Πέμπτη, 20 Ιουλίου 2017

Μικρό ξεχασμένο βιβλίο

          Λιοπύρι ενεδρεύει στην άκρη του βλέμματος του άνδρα, τα μάτια του οποίου έχουν ενθρονιστεί το καταμεσήμερο στην άκρη της παλιάς σπιτικής βιβλιοθήκης.
          Ένα μικρό βιβλίο τραβάει την προσοχή του και προσελκύει τη μεσημεριανή αρμονία της εμβρόντητης ψυχής του.
          Τότε ανταποκρίνεται άμεσα στη συναισθηματική παρόρμηση κι αγγίζει το βιβλίο.
          Μοιάζει περίεργο αλλά το βιβλίο αυτό δεν έχει ούτε τίτλο ούτε συγγραφέα. Ίσως και να μην έχει εκδοθεί ποτέ πραγματικά. Κι όμως είναι τόσο αληθινό στο άγγιγμά του.
          0 νεαρός άνδρας δε χρονοτριβεί καθόλου. Με μάτια διάπλατα το αγγίζει κι αρχίζει να το ξεφυλλίζει.
          Το βλέμμα του μοιάζει να καίγεται από αγωνία, έκπληξη αλλά κι από απροσδιόριστη χαρά.
          Αμέσως διαβάζει τυχαία :

Τις πίσω, τις ακραίες σελίδες
τις είχε ξεχάσει

Σαν από αμετανόητο μονόκλ
ξανάρθαν στο βλέμμα του

Μόνο που τώρα όλα αφήνουν φως
στην αμεριμνησία τους

Και κυρίως γι’ αυτό οι λέξεις
δεν αρκούν, δεν ολοκληρώνουν το αύριο

          Κι όμως, σκέφτεται σιωπηλά ο άνδρας, αυτό το δίχως τίτλο ποίημα, το άχρωμο κι άοσμο, το περίεργο, ενέχει τη μυστηριώδη άτιτλη δύναμη χιλιάδων σκέψεων κι άπειρων ονείρων.
          Αφού συχνά το άτιτλο είναι και γενεσιουργό και προπάντων ενδυναμώνει τη διάθεση του αναγνώστη για δημιουργική, συμμετοχική ανάγνωση.
          Το δεύτερο ποίημα που άτιτλο κι αυτό το συναντά ο άνδρας με το τυχαίο άνοιγμα μιας άλλης σελίδας, είναι μικρό κι ακριβώς γι’ αυτό το ονομάζει : Το λεκτικό χάδι.

Άτιτλες στιγμές εμπνέουν
Ποίηση

Αρμονικές πηγές αγάπης
ενώνουν

Κανένας άνεμος δε συγχωρεί
τη λήθη

Καθώς η καλοκαιρινή νύχτα πλησιάζει, ο άνδρας επιστρέφει στη μοναχική του αναζήτηση της ανανέωσης των μοναχικών περιπλανήσεών του. Η Ποίηση μπορεί να περιμένει τις αυριανές ηλιαχτίδες της αιωνιότητάς της.


Γιάννης Πολιτόπουλος 

Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Το αθέατο όνειρο

Κατακαλόκαιρο. Δίπλα στη γαλάζια θάλασσα ένα μικρό κορίτσι ταλαντεύει το καθάριο, το αγνό παιδικό του βλέμμα στην απεραντοσύνη του ορίζοντα.
          Είναι το κορίτσι του περιάκτη ανέμου, το ξανθό κορίτσι των πιο στοχαστικών ονείρων. Είναι το κορίτσι που πρόκειται να κατακτήσει το γαλάζιο μέλλον.
          Στέκεται εκεί, πάνω στη χρυσή αμμουδιά των καλοκαιρινών ονείρων της, και τα διάπλατα καστανοπράσινα μάτια της επιχειρούν το αδύνατο, το ακατόρθωτο, το ελκυστικό. Επιχειρούν να συνδέσουν τη ζωή με το όνειρο, το ξανθό φως με το γαλάζιο του θαλασσινού νερού.
          Φορά ένα λινό γαλάζιο φόρεμα κεντημένο με τις παιδικές της επιθυμίες.
          Καμιά φορά που το βλέμμα του ξεστρατίζει από την απεραντοσύνη, το κορίτσι ζωγραφίζει στην άμμο τις λέξεις που αγαπά πιο πολύ.
Κι έπειτα, τις διακοσμεί με κοχύλια και τις αφήνει να περιμένουν να τις λούσει με τις ασημένιες λουρίδες του το φεγγαρόφωτο που τη νύχτα θα διαδεχτεί το ξανθό φως των ηλιαχτίδων.
          Οι λέξεις αυτές που τις χαϊδεύει τη μέρα το γαλάζιο κύμα της θάλασσας είναι: ευτυχία, αγάπη, απεραντοσύνη και όνειρο.
          Γράφει μόνο αυτές, γιατί το μικρό κορίτσι γνωρίζει πως μόνο η σταθερότητα και η εμβάθυνση των συναισθημάτων και των ονείρων της αποτελούν τη μεγαλύτερη εγγύηση για την προσπάθεια που μόλις τώρα ξεκινά στη ζωή της, δηλαδή την προσπάθειά της να βρει την ευτυχία που τόσο αξίζει στην προσωπικότητα που κτίζει καθημερινά με λέξεις, πράξεις και όνειρα.
          Κι είναι πάντα εκεί, δίπλα στη θάλασσα, που ανακαλύπτει τους στόχους της ζωής της.
Και το γνωρίζει πως ο ήλιος τη λατρεύει, πως τα μικρά παιδιά τη θεωρούν ένα πλάσμα εξαιρετικό, ένα κορίτσι εύστροφο με ικανότητες ηγετικές και όνειρα σμιλεμένα από φεγγαρόφωτο.
          Έτσι εξηγείται που η θάλασσα ταξιδεύει το όνομά της στην απεραντοσύνη των οριζόντων και την πηγαίνει πιο μακριά κι από τη χώρα του ονείρου, στη γη της ευτυχίας όπου η ίδια είναι η βασίλισσα των παιδιών.
          Γιατί έτσι πάντα θα γίνεται στη ζωή της.
Θα ξεκινά από ένα μικρό σημείο του κόσμου, για να τον κατακτήσει ολόκληρο.
Και θα τον κατακτήσει, για να τον ομορφύνει με την παρουσία της και με το φως των ονείρων.
Και θα τον κάνει όπως η ίδια τον επιθυμεί, όπως η ίδια τον φαντάστηκε την πρώτη φορά που αντίκρισε τη γαλάζια θάλασσα και πρόσθεσε το παιδικό της χαμόγελο στην ομορφιά της ζωής.
Κι από τότε για πάντα μέχρι την απεραντοσύνη.

Γιάννης Πολιτόπουλος

Η μαγική γραφή

          Κάποιες στιγμές το βλέμμα σταματά μπροστά στην ομορφιά. Νιώθει αποσβολωμένο, ανίκανο, ατέρμονο. Μετατρέπεται σε βλέμμα χωρίς προορισμό, αφού ο ίδιος ο προορισμός του καθίσταται άπιαστος.
          Τότε παραχωρεί τη θέση του στη σιωπή, έπειτα στη φαντασία και τελικά στο λόγο.
          Όπως ακριβώς συμβαίνει με τη γυναίκα που αγαπά την παλιά γραφομηχανή, η οποία ακόμη στέκει αγέρωχη πάνω στο ξύλινο γραφείο σε πείσμα των καιρών.
          Κι όταν τα πλήκτρα της ενώνονται με τα χέρια της και τα χέρια με την ψυχή της, μια μικρή ιστορία γεννιέται γραμμένη δίπλα στη θάλασσα κάτω από το φως ενός άστατου Ιούνη μήνα.
          Γράφουν στη γραφομηχανή τα δάχτυλα, γράφει αιμάτινα κι η ψυχή της γυναίκας.
          Η γραφή είναι σχεδόν μουσική, σχεδόν μαγική κι αποτελεί την πιο πηγαία απάντηση στον ύπνο της σιωπής του μυαλού.
          Μια θάλασσα απεραντοσύνης δημιουργείται υπό τον ήχο των πληγωμένων από τον καιρό πλήκτρων, έτοιμη να συγκινήσει το πιο πυκνό σκοτάδι των αιώνων.
          Και η γυναίκα της μαγικής γραφής γνωρίζει τον υπέρτατο νόμο της γραφής, τον άγραφο αλλά παντοδύναμο. Το νόμο που διατυπώνει με τρόπο καθάριο πως οι λέξεις αποκτούν κάτι περισσότερο από μία απλή υπόσταση στα χέρια ορισμένων ανθρώπων. Αποκτούν μια ιδεώδη αύρα ικανή να αλλάξει την προσωπική μοίρα και την ευαισθησία της ζωής για πάντα.
          Η γυναίκα σκέφτεται πάντως πως δεν έχει γνωρίσει και πολλούς – ίσως να μην υπάρχουν κιόλας – οι οποίοι να μπορούν αναίμακτα να ολοκληρώσουν την πορεία της γραφής προς τη μεταρσίωση των λέξεων.
          Η ίδια όμως ενστερνίζεται την άποψη πως είναι υπέροχο να βιώνει κάποιος το ταξίδι της ένωσης των λέξεων.
          Με την πεποίθηση αυτή ζωγραφισμένη στον ορίζοντα των συνειρμών της εσωκλείει τη γραφή των στιγμιαίων πόθων της στο λευκό χαρτί όπου πληκτρολογούνται οι λέξεις.
          Τότε κάτι ανθίζει στον άϋλο κόσμο των συναισθημάτων της και το βλέμμα της μετατρέπει το αδιόρατο σε υλική καταγραφή ελκόμενο από την αστείρευτη δύναμη της ανθρώπινης βεβαιότητας πως ό,τι είναι σκέψη, μεταβάλλεται σε γεγονός διά της γραφής.
          Για δευτερόλεπτα η γυναίκα απολαμβάνει αυτό το πρωτόγνωρο κάθε φορά συναίσθημα και κοιτάζει με μια αγάπη απόλυτη το κείμενο που ξετυλίγει την άγνωστη ακόμη ιστορία του.
          Είναι το βλέμμα αυτής της απόλυτης, της επικίνδυνης κάποτε, αγάπης που της προσδίδει τη δύναμη που χρειάζεται μέχρι να ξεκινήσει στο νου της η επόμενη περιπέτεια της πάντα παρούσας γραφής.

Γιάννης Πολιτόπουλος