Bράδυ. Μικρό δωμάτιο παλιού σπιτιού με παράθυρο προς τη θάλασσα. Δεξιά στη γωνία, ένα παλιό κρεβάτι στρωμένο με ένα λευκό σεντόνι. Απέναντι, κάτω από το μεγάλο σκονισμένο καθρέπτη ένα μικρό κομοδίνο. Επάνω σ’ αυτό ένα κερί σβηστό. Σκοτάδι. Μια γυναίκα, νέα και όμορφη, με άσπρο φόρεμα, είναι ξαπλωμένη στο κρεβάτι. Ησυχία. Ξαφνικά, μια λουρίδα φεγγαρίσιου φωτός φωτίζει ελαφρά το δωμάτιο. Σε λίγο το φως μετατρέπεται σε φωνή. Λέει:

Τετάρτη, 13 Σεπτεμβρίου 2017

Το φως των αστεριών

   Κάτω από τη μονοκρατορία της σιωπής του ο άντρας με τα αστείρευτα μάτια ξεκίνησε να περπατά κατά μήκος της παραλίας αγνοώντας κι ο ίδιος τι ακριβώς αναζητά.
   Ίσως ένα κύμα διαίσθησης είχε ενθρονίσει στη ζωή του την απεραντοσύνη μιας αβεβαιότητας, ικανής να πλήττει ακόμη και τις πιο μύχιε σκέψεις του.
   Άξαφνα η ζωή του φωτίστηκε στη νοητή προέκταση του βλέμματός του από χιλιάδες αστέρια, το φως των οποίων λειτουργούσε πάντα στη ζωή του ως σημείο εκκίνησης της πιο αληθινής φαντασίας.
   Ο άντρας άπλωσε τα νοητά χέρια του ψυχικού βλέμματός του και ενθρόνισε στη σκάλα του μέλλοντός του την πρωτόλεια σκέψη των αναζητήσεών του.
   Με τα χείλη του την εμφύσησε στον εναέριο κόσμο των αστεριών, απολύτως βέβαιος ότι μία άλλη αδερφή ψυχή θα τη συναπαντήσει. Το αποτέλεσμα το άφησε στην αέναη δικαιοδοσία του φωτός των αστεριών.
   Κι ήταν, όπως εξάλλου είναι και σήμερα, απολύτως πεπεισμένος πως θαύμα δίχως τον άνθρωπο δε γίνεται.

Γιάννης Πολιτόπουλος  

Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Η μοιραία συνάντηση

Συνέβη στη ζωή της γυναίκας, όταν εκείνη δεν το περίμενε. Συνέβη απροσδόκητα, όπως συμβαίνουν συνήθως τα γεγονότα που καθορίζουν τη ζωή των ανθρώπων. Γιατί όλοι  βιώνουν το αναπάντεχο εξαιτίας της θνητής ύπαρξής τους.
Στη γυναίκα αυτή συνέβη να γίνει το πρόσωπο της γραφής ενός συγγραφέα.
Όλα συνέβηκαν, όταν η γυναίκα βρέθηκε στο αεροδρόμιο Kennedy της Νέας Υόρκης πηγαίνοντας προς το Λος Άντζελες.
Καθώς περίμενε υπομονετικά την πτήση της απολαμβάνοντας έναν καφέ, την είδε για πρώτη φορά ο συγγραφέας που τυχαία είχε βρεθεί στον ίδιο χώρο ψάχνοντας κάτι να τον εμπνεύσει, γιατί είχε πολύ καιρό να γράψει.
Κι όταν το βλέμμα του έπεσε πάνω στη γυναίκα αυτή, οι φλέβες του δεξιού χεριού του άρχισαν να χτυπούν όσο ποτέ άλλοτε στο παρελθόν. Γιατί η γυναίκα αυτή ήταν μοιραία έχοντας μία Αρχαιοελληνική ομορφιά σε όλα τα χαρακτηριστικά του σώματός της. Η ομορφιά της δεν ήταν καθόλου κοινότυπη, καθόλου συνηθισμένη. Ήταν αρμονική και συμμετρική από την κορυφή μέχρι τα νύχια. Η γυναίκα αυτή ήταν σαν να είχε βγει από τα σπλάχνα μίας Αρχαιοελληνικής τραγωδίας.
Ο συγγραφέας δεν άντεχε να την κοιτάζει άλλο από μακριά. Έβγαλε το παλιό σημειωματάριό του κι έγραψε μόνο γι’ αυτήν:

Εκεί
ανάμεσα στα μάτια της
εκεί
στην υπερβολή
της τέλειας θηλυκότητάς της
η αγάπη
βιώνει τον ερχομό
ποθώντας ένα της φιλί

          Όταν τελείωσε τη γραφή, ο συγγραφέας σηκώθηκε από τη θέση του, την πλησίασε εκστασιασμένος και της πρόσφερε το σημειωματάριό του χωρίς να πει κάτι.
          Η γυναίκα δεν έδειξε να ξαφνιάζεται από την απροσδόκητη κίνηση του συγγραφέα. Πήρε στα χέρια της το ανοιχτό σημειωματάριο και διάβασε το μικρό ποίημα που είχε γραφτεί γι’ αυτήν, αποκλειστικά για την ίδια.
          Το διάβασε δύο φορές κι έπειτα ανασήκωσε το βλέμμα της, κοίταξε τον συγγραφέα, του χαμογέλασε και του είπε με γλυκιά φωνή:
-         Τι απλό, τι όμορφο! Θα ήθελα να με συνοδέψει στο ταξίδι μου.
-         Με θέλετε κι εμένα; Ρώτησε δειλά ο συγγραφέας.
-         Ναι, αρκεί να γράφετε μόνο για μένα! Απάντησε η γυναίκα.
Στο αεροπλάνο ο συγγραφέας πετούσε στα σύννεφα μαζί της.

Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

The day of silence

As long as Kids die
my words are nothing

As long as kids are hungry
my dreams are naked

As long as kids can’t dream
my feelings are tears

We are nothing
while kids can’t laugh

We need the day of silence
until we stop the nothing

Hey Friends, look at the sun,
a light burns our wrongs

Yannis Politopoulos

Κυριακή, 27 Αυγούστου 2017

Η μικρή απώλεια

          Ένας τριγμός στα σωθικά της γλώσσας είναι συχνά αρκετός, για να καταχωρηθεί μια κατάσταση ως γενόμενη στη ζώσα μνήμη ενός ανθρώπου.
          Και προέκυψε ως τέτοιος ο τριγμός μιας παράλληλης σχέσης με τα πράγματα στη ζωή της γυναίκας εκείνης που συνήθιζε να χάνει ή να ξεχνά αντικείμενα.
          Οι απώλειες συνήθως δεν της είχαν επιφέρει κανένα άλλο συναίσθημα παρά μόνο μια στιγμιαία ποικιλία λύπης.
          Όμως το πιο μικρό, το πιο ασήμαντο και καθημερινό αντικείμενο στάθηκε ικανό να εκκινήσει πληθώρα γεγονότων κι έξαρση συναισθημάτων. Ουσιαστικά αποτέλεσε το έναυσμα αλλά και την πλοκή της ιστορίας.
          Ζώντας σε μια πόλη χωρίς κανένα ιδιαίτερο χρώμα πλην του εναπομείναντος γαλάζιου της θάλασσας, η γυναίκα αυτή, το ίδιο όμορφη και στον ήλιο και στο φεγγάρι απώλεσε για ακόμη μία φορά τον αναπτήρα της.
          Φυσικά, αυτή η απροσεξία της δεν της άλλαξε κανένα σχεδιασμό. Δεν ήξερε όμως, Αγνοούσε ακόμη πως ο μύθος ενυπάρχει σε κάθε αντικείμενο.
          Ήταν ένα μικρό κόκκινο αναπτηράκι που πολλές φορές είχε σφίξει στην παλάμη της. Και η αίσθηση αυτή της είχε αρέσει, καθώς ήταν αθώα και συνάμα ολοκληρωτική. Και καθώς η απώλεια αυτή ταυτίστηκε χρονικά με την επάνοδό της στην απροστάτευτη ζωή των δρόμων.
          Γιατί μετά από μία περίοδο πλησμονής και εσωτερικής αναζήτησης η γυναίκα περπάτησε ξανά στους δρόμους της πόλης αναζητώντας υποσυνείδητα την πραγμάτωση ενός μύθου.
          Η βόλτα που επιχειρούσε, ήταν σαν την πορεία ενός γυναικείου χεριού στο γνώριμο μέτωπο ενός παιδιού, του δικού της παιδιού.
          Και μάλιστα, η πορεία της γυναίκας, αυτό το στροβίλισμά της στις εκδοχές των δρόμων της πόλης συνοδεύτηκε από σκέψεις που κύλισαν μέσα της με ένα ρυθμό ασυνάρτητης ουράνιας βροχής.
          Μέχρι την απροσδόκητη στιγμή που πάτησε ένα αντικείμενο και σκύβοντας να δει τι ακριβώς ήταν, διαπίστωσε πως είχε χαλάσει άθελά της ένα αναπτηράκι σαν το δικό της αλλά σε άσπρο χρώμα. Ένα αναπτηράκι που κάποιος άλλος είχε χάσει, όπως κι η ίδια.
          Αυτή η ξαφνική της ταύτιση με τη ζωή και τη συμπεριφορά ενός άλλου, ενός άγνωστου ανθρώπου κατέστη ξαφνικά ικανή να μεταστρέψει τη δική της συμπεριφορά.
          Η γυναίκα πήρε το χαλασμένο πια αναπτηράκι, το σκούπισε με το μαντήλι της και το έσφιξε με αγάπη μέσα στην παλάμη του χεριού της.
          Ήταν η στιγμή που αποφάσισε πως ποτέ πια δε θα έχανε ένα προσωπικό αντικείμενο.
Γιάννης Πολιτόπουλος  

Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

Η πρωτόλεια αλλαγή

          Μέχρι εκείνη τη στιγμή πάντα νόμιζε λάθος. Λάθος οι σκέψεις, λάθος οι  υποσχέσεις, υποθετικές οι αναζητήσεις και ουτοπικές οι απαντήσεις της.
          Δεν είχε κατορθώσει ποτέ να υπερβεί την επιφάνεια των πραγμάτων. Έτσι, αγνοούσε ακόμη την τιτάνια δύναμη εκείνου του σημείου της τελειότητας στο πόδι της. Εκεί όπου μια φεγγαραχτίδα είχε κάποτε εναποθέσει το δάκρυ μιας παλιάς αλλά αυθεντικής ελπίδας.
          Το σημείο εκείνο που ήταν η απαρχή μιας ακόμη έμπνευσης για τη γραφή του σώματος.
          Το σημείο της τελικής κατάφασης της γραφής σε ένα απροσδόκητο μέλλον που περίμενε καιρό να διεισδύσει στο βλέμμα της.
          Άλλωστε, πολλές φορές είχε ταλαντώσει τα ελαστικά της δάχτυλα με τα πράσινα νύχια δείχνοντας προς το εμβρόντητο παράθυρό της Άνοιξης.
          Με τον τρόπο αυτό η καρδιά της πετούσε στη μοναξιά του τυχαίου ζευγαρώματος. Εκεί πρωτοσυναντούσε σκέψεις και σιωπές της πιο καταγάλανης θάλασσας.
          Όπως τότε που το τριπλό χάδι του ανέμου αγκάλιασε ένα γυμνό όνειρό της τυλίγοντάς την στη συμμετρία της πιο τέλειας ζωής. Γιατί δεν άργησε να φιληθεί από καυτά χείλη το σημείο της θηλυκής της τελειότητας ακριβώς εκεί, πάνω από το φιλντισένιο αστράγαλο του δεξιού ποδιού της.
          Ήταν ένα φιλί λατρείας, ένα φιλί παθιασμένο με τη βεβαιότητα της ομορφιάς. Ένα σάρκινο φιλί που κράτησε για ώρα μετατρέποντας τη γυναίκα σε απόλυτη θεά της θηλυκότητας.
          Από την ώρα της πραγμάτωσης της πράξης αυτής, η γυναίκα δεν έκανε ποτέ πια λάθος. Γιατί βίωνε σε όλο το σάρκινο πέπλο της αστείρευτης θηλυκότητάς της την απόλυτα δικαιολογημένη έπαρση της ύπαρξης που αξίζει να αποθεώνεται όπως κάθε φυσικό θαύμα που εισχωρεί στο ανθρώπινο βλέμμα.
          Δεν υπήρχαν πια ούτε ερωτήσεις ούτε απαντήσεις. Η θηλυκότητα είχε απομακρύνει κάθε πιθανό λάθος από τη ζωή της γυναίκας.
          Τα φιλιά εναλλάσσονταν στα πόδια της σαν καλοκαιρινές ηλιαχτίδες που ζωγραφίζουν στην άμμο.
          Η γυναίκα ήταν αδύνατο να μετρά τα άπειρα βλέμματα θαυμασμού που κατέληγαν στα πόδια της ικετεύοντας σιωπηλά ένα δικό της πασίχαρο βλέμμα.
          Τις νύχτες μάλιστα ακόμη και οι φεγγαρένιες αχτίδες τρεμόπαιζαν πάνω στα πόδια της νανουρίζοντας τη θηλυκότητα των ονείρων της.
          Και κάθε πρωϊνό η γυναίκα ετοιμάζονταν με ένα διάπλατο χαμόγελο να βιώσει ακόμη μια ημέρα αποθέωσης, ακόμη μια ημέρα μακριά από τα λάθη του παρελθόντος ως η θεά της πιο πρωτόλειας θηλυκής αλλαγής.

Γιάννης Πολιτόπουλος