Βράδυ. Ένα μικρό φως ταλαντεύεται για λίγο στο σκοτάδι. Κύματα οι διαβάτες στην προκυμαία. Σε λίγο η πανσέληνος διαχέεται στην ακροθαλασσιά. Γυμνή νυκτωδία σωπαίνει τη πλάση. Σα φιλί άλλης εποχής. Σιωπηλό, έντιμο, βέβαιο για τη δύναμή του. Άξαφνα, ένα ανθρώπινο χέρι γράφει :

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2019

Η πρώτη κοινή ανάσα



          Συμβαίνει προς τα τέλη του μεσημεριού λίγο μετά το πέρας του πρώτου μισού του χειμωνιάτικου σώματος.
          Μιλώ για τη γραφή που αναδύεται στο φως από την ενανθρώπιση των άυλων σκέψεων.
          Για τις στιγμές εκείνες που οι λέξεις συναντώνται για πρώτη φορά στην υλική κατεύθυνση της πρωτόλειας αναπνοής τους.
          Αφού το βλέπετε κι εσείς πως, όταν οι λέξεις συνενωθούν κι αποτελέσουν το πρωτογενές κείμενο μιας ενσάρκωσης στα χείλη, τότε η αυθεντικότητα μιας κοινής εμπειρίας δημιουργείται συνταράσσοντας κάθε υλοποίηση γραφής.
          Πρόκειται γι’ αυτό που και τώρα συμβαίνει μαζί μας, καθώς με αφορμή ετούτη τη γραφή μία ανάσα φιλίας ανασαίνει βαθιά, απλώνοντας στο μέλλον την πιο ευγενική αναγέννηση των συναισθημάτων.
          Και μοιάζει όμοια μ’ εκείνη την παλιά ανάσα, η οποία κάποτε κύλισε ανάμεσα στα πλήθη των ανθρώπων, οι οποίοι ενδέχεται να μην είχαν ποτέ τους πριν ούτε την παραμικρή επαφή.
          Αλλά από τότε υπάρχουν μαζί στην πιο όμορφη θάλασσα της φιλίας.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

Το φόρεμα


          Βροχερό πρωινό. Ακριβώς τη στιγμή που δύο ηλιαχτίδες προσπόρισαν τη χθεσινή σιωπή.
Ήρθε. Χαμογελώντας όπως πάντα. Κρατούσε στα χέρια της με πάθος ένα φόρεμα. Το φόρεμα που έντυνε τα όνειρά της έναν ολόκληρο μήνα.
          Το άγγιζε, το βίωνε, σα να επρόκειτο να το φέρει στην πιο ιδεώδη στιγμή του μέλλοντος. Ήταν στα χέρια της. Το φόρεμα με τη γαλανή επιθυμία των ματιών της.
          Θα έπρεπε να περπατήσει γυμνόποδη στην άμμο φορώντας μόνο αυτό. Θα έπρεπε φορώντας το να γίνει το αμμουδερό ιχνογράφημα κάθε αγάπης, κάθε προσδοκίας, κάθε ερωτικού κυματισμού.
          Γυμνή από κάθε αρνητικό συναίσθημα και η ίδια, γυμνή μέσα στη γυμνότητα του φορέματος.
          Κι εκεί, στην άκρη της θάλασσας, θα ήταν επιτέλους έτοιμη να αντιπαρατεθεί με τον ήλιο.
          Μια μονομαχία ανάμεσα σε δύο φυσικές ομορφιές. Μια αναμέτρηση ανάμεσα στις λέξεις που περιγράφουν την καθεμιά τους.
          Μια αναμέτρηση της ομορφιάς με την ομορφιά.
          Κι όταν τα χρώματα του δειλινού θα έβαφαν τον ουράνιο καμβά, δε θα υπήρχε τίποτα στον κόσμο, που να μπορεί να αντισταθεί στο λιόγερμα του φορέματος με το γυμνό αλαβάστρινο κορμί.
          Καθώς έτσι γίνεται, όταν η ζωή ενδίδει στις λογοτεχνικές εκδοχές της ομορφιάς.
          Κι είναι τότε που η θάλασσα ενδυναμώνει το παραλήρημά της κι υποδέχεται στη γλαυκότητα των κυμάτων της το άγνωρο, το πρωτότυπο, το μοναδικό.
          Δεν υπάρχουν τότε λέξεις, δεν υπάρχουν φωτογραφίες, που να αντέχουν να αποδώσουν την τελειότητα ενός κορμιού που αγναντεύει το μέλλον τρέχοντας στην άμμο του καλοκαιριού.
          Κι η πλάση ξαναβρίσκει την πίστη της στην ομορφιά. Και χαμογελώντας στα χείλη του ανέμου της χαράζει φιλιά στο θηλυκό κορμί και κεντά με δάκρυα χαράς το φόρεμα που τόσο πολύ είχε επιθυμήσει να το επιθυμήσουν.
          Το φόρεμα που η κοπέλα κρατούσε ένα βροχερό πρωινό με τη βεβαιότητα της εφηβείας.
          Το φόρεμα που επρόκειτο για λίγο να στολίσει μία ντουλάπα με τα όνειρά του, πριν ξεχυθεί στο θηλυκό σώμα και συνοδεύσει στην άμμο τα γυμνά του βήματα, τις γυμνές του λέξεις και τα ερωτικά βλέμματά του στον ήλιο.
          Το φόρεμα που θα έπαυε να είναι ένα απλό χρηστικό αντικείμενο και θα γίνονταν ένα με τη θηλυκότητα που το επέλεξε ανάμεσα σε τόσα άλλα.
          Γιατί είναι γραφτό, ένα αντικείμενο πάντοτε, μία λέξη μόνο, ένα βλέμμα, ένα φιλί να υπερβαίνει τα ανθρώπινα.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Ο ρεμβασμός των αισθήσεων

    Είναι εκείνη. Και το φως. Είναι η κοπέλα της ανυπέρβλητης αγάπης. Η κοπέλα που αγνοεί τον άνεμο, η κοπέλα που φαντασιώνει τον ουρανό. Είναι ξαπλωμένη ανάσκελα μέσα στο χρυσάφι του κίτρινου φωτός. Τα μάτια της είναι ερωτευμένα με την απεραντοσύνη του φωτός. Έξω η θύελλα αποκοιμήθηκε μαζί με τον άνεμο. Η θάλασσα είναι μακριά. Στους δρόμους άρχισαν να περνούν οι διαβάτες.
   Από τότε που έρχεται εκείνος, ο άγνωστος εραστής της, κάθε νύχτα η κοπέλα βγαίνει στη βεράντα. Κοιτάζει. Κοιτάζει το φως του φεγγαριού, κοιτάζει τους διαβάτες με την υπεροψία μιας λήθης, μιας διαρκώς απεγνωσμένης επιθυμίας που επρόκειτο να πραγματωθεί. Όταν εκείνος έρχεται, αρχίζουν να κλαίνε μαζί. Τα κορμιά τους τραντάζονται από τους λυγμούς. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι έχουν πιει. 
   Εκείνη είναι κοντά του, σχεδόν τον αγγίζει. Αγγίζει αυτόν τον άγνωστο εραστή που αρνείται να ονομάσει. Δεν του δίνει κανένα όνομα, γιατί μόνο έτσι δε θα τον χάσει ποτέ της. Άλλωστε, πάντα αναρωτιόταν, γιατί οι άνθρωποι θέλουν να ονομάζουν τα πάντα.
   Ζουν μία ευτυχία που δεν είχαν γνωρίσει ποτέ ως τότε. Την ευτυχία να είναι μαζί μπροστά στην ακίνητη καταιγίδα του ηλιακού φωτός. Και να μπορούν να κλαίνε ή να γελάνε. Εκείνος θα ήθελε να τη δει να κλαίει πολύ, υπερβολικά, όπως κλαίει κι αυτός. Θα ήθελε να βγαίνουν λυγμοί από τα κορμιά τους, χωρίς να ξέρουν γιατί. Θα ήθελε να κάνουν έρωτα χωρίς να ξέρουν γιατί, χωρίς να δεσμεύονται από κάποια ιδέα έξω από την ιδεατή γη της ένωσής τους.
   Κλαίει κι εκείνη μαζί του και ταυτόχρονα γελά με αυτό που της ζήτησε. Γιατί ανακαλύπτει ότι δεν έχει κλάψει πολύ στη ζωή της ως τώρα. Χρειάστηκε να συναντηθούν, για να μπορέσει να το κάνει. Του λέει ότι τώρα που μίλησαν για το κλάμα, δεν είναι πια τόσο άγνωστοι ο ένας στον άλλον.
   Η κοπέλα ξαπλώνει κατάστηθα στο πάτωμα, Κλαίνε και πάλι μαζί. Κλαίνε όπως θα ερωτευόντουσαν. Εκείνος της λέει ότι αυτό τον βοηθά να αντέξει την παρουσία της στο δωμάτιο, να αντέξει στην ιδέα ότι μία γυναίκα ταυτίζεται στα μάτια του με την ομορφιά.
  Έξω, το φεγγάρι αναζητά ήδη τον καλύτερο εαυτό του και η κοπέλα σφαλίζει τα μάτια έχοντας στο όνειρά της τα χείλη του. Η κοινή ζωή τους ανασαίνει ξανά. Τα μάτια της πάλλεται στις αντανακλάσεις των βλεμμάτων του.
   Η κοπέλα βιώνει το πάθος, την έκσταση, το φως, την υπερβολή του έρωτα. Το σώμα της είναι πια η νησίδα του φεγγαριού. Έγινε ένα με τον ουρανό, με την πανδαισία των ονείρων της, με το απροκάλυπτο φως των μύχιων αισθήσεών της. Το γνωρίζει πλέον πως η φυγή δεν αποτελεί τη λύση του έρωτα. Εκείνος αγγίζει τα χέρια της με το πλέον ανεξίτηλο βλέμμα του. Η κοινή ζωή των ονείρων τους αρχίζει ακριβώς τη στιγμή του πρώτου φιλιού τους. Η γραφή είναι πια το κοινό μέλλον τους.

Γιάννης Πολιτόπουλος