πρόπτωση της σοφολογιότητας και του σχολαστικισμού κλυδωνίζοντας τη λήθη, όταν σοβεί το καρσί. Τότε, καθίσταται καθείς έτοιμος να συμμετέχει στο χαρίτερπνο της ερωτικής συνεύρεσης.
        Κι ας σημειωθεί ακόμη ότι πρέπει να περιορίζεται στο ελάχιστο η υλόφρονη και χαμαίζηλη ατομική νοοτροπία. Αφού ο έρωτας είναι συμβιβαστικός κι ενδοτικός. Λογοκρατεί μάλιστα στο επιθυμητικόν ή στο θυμοειδές, απορρίπτοντας τη σύγχρονη συλλογική λογική της αγγαρείας. Ως διαλεκτικό συναμφότερο ο έρωτας ρέπει προς το συνέρημο και προς την αντιπροσφορά. Κι είναι συνύπαρξη ψυχική και σωματική δίχως αύξοντα αριθμό φθινούσης νοημοσύνης. Με συγκριτικό πλεονέκτημα προς κάθε άλλο ανθρώπινο βίωμα τη θωπεία και τη συνέκδημη αλλά συναίσθητη και εύτονη σεξουαλικότητα.
         Ακροτελεύτιο επομένως συμπέρασμα περί έρωτος συνιστούν η επιβεβαίωση της επικοινωνίας και η επανέναρξη της αυτόκεντρης επιθυμίας. Με πρωταρχικό πάντα σκοπό τη δαψίλεια συνεισφορά στο φαντασιακό του συντρόφου, που τον βοηθά με την αρωγή της να μην ακρωτηριάζεται ούτε και να αναιρεί την προσωπικότητά του. Γιατί τελικά, ο έρωτας πραγματώνεται ως μέγιστος λόγος ύπαρξης στα χείλη της απεραντοσύνης.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Τρίτη, 1 Δεκεμβρίου 2009

Η υπόγεια διαδρομή των λέξεων


Οι λέξεις είναι το ισχυρότερο όργανο δημιουργίας. Κάθε πιθανός συνδυασμός τους έχει την απόλυτη, τη μοναδική δύναμη να ονομάσει τα πράγματα και τα φαινόμενα, θεμελιώνοντας έτσι τη βάση της ανθρώπινης σκέψης.
Είναι άλλωστε παραδεκτό σήμερα πως η δημιουργία προηγείται της γνώσης.
Στις σχισμές της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής η μαγεία των λεκτικών συνόλων μετασχηματίζει την κατακερματισμένη ανάγκη των ανθρώπων για πλήρη σιωπή. Σε μια εποχή που όλα μοιάζουν να έχουν ειπωθεί, κάθε λεκτικό πυροτέχνημα υπερασπίζεται με πάθος τη δημιουργία των πιο ζωντανών και άμεσων σχέσεων.
Η απαίτηση της τέχνης του καιρού μας είναι η απαλλαγή από κάθε προκατασκευασμένο σχέδιο. Η εμμονή στην κυριαρχία της μορφής χρησιμεύει στην επανεισαγωγή μιας εναλλακτικής ηθικής ως μέσο αισθητικής έκφρασης. Όμως η μορφή παρά τις άπειρες δυνατότητες που απλόχερα προσφέρει, είναι εφευρετικά αντιφατική. Γιατί ακόμη κι όταν η αναγκαιότητα είναι μηδενική, η συμμετοχή της πρωτοτυπίας παραμένει ζωντανή.
Η ανθρώπινη βούληση είναι πάντα εξαναγκασμός. Τόσο οι λέξεις όσο και η σιωπή παραμένουν στη λογοτεχνία προϊόντα του ενστίκτου της κυριαρχίας.
Είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πως χωρίς την εναλλαγή των λεκτικών σχημάτων και της σιωπής όλα είναι μονότονα. Παραμένει όμως απεριόριστα απάνθρωπο να πιστεύει κάποιος ότι όλες οι λέξεις που γεννιούνται στα ανθρώπινα χείλη, πρέπει να έχουν κάποιο νόημα.
Αυτή είναι η άποψη των πολιτικών ή των δικηγόρων, που επιχειρούν καθημερινά να δημιουργήσουν το βασίλειο των σκοπών και της ενοχής.
Πραγματικά, τι είναι λογοτεχνία, αν όχι αυτός ο υπέροχος κόσμος, στον οποίο οι λέξεις βρίσκουν επιτέλους την πιο ταιριαστή μορφή τους.
Γι’ αυτό είναι απαραίτητο να μην υποβαθμίσουμε τη λογοτεχνία σε απλή ανθρώπινη προσπάθεια, που όπως και πολλές άλλες, υπακούει στην παράλογη επιθυμία να δώσει στη ζωή τη μορφή και το νόημα που δεν έχει.
Η λογοτεχνία πρέπει να αφεθεί ελεύθερη να ζήσει τον επικίνδυνο έρωτά της ανάμεσα στη διαδρομή των λέξεων και στην ασκητική δύναμη της σιωπής. Να γίνει ένα πλάσμα ανθρώπινο, ένα σώμα αληθινό. Ένα πάθος συλλογικό πέρα από τα όρια κάθε άρνησης, προσαρμοσμένη στη γοητεία του άγρυπνου ρυθμού των άπειρων καθημερινών ήχων.

Γιάννης Πολιτόπουλος